Μια πολύμηνη έρευνα του δημοσιογράφου και συγγραφέα Αποστόλη Φωτιάδη, με θέμα τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα στην Ευρώπη, δημοσίευσε πριν από μερικές ημέρες το περιοδικό The Nation

Όπως εξηγεί ο ίδιος, εδώ και αρκετά χρόνια η κοινή πολιτική ασφαλείας και άμυνας της Ε.Ε. δεν μένει ανεπηρέαστη από τα οργανωμένα συμφέροντα στον τομέα της άμυνας.

Η έντονη ανάπτυξη του τομέα εθνικής ασφάλειας από το 2005 και μετά είχε ως αποτέλεσμα εκατομμύρια ευρώ από τα κονδύλια της Ε.Ε. να καταλήγουν στη χρηματοδότηση μεγάλων έργων παρακολούθησης και στρατιωτικών προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης.

Για διάφορους λόγους, από το 2014 ο ρυθμός αυτής της διαδικασίας αυξήθηκε και το ενδιαφέρον άρχισε να στρέφεται από την ήπια ασφάλεια προς τη σκληρή στρατιωτικοποίηση.

Οι λόγοι αυτοί σχετίζονται με τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε ευρωπαϊκές πόλεις, αλλά και την επακόλουθη κατασκευή ενός αφηγήματος που συνέδεε την ανασφάλεια και τις επιθέσεις με την προσφυγική κρίση της περιόδου 2015-2016. Σε μεγάλο βαθμό το αφήγημα αυτό δεν θεωρήθηκε βάσιμο. Ωστόσο δημιούργησε μια πρωτοφανή δυναμική που έδωσε τη δυνατότητα σε ομάδες συμφερόντων στον τομέα της άμυνας να επηρεάσουν την ατζέντα και να προωθήσουν την εσπευσμένη στρατιωτικοποίηση του προϋπολογισμού της Ε.Ε.

Ένας άλλος σημαντικός λόγος είναι οι πιέσεις που ασκούνται προς την Ευρώπη προκειμένου να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες, καθώς και οι τάσεις απομονωτισμού που εκφράζει η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Όλο και περισσότερο οι Ευρωπαίοι αισθάνονται ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τους όλο και πιο επιθετικούς παίκτες, όπως είναι η Ρωσία. Μέχρι σήμερα ο φόβος για τη Ρωσία έχει οδηγήσει ευρωβουλευτές και πολιτικούς από την Ανατολική Ευρώπη να ζητούν την άμεση ανάπτυξη της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφαλείας.

Υπό την ευρεία επιρροή του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταποκρίθηκε καθιερώνοντας τα τελευταία χρόνια ένα εντελώς νέο σύστημα χρηματοδοτικών οργάνων και θεσμών, ενισχύοντας τις πιέσεις για στρατιωτικοποίηση. Πιο χαρακτηριστική είναι η έκρηξη των κονδυλίων της Ε.Ε. που δεσμεύτηκαν για στρατιωτικά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης και για τις προμήθειες από τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για μετά το 2020.

Υπάρχουν επίσης, εσωτερικοί ευρωπαϊκοί λόγοι για τους οποίους αυτή η ανάπτυξη προωθείται από πολλά κράτη – μέλη της Ε.Ε. Οι λόγοι αυτοί έχουν να κάνουν με τη σχέση Γαλλίας – Γερμανίας και τη σφαίρα επιρροής τους. Για τη Γαλλία, μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασφαλείας είναι ακόμα ένας τρόπος να περιοριστεί η ηγεμονία της Γερμανίας, μετά την αποτυχία της Ευρωζώνης. Για τη Γερμανία, είναι ένας τρόπος να καλυφθεί το κενό της στρατιωτικής ικανότητας με τον κεντρικό ρόλο της ως ευρωπαίου ηγέτη. Για τους Ευρωπαίους τεχνοκράτες, όπως είναι ο Γιούνκερ, είναι ένας ακόμα τρόπος να ξεπεραστεί το έλλειμμα νομιμοποίησης της Ε.Ε. Για την ίδια τη βιομηχανία, τα πιθανά κέρδη είναι τεράστια.

Παρ’όλο που ο σκοπός διαφέρει, είναι επιτακτική ανάγκη για κάθε έναν από αυτούς τους δρώντες να προχωρήσουν προς την Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση. Γι’αυτό και με αυτούς τους τρόπους άρχισε να τίθεται σε εφαρμογή αυτή η πραγματικότητα.

Διαβάστε ολόκληρη την έρευνα που δημοσιεύεται στο The Nation