επικοινωνιακό κινητό αστυνομική βία φασισμός

Το κινητό ως όπλο απέναντι στον επικοινωνιακό φασισμό

Του Ανδρέα Κοσιάρη

Η διακυβέρνηση Τραμπ δίδαξε πολλά στους φερέλπιδες νεοφασίστες πολιτικούς στον υπόλοιπο κόσμο. Ένα από αυτά τα μαθήματα, που δεν το εφηύρε φυσικά ο Τραμπ – σύμφωνα με την πρώην σύζυγό του, ένα από τα ελάχιστα βιβλία που έχει διαβάσει είναι ένα βιβλίο με συλλογή από λόγους του Χίτλερ – αλλά το εφάρμοσε καλύτερα από οποιονδήποτε εδώ και πολλές δεκαετίες, είναι ότι δεν έχει απολύτως καμία σημασία τι κάνεις, έχει σημασία τι επικοινωνείς.

Το μάθημα αυτό το έλαβε κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Άλλωστε εν τη ρύμη του λόγου του το είχε παραδεχτεί ήδη από το 2017: «Μ’ ενδιαφέρει η επικοινωνία και όχι η ουσία». Ειδικά όταν, σε αντίθεση με τον Τραμπ, ο Μητσοτάκης δεν έχει σχεδόν κανένα κομμάτι του κατεστημένου των ΜΜΕ εναντίον του, η διαδικασία της ανάρτησης ενός μόνιμου επικοινωνιακού «προπετάσματος καπνού», που θα αποκρύπτει κάθε σκάνδαλο, κάθε αποτυχία, κάθε αντιδημοκρατική πράξη και διάθεση, είναι σίγουρα πολύ πιο εύκολη υπόθεση.

Το μόνο που χαλάει τον «όμορφο κόσμο, αγγελικά πλασμένο» της κυβέρνησης, πέρα από τη μικρή μερίδα του αντιπολιτευόμενου τύπου (που μπορεί κάλλιστα να απορριφθεί επικοινωνιακά ως συντεταγμένος με τον ΣΥΡΙΖΑ), είναι η επικοινωνιακή δράση των ίδιων των πολιτών. Είναι οι αναρτήσεις τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα βίντεο, οι φωτογραφίες και οι μαρτυρίες που καταθέτουν, που αποδεικνύουν κάθε φορά ότι το κυβερνητικό αφήγημα είναι ψεύτικο.

Φυσικά αυτό το γνωρίζουν στην κυβέρνηση. Γι’ αυτό κραυγάζει εδώ και χρόνια ο Μπογδάνος για νομοθέτηση ελέγχου του ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, γι’ αυτό η χοντροκομμένη απόπειρα μαζικής λογοκρισίας στο Facebook για την υπόθεση των δικαιωμάτων του απεργού πείνας Κουφοντίνα, γι’ αυτό οι αστυνομικοί επιτίθενται σε φωτορεπόρτερ και πολίτες που σηκώνουν το κινητό να τους καταγράψουν, γι’ αυτό φερέφωνα όπως ο Ιορδάνης Χασαπόπουλος λένε πως «δεν γίνεται να απειλείς τον αστυνομικό με το κινητό».

Όμως η νομοθέτηση κυβερνητικού ελέγχου στο ίντερνετ είναι μια περίπλοκη διαδικασία, που δεν μπορεί να γίνει με σχέδια νόμων γραμμένα στο ποδάρι, και σκοντάφτει σε διάφορα ζητήματα συνταγματικής φύσεως. Η «δοκιμή» της παράκαμψης της νομοθέτησης και της χρήσης των συνεργαζόμενων με το Facebook «ελεγκτών» για λογοκρισία απευθείας στην πηγή απέτυχε – για κάθε ανάρτηση που διαγραφόταν και για κάθε ποινή που έπεφτε σε λογαριασμό, εμφανίζονταν δεκάδες αναπαραγωγές και φωνές για λογοκρισία. Και φυσικά, τα κινητά των πολιτών και οι κάμερες των φωτορεπόρτερ συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να καταγράφουν το τι συμβαίνει – είτε πρόκειται για ξυλοδαρμό ανθρώπων σε πλατείες και λαϊκές αγορές, είτε για διαλύσεις συγκεντρώσεων στο κέντρο της Αθήνας και επιχειρήσεις αστυνομικής εισβολής στο ΑΠΘ, είτε για τη λειτουργία των αστυνομικών ως συμμορίας που σπάει αυτοκίνητα, κλέβει πανό και απαγάγει πολίτες σε μαύρα βανάκια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα σταματήσει τη φασιστική της διολίσθηση και την επιχείρηση συσκότισης και αποσιώπησης. Σημαίνει όμως ότι εναπόκειται στους πολίτες (και στους ελάχιστους επαγγελματίες με διαίσθηση της σημασίας της δουλειάς τους) να κάνουν τη ζωή της κυβέρνησης δύσκολη. Να μην ακούν τους Χασαπόπουλους που τους λένε να «σεβαστούν» τους αστυνομικούς, να μη φοβούνται τα αστυνομικά νταηλίκια που δείχνουν τον φόβο του «οργάνου» ότι η δράση του θα καταγραφεί.

Να σηκώνουν το κινητό και να τραβάνε βίντεο και φωτογραφίες, να τα δημοσιεύουν άμεσα και να επικοινωνούν την πραγματικότητα, απέναντι στην παραπληροφόρηση της κυβέρνησης και των ΜΜΕ της.

Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση