Πηγή: C. J. Atkins – People’s World
Μετάφραση/Επιμέλεια: Ανδρέας Κοσιάρης
Το Λίθιο είναι το βασικό συστατικό για τις μπαταρίες που τροφοδοτούν την επανάσταση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και των έξυπνων τηλεφώνων. Αναλυτές της αγοράς πιθανολογούν πως μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2020, η παροχή λιθίου θα δυσκολεύεται να φτάσει τη ζήτηση από τους κατασκευαστές αυτοκινήτων και κινητών συσκευών. Έχει ονομαστεί «ο χρυσός του 21ου αιώνα». Οι επί το πλείστον ανεκμετάλλευτες αλυκές Salar de Uyuni, ψηλά στις Άνδεις, εκτιμάται πως περιέχουν μεταξύ του 25 και του 45% το γνωστών αποθεμάτων του πλανήτη. Η κυβέρνηση του Έβο Μοράλες επιχειρούσε να δημιουργήσει μια δημόσιας ιδιοκτησίας βιομηχανία λιθίου, για να βοηθήσει στην επέκταση της οικονομίας της χώρας του και να ανασηκώσει περισσότερους κατοίκους από τη φτώχεια.

Οι προσπάθειες πολυεθνικών εταιρειών εξόρυξης από τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Νότιο Κορέα και άλλες χώρες να αποκτήσουν το μέταλλο, έχουν μέχρι στιγμής εν πολλοίς αποτύχει. Μια κοινή επιχείρηση με Γερμανική εταιρεία ακυρώθηκε από τη Βολιβιανή κυβέρνηση στις αρχές Νοεμβρίου, λόγω ανησυχιών ότι οι αυτόχθονες κάτοικοι που ζουν κοντά στο Uyuni δε θα λάμβαναν αρκετά μεγάλο κομμάτι από τα κέρδη. Κινέζικες και Ρώσικες εταιρείες ήταν από τις ελάχιστες που κατάφεραν να υπογράψουν συμφωνίες.

Δεδομένης της τύχης υπερβολικά πολλών προοδευτικών κυβερνήσεων σε αυτό το μέρος του πλανήτη τον προηγούμενο αιώνα, το επόμενο κομμάτι της ιστορίας ήταν δυστυχώς εντελώς προβλέψιμο. Η κυβέρνηση του Βολιβιανού προέδρου Έβο Μοράλες, ανατράπηκε με πραξικόπημα.

Ενώ δεν υπάρχουν ακόμα οι λεπτομέρειες για να εξαχθεί κάποια άμεση σχέση των γεγονότων των τελευταίων εβδομάδων με τα συμφέροντα των εξορυκτικών πολυεθνικών, η στρατιωτική ανατροπή της κυβέρνησης Μοράλες — υπό τις επευφημίες της κυβέρνησης Τραμπ, της κυβέρνησης Τρυντώ στον Καναδά και του, υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ, Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών — δείχνει τα επικίνδυνα στοιχήματα για οποιαδήποτε μικρή, αλλά πλούσια σε φυσικούς πόρους, χώρα που προσπαθεί να μπει σε ένα οικονομικό μονοπάτι όπου θα ευνοεί τους φτωχούς και την εργατική τάξη, ενάντια στις απαιτήσεις των πλουσίων, των εταιρειών και των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Έπειτα από ημέρες δεξιών διαδηλώσεων που ακολούθησαν την επανεκλογή του Μοράλες τον Οκτώβρη, ο στρατός έκανε την κίνησή του το βράδυ του Σαββάτου, με τον Στρατηγό Williams Kaliman να ανακοινώνει επιχειρήσεις του στρατού και της αεροπορίας. Απαίτησε την παραίτηση του προέδρου «για να διατηρηθεί η σταθερότητα». Η βίαιη προσπάθεια για την ανατροπή του Μοράλες βασίστηκε στην πλουσιότερη επαρχία της Σάντα Κρουζ, όπου ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Fernando Camacho και άλλα εξτρεμιστικά ακροδεξιά στοιχεία οργανώθηκαν ενάντια στα κέρδη που είχε η πλειοψηφία των αυτοχθόνων και των μιγάδων (mestizos) υπό τον Μοράλες.

Με την αστυνομία να παίρνει το μέρος του πραξικοπήματος και να εγκαταλείπει τις θέσεις της έξω από κυβερνητικά κτίρια αργά την Κυριακή, ο Μοράλες προσπάθησε να αποφύγει περαιτέρω βία εναντίον του Βολιβιανού λαού και παραιτήθηκε. Ανακοίνωσε την παραίτησή του τηλεοπτικά από την επαρχία Chapare, από όπου είχε ανέλθει πριν χρόνια ως ηγέτης συνδικάτου, λέγοντας: «Επιστρέφω στους ανθρώπους μου, που ποτέ δεν με εγκατέλειψαν. Ο αγώνας συνεχίζεται». [ΣτΜ: Αργότερα εξαναγκάστηκε, λόγω απειλών προς την οικογένεια και μέλη του κόμματός του, να αποδεχθεί πολιτικό άσυλο στο Μεξικό]

Ο Μοράλες κέρδισε τις εκλογές του προηγούμενου μήνα με περισσότερες από 10 μονάδες, με 47% έναντι 36% του δεξιού του αντιπάλου, πρώην προέδρου Κάρλος Μέσα. Ένας υποψήφιος τρίτου κόμματος, έλαβε τις υπόλοιπες ψήφους. Ο Μέσα ήταν πρόεδρος από το 2003 έως το 2005, αφού προηγούμενα υπήρξε αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του προέδρου Gonzalo Sánchez de Lozada. Η κυβέρνηση του τελευταίου έπεσε από μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις εναντίον των σχεδίων του να ξεπουλήσει τα πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου της Βολιβίας σε ξένες εταιρείες. Οι συμφωνίες που πρότεινε θα άφηναν πολύ λίγα κέρδη στους κατοίκους της Βολιβίας και καταδικάστηκαν από κοινωνικούς ακτιβιστές και ομάδες αυτοχθόνων ως μία συνέχιση της χρόνιας εκμετάλλευσης της χώρας από τις μεγάλες δυνάμεις — με τη βοήθεια των ντόπιων οικονομικών ελίτ.

Ανάμεσα στους ηγέτες των διαδηλώσεων κατά τη διάρκεια των «πολέμων του αερίου» ήταν κι ο Μοράλες, που εκλέχθηκε ως ο πρώτος αυτόχθων πρόεδρος της Βολιβίας, επικεφαλής του Κινήματος προς τον Σοσιαλισμό (MAS), το 2005. Μία από τις πρώτες του πράξεις μόλις έλαβε το αξίωμα ήταν η ολοκληρωτική εθνικοποίηση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της χώρας. Ήταν ένα έγκλημα κατά του καπιταλισμού που πολλές εταιρείες εξόρυξης δεν του συγχώρεσαν ποτέ.

Χρησιμοποιώντας τα χρήματα από τις δημόσιες πλέον βιομηχανίες κοιτασμάτων, η κυβέρνηση Μοράλες έβαλε πλώρη για ένα μεγαλεπήβολο — και επιτυχημένο — πρόγραμμα εξάλειψης της φτώχειας. Σύμφωνα με δεδομένα που συλλέχθηκαν από το Center for Economic and Policy Research, η οικονομική ανάπτυξη στη Βολιβία έχει υπάρξει διπλάσια από αυτήν της περιοχής της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής κατά τα χρόνια της κυβέρνησης Μοράλες.

Πριν ανέλθει το MAS στην εξουσία, η κυβέρνηση της Βολιβίας συνέλεγε το φτωχό ποσό των 731 εκατ. δολαρίων σε ετήσιο εισόδημα από τους υδρογονάνθρακες. Μετά την εθνικοποίηση, το ποσό αυτό ανέβηκε περισσότερες από 7 φορές πιο πάνω, φτάνοντας τα 4,95 δισ. δολάρια. Με πλεονάσματα τα περισσότερα έτη και αυξημένο εμπόριο με άλλες αριστερών τάσεων κυβερνήσεις της περιοχής, η Βολιβία πέτυχε να είναι περισσότερο οικονομικά ανεξάρτητη από ποτέ.

Το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε στη φτώχεια κατέρρευσε από το απίστευτο 60% στο 35% μέχρι το 2018, με τον αριθμό όσων ζουν σε ακραία φτώχεια να πέφτει από σχεδόν το 38% στο 15% στην ίδια περίοδο. Αυτό επετεύχθη όχι μόνο με την εθνικοποίηση των πόρων, αλλά μέσω ενός συνδυασμού πολιτικών επαναδιανομής μισθών και δημοσίων επενδύσεων, και μέσω της εγκατάλειψης των εκβιαστικών απαιτήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Οι μεταρρυθμίσεις των χρόνων του Μοράλες επεκτάθηκαν και πέρα από την οικονομία. Οι αυτόχθονες κάτοικοι της Βολιβίας απέκτησαν νέα αναγνώριση και σεβασμό, και οι γλώσσες τους επιτέλους μπήκαν στο πρόγραμμα μαθημάτων των σχολείων. Ο καταστροφικός «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» που κατέστρεψε μεγάλες επαρχιακές εκτάσεις και διέλυσε τις ζωές των αγροτών, τερματίστηκε. Η καλλιέργεια της κόκας — που έχει φαρμακευτικές και άλλες ιδιότητες πολύ πέρα από την παραγωγή κοκαΐνης — νομιμοποιήθηκε, και οι επιχειρήσεις των αρχών επανεστιάστηκαν στην διακίνηση ναρκωτικών. Η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2009 έκανε τη Βολιβία επίσημα ένα κράτος πολυεθνικό και κοσμικό, κάνοντας ένα μεγάλο βήμα προς τον τερματισμό της ηγεμονίας της (καταγόμενης από την Ευρώπη) ελίτ στη δημόσια ζωή.

Παρά τα εντυπωσιακά κέρδη στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου και των εισοδημάτων της μεγάλης μάζας της Βολιβιανής εργατικής τάξης, και των αυτοχθόνων συγκεκριμένα, η Βολιβία παρέμεινε μια φτωχή χώρα — κάτι που η κυβέρνηση Μοράλες ακόμα προσπαθούσε να υπερβεί. Προσπάθειες για την επέκταση της οικονομίας της χώρας μακριά από την υπερβολική εξάρτηση από το αέριο ήταν σε εξέλιξη, συμπεριλαμβανόμενης της αύξησης της αγροτικής παραγωγής για την επίτευξη τροφικής αυτονομίας και των προσπαθειών να γίνει η Βολιβία ο ηγέτης στη διεθνή αγορά μπαταριών λιθίου.

Τέτοιου είδους προγράμματα προέταξε ο Μοράλες και το MAS στην προεκλογική περίοδο μέχρι την αναμέτρηση του Οκτωβρίου. Αλλά πριν ακόμα καταμετρηθεί η πρώτη ψήφος, οι ΗΠΑ και οι δεξιές κυβερνήσεις σε Κολομβία και Βραζιλία έλεγαν πως δε θα αναγνωρίζουν το αποτέλεσμα των εκλογών αν αυτό δεν αντανακλά «τη θέληση του Βολιβιανού λαού». Η προσέγγιση των διεθνών οικονομικών θεσμών είναι η ίδια εδώ και χρόνια.

Το ΔΝΤ συμμαχούσε σταθερά με τον Μέσα όταν ήταν πρόεδρος πριν 16 χρόνια, δίνοντας δάνεια υπό την προϋπόθεση να μην απειλήσει ποτέ με δημόσιο έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ παρομοίως δε δίστασε ποτέ να στηρίξει την κλίκα αγοραστών που εκπροσωπεί ο Μέσα και απείλησε να διακόψει την οικονομική βοήθεια προς τη Βολιβία ήδη από το 2002, όταν ο Μοράλες διεκδίκησε την προεδρία.

Ο Μέσα ήταν αξιόπιστος διαχειριστής εκ μέρους των εξορυκτικών πολυεθνικών και όσων επιβάλλουν τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία στο ΔΝΤ και την Ουάσινγκτον. Ο Μοράλες ήταν το ακριβώς αντίθετο, λέγοντας το 2006:

«Ο χειρότερος εχθρός της ανθρωπότητας είναι ο καπιταλισμός των ΗΠΑ. Αυτός προκαλεί ξεσηκώματα σαν το δικό μας, μια εξέγερση εναντίον ενός συστήματος, ενός νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που εκπροσωπεί τον βάρβαρο καπιταλισμό. Αν ολόκληρος ο κόσμος δεν αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, ότι τα έθνη-κράτη δεν παρέχουν ούτε στο ελάχιστο για την υγεία, την εκπαίδευση και τη θρέψη, τότε κάθε μέρα τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα θα παραβιάζονται».

Παρέμεινε έτσι εχθρός των ξένων εταιρειών, όπως και των κυβερνήσεων που τις στηρίζουν, για ολόκληρη τη θητεία του στο αξίωμα του προέδρου. Η ανατροπή του αφαίρεσε τον τελευταίο της γενιάς των ηγετών της «Ροζ Παλίρροιας» της Λατινικής Αμερικής, που προωθήθηκαν μέσα από μαζικά κινήματα πολιτών, οι οποίοι απαιτούσαν ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό που σχεδίαζαν για αυτούς οι νεο-αποικιακές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Μια περίοδος μεγάλης αβεβαιότητας κρέμεται τώρα πάνω από τη Βολιβία, καθώς μνήμες της καταπίεσης που συνόδευσε παλαιότερα στρατιωτικά πραξικοπήματα στοιχειώνουν το παρόν. Δεν είναι ξεκάθαρο ποιος θα εμφανιστεί ως το πρόσωπο του νέου καθεστώτος και εξίσου άγνωστο είναι το κατά πόσο το MAS και η εργατική τάξη της Βολιβίας θα μπορέσουν να αντισταθούν στο σχέδιο εναντίον τους και εναντίον της δημοκρατίας τους. Το MAS συνεχίζει να ελέγχει πλειοψηφίες και στα δύο σώματα της Νομοθετικής Ολομέλειας.

Όπως και να έχει, το πραξικόπημα έχει, προς το παρόν, σκοτώσει τις ελπίδες για εκείνη τη δημόσια βιομηχανία λιθίου που θα κουβαλούσε τη Βολιβία στον 21ο αιώνα και θα δημιουργούσε περισσότερα έσοδα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανακούφιση της φτώχειας. Αν τα Tesla και τα iPhones του κόσμου τροφοδοτηθούν από Βολιβιανό λίθιο, πιθανότατα δε θα υπάρχουν κέρδη για τον λαό της Βολιβίας. Οι εξορυκτικές εταιρείες πρέπει να πανηγυρίζουν.