Τουρκία, Βραζιλία, Αίγυπτος. Σε τρεις εντελώς διαφορετικές κοινωνίες, σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη ξεσπούν συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Από τη χώρα των περιστρεφόμενων δερβίσιδων και τα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης μέχρι τους δρόμους της Σάμπα στο Ριο Ντε Τζανέιρο δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτα που με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να συνδέσει τις τρεις εξεγέρσεις. Για αρκετούς αναλυτές όμως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ακόμη εκδήλωση ενός φαινομένου που αρκετοί αποκαλούν «ντόμινο των επαναστάσεων».

Η φράση έχει μια βαριά παρακαταθήκη καθώς παραπέμπει στη διαβόητη «θεωρία του ντόμινο», την οποία χρησιμοποίησαν οι Ηνωμένες πολιτείες για να δικαιολογήσουν σειρά ιμπεριαλιστικών επιθέσεων από τα τέλη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Με το πρόσχημα ότι η επικράτηση του κομμουνισμού σε μια χώρα θα οδηγήσει αναγκαστικά σε εξάπλωση του φαινομένου σε ολόκληρο τον πλανήτη, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προσπαθούσε να δικαιολογήσει τους βομβαρδισμούς που πραγματοποιούσε το Πεντάγωνο στην ανατολική Ασία αλλά και τα πραξικοπήματα που αναλάμβανε να διεκπαιρεώσει η CIA στη Λατινική Αμερική.

Παρόλα αυτά είναι δύσκολο να μην αντιληφθεί κανείς ότι ορισμένα από τα στοιχεία της θεωρίας του ντόμινο είναι εμφανή σε αρκετές εξεγέρσεις οι οποίες λαμβάνουν τα χαρακτηριστικά αλυσιδωτής αντίδρασης σε όλο τον κόσμο. Το φαινόμενο της Αραβικής Άνοιξης, το οποίο μάλιστα φάνηκε να συνδέεται ως ένα βαθμό με το κίνημα των αγανακτισμένων στις βόρειες ακτές της Μεσογείου, είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Παλαιότερα οι εξεγέρσεις του 1989 στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», το κύμα των νεανικών κινητοποιήσεων που σάρωσε τον πλανήτη το 1968 αλλά ακόμη και οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848 φάνηκε να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός μοτίβου στην δυνατότητα εξάπλωσης των επαναστάσεων.

Σε αρκετές περιπτώσεις τα αίτια των ταυτόχρονων εξεγέρσεων είναι τόσο προφανή που δεν χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση: Οι κοινωνικές αναταραχές που σημειώθηκαν το 2008 σε αρκετές χώρες του τρίτου κόσμου συνδέονταν άμεσα με την εκτίναξη στις τιμές των τροφίμων, οι οποίες με τη σειρά του συνδέονταν με το ξέφρενο κερδοσκοπικό παιχνίδι στην παγκόσμια αγορά τροφίμων και τις ελλείψεις που παρατηρούνταν λόγω της χρήσης μεγάλων ποσοτήτων γεωργικής παραγωγής για βιοκαύσιμα.

Πως μπορεί όμως να εξηγήσει κάποιος το γεγονός ότι το 1968 σημαδεύτηκε από φοιτητικές και εργατικές κινητοποιήσεις από το Παρίσι μέχρι το Τόκιο και από το Μεξικό μέχρι την Τουρκία; Σε αρκετές από τις περιπτώσεις η κοινωνική αναταραχή ξεκίνησε ως απάντηση του νεολαιίστικου κινήματος απέναντι στον συνεχιζόμενο πόλεμο στον Βιετνάμ, σύντομα όμως έλαβε εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε χώρα.

Στη Μεγάλη Βρετανία οι διαδηλώσεις διατήρησαν σχεδόν μέχρι το τέλος των αντιπολεμικό τους χαρακτήρα, στην Ιταλία μετατράπηκαν σύντομα σε εργατικές κινητοποιήσεις στις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας, στο Μεξικό αμφισβήτησαν άμεσα την αυταρχική κυβέρνηση ενώ στο Παρίσι υπήρχε ένας συνδυασμός σχεδόν όλων των παραπάνω τάσεων.

Εξίσου αντιφατικός φαντάζει, εκ πρώτης όψεως και ο πρόσφατος «συγχρονισμός» των κινητοποιήσεων στη Βραζιλία, την Τουρκία και την Αίγυπτο. Στις δυο τελευταίες περιπτώσεις ο φακός των διεθνών μέσων ενημέρωσης εστίασε περισσότερο στα αυταρχικά χαρακτηριστικά δυο φιλο-ισλαμικών κυβερνήσεων ενώ η περίπτωση της Βραζιλίας συνδέθηκε με την άνοδο στην τιμή των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς και την κοινωνική πρόκληση από τη διενέργεια μεγάλων αθλητικών εκδηλώσεων.

Εξίσου διαφορετικό είναι και το πολιτικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει τις τρεις κυβερνήσεις. Στην περίπτωση της Τουρκίας και της Αιγύπτου οι εξεγέρσεις σημειώθηκαν ενώ βρίσκονταν στην εξουσία δυο δεξιές και ιδιαίτερα συντηρητικές κυβερνήσεις ενώ η Βραζιλία βρίσκεται εδώ και χρόνια υπό τις Αριστερές (αν και ιδιαίτερα μετριοπαθής για τα δεδομένα της Λατινικής Αμερικής) κυβερνήσεις του Λούλα και της Ντίλμα Ρουσεφ.

Η κατάσταση φαίνεται να περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ενώ στην Τουρκία οι διαδηλωτές διεκδικούσαν ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών στην Αίγυπτο, τουλάχιστον τις πρώτες ώρες από την ανατροπή του προέδρου Μόρσι, ένα μεγάλο τμήμα των συγκεντρωμένων αντιμετώπιζε θετικά το πραξικόπημα των φιλοδυτικών στρατηγών και το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας κυβέρνησης τεχνοκρατών με ελάχιστη έως ανύπαρκτη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Κι’ όμως όσο διαμετρικά αντίθετες και αν φαντάζουν οι τρείς περιπτώσεις, η Βραζιλία, η Τουρκία και η Αίγυπτος μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το ταυτόχρονο ξέσπασμα.

Παρά τις επιμέρους διαφορές οι παραγκουπόλεις που στήνονται στους σκουπιδότοπους και τα νεκροταφεία του Καϊρου έχουν πολλά κοινά σημεία με τις φαβέλες του Ριο Ντε Τζανέιρο και του Σαο Πάολο αλλά και τα περίφημα Γκετζέ Κοντού της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας. Και οι τρείς χώρες βιώνουν εδώ και δεκαετίες τις τρομακτικές ανισότητες που προκάλεσε η επιβολή των νεοφιλελευθερων δογμάτων από τα τέλη της δεκαετίας του 70 και τις αρχές του 80.

Ακολουθώντας το παράδειγμα τις Χιλής του Πινοσέτ και τα τρία καθεστώτα εφάρμοσαν τη νέα οικονομική πολιτική σε συνθήκες σκληρής δικτατορίας και υπό την συνεχή επιτήρηση του Διεθνούς Νομσιματικού Ταμείου. Ακόμη και όταν η Βραζιλία και η Τουρκία προχώρησαν στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος οι ξένοι δανειστές φρόντισαν να διατηρήσουν την ακραία αντιλαϊκή οικονομική πολιτική, η οποία μεταξύ άλλων περιελάμβανε μαζικό ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, στασιμότητα ή ακόμη και πτώση των μισθών και διαρκή επιδείνωση των συνθηκών εργασίας. Η Αίγυπτος ακολουθούσε τον ίδιο ακριβώς δρόμο με τη διαφορά ότι το ΔΝΤ και οι ξένοι δανειστές δρούσαν στο πολύ πιο βολικό γι’ αυτούς σκηνικό της δικτατορίας του Χόσνι Μουμπάρακ.

Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι και στις τρεις περιπτώσεις οι εξεγέρσεις δεν πραγματοποιήθηκαν από τα πληβειακά στρώματα των παραγκουπόλεων αλλά από τα μεσαία στρώματα τα οποία δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια και τα οποία ζουν με την ελπίδα της κοινωνικής ανόδου αλλά και τον διαρκή κίνδυνο της επιστροφής στους «μαχαλάδες» του οικονομικού ονείρου.
Στην Τουρκία και τη Βραζιλία, παρά το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων κινούνταν σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις (ο Ερντογάν ακολούθησε πιστά το νεοφιλελευθερο μονοπάτι ενώ ο Λούλα και η Ντίλμα το αντικατέστησαν μια μια κείνσιανή πολιτική κρατικής παρέμβασης) δημιούργησαν την ψευδή εικόνα της εκρηκτικής ανάπτυξης.

Η Τουρκία τα κατάφερε στηριζόμενη στη συνεχή ροή κερδοσκοπικού κεφαλαίου και λιγότερων άμεσων επενδύσεων ενώ η Βραζιλία ακολούθησε μια πολιτική κοινωνικών παροχών η οποία ενίσχυσε την εσωτερική ζήτηση και έθεσε και πάλι σε κίνηση τα γρανάζια της οικονομίας. Και οι δυο πολιτικές βέβαια είχαν ημερομηνία λήξης καθώς δεν στηρίζονταν σε ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας και δεν οδηγούσαν σε δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας. Στην πραγματικότητα υπόσχονταν στα μεσαία στρώματα μια ευημερία την οποία δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η Αίγυπτος αν και παρουσιάζει σημαντικότατες διαφορές είναι και αυτή, εν τέλει, μια περίπτωση απραγματοποίητων προσδοκιών. Τα μεγάλα λαϊκά στρώματα που ανέτρεψαν το καθεστώς Μουμπάρακ ανέμεναν όχι μόνο τον άμεσο εκδημοκρατισμό αλλά και ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής και μια πιο σθεναρή στάση στις απαιτήσεις του ΔΝΤ. Αντί γι’ αυτά ο Μόρσι τους έδωσε μια ακόμη αυταρχική (αν και δημοκρατικά εκλεγμένη) κυβέρνηση) ενώ δεν κατάφερε να προσφέρει καμία ουσιαστική λύση ούτε για τα πληβειακά αλλά ούτε και για τα μεσαία στρώματα.

Τρεις διαφορετικοί λαοί, σε χώρες τσακισμένες για δεκαετίες από τον οδοστρωτήρα του νεοφιλελευθερισμού, άκουσαν υποσχέσεις για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Και όταν οι υποσχέσεις αυτές αποδείχθηκαν ακάλυπτες επιταγές είχε έρθει η στιγμή της κοινωνικής έκρηξης.

Άρης Χατζηστεφάνου
Επίκαιρα Ιούλιος 2013

Σχετικά θέματα:
Τουρκία: White Riot σε μαύρο φόντο
Πραξικόπημα στο Νείλο
Αίγυπτος: Οι ερπύστριες της “Δημοκρατίας”
Οι δυο βάρκες της βραζιλιάνικης Αριστεράς
Η hip hop εξέγερση της Βραζιλίας

20
CLOSE
CLOSE