Tου Tόνι Νόρφιλντ / Πηγή: kordatos.org
μετάφραση: Άρης Ντα Κούνια Ντα Κώστα Ντίας / επιμέλεια: Φώτης Τσικριτέα

Οι ΗΠΑ επί μακρόθεν θεωρούνται ότι απολαμβάνουν ένα ‘υπερβολικό προνόμιο’ βασισμένο στο ρόλο του δολαρίου ως το κύριο παγκόσμιο νόμισμα[ii]. Αυτό το άρθρο εξετάζει τα διαφορετικά στοιχεία του δολαριακού προνομίου και πως αυτά λειτουργούν, όχι μόνο σε ‘ήρεμους’ καιρούς αλλά, ειδικά, στην παρούσα κρίση.

1. Ο παγκόσμιος ρόλος του δολαρίου

Όλα τα χάρτινα νομίσματα είναι όπως λέγεται παραστατικό χρήμα, με την αξία τους να προσδιορίζεται από τις κυβερνήσεις που τα εκδίδουν, και όχι από την εγγενή τους αξία. Τα χαρτονομίσματα κοστίζουν το καθένα λίγα σεντς [λεπτά, σ.τ.μ.] για να παραχθούν, οπότε η πολύ υψηλότερη ονομαστική αξία και αγοραστική δύναμη ενός χαρτονομίσματος των $1, $5, $20, $100 κλπ, βασίζεται σε ένα καθιερωμένο σύστημα εμπορικού δικαίου που σημαίνει ότι μπορούν να ανταλλαχθούν με αγαθά μέχρι την ίδια τιμή.

Για όσο η δύναμη του κράτους δεν αμφισβητείται, τουλάχιστον όσων αφορά στο συγκεκριμένο θέμα, δεν υπάρχει η ανάγκη να ξοδεύονται πόροι παράγοντας νομισματικές μονάδες που έχουν εγγενή αξία ίδια με την ονομαστική αξία τους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει η ανάγκη να έχεις ένα νόμισμα είκοσι δολαρίων το οποίο για να φτιαχτεί να κοστίζει πράγματι είκοσι δολάρια. Αυτό δουλεύει καλά εντός των εθνικών ορίων του κράτους, τα οποία είναι συνήθως και τα όρια όπου το εθνικό παραστατικό χρήμα είναι και νόμιμο χρήμα.

Αλλά γιατί τότε μια ευρωπαϊκή, ασιατική, λατινοαμερικανική ή αφρικανική χώρα πρέπει να αποδέχεται πληρωμές σε δολάρια για τα προϊόντα της, εφόσον βρίσκεται εκτός του εθνικού εδάφους των ΗΠΑ; Οι πληρωμές σε δολάρια δεν είναι καν απαραίτητο να γίνονται με τη μορφή χαρτονομισμάτων, και μπορεί να είναι μόνο πίστωση καταγεγραμμένη σε ένα τραπεζικό λογαριασμό. Ο λόγος για την αποδοχή του δολαρίου είναι η οικονομική και πολιτική ισχύς των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ εγκαθίδρυσαν ένα παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα μετά το 1945 το οποίο είναι βασισμένο στο δολάριο, και οι ΗΠΑ ήταν, και ακόμα είναι, η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο[iii].

Η υπεροχή των ΗΠΑ φθίνει, αλλά οι θεσμοί της αμερικανικής ισχύος παραμένουν στη θέση τους και μέχρι τώρα έχουν αντιμετωπίσει λίγες προκλήσεις. Στην αγορά ξένου συναλλάγματος, για παράδειγμα, το δολάριο των ΗΠΑ βρισκόταν στη μια μεριά του 85% όλων των παγκόσμιων συναλλαγών το 2010, παρά της εναλλακτικής του ευρώ[iv]. Οι τιμές σημαντικών εμπορευμάτων αναγράφονται, και συμβόλαια υπογράφονται σε, δολάρια των ΗΠΑ, από το πετρέλαιο μέχρι αγροτικά προϊόντα και μέταλλα, και αυτό το φαινόμενο ισχύει για κύρια βιομηχανικά αγαθά όπως αεροσκάφη, εξαρτήματα ηλεκτρονικών προϊόντων, στρατιωτικό εξοπλισμό, και τα προϊόντα πολλών άλλων βιομηχανιών που είναι διεθνώς εμπορεύσιμα[v]. Από τις αγορές χρεογράφων, η αγορά των ΗΠΑ ξεχωρίζει ως η μεγαλύτερη στον κόσμο. Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είναι η μεγαλύτερη αγορά μετοχών, βάσει κεφαλαιοποίησης, και στις ΗΠΑ επίσης βρίσκουμε τη μεγαλύτερη αγορά ομολόγων στον κόσμο[vi].

Επομένως το νόμισμα των ΗΠΑ έχει έναν παγκόσμιο ρόλο βασισμένο στην ισχύ των ΗΠΑ. Τα εδάφια που ακολουθούν διευκρινίζουν τι πλεονεκτήματα έχουν οι ΗΠΑ από αυτό.

2. Το εκδοτικό προνόμιο του δολαρίου

Η απλούστερη μορφή πλεονεκτήματος για τις ΗΠΑ, και επίσης το λιγότερο σημαντικό, είναι το εκδοτικό προνόμιο (seigniorage). Ο όρος περιγράφει το κέρδος που μπορεί να βγάλει μια κυβέρνηση τυπώνοντας χρήμα με ανταλλακτική αξία μεγαλύτερη από το κόστος παραγωγής του, όπως γίνεται με την εκτύπωση των χαρτονομισμάτων (δολαρίων) που αναφέρθηκαν παραπάνω. Όλες οι κυβερνήσεις που τυπώνουν χρήμα το οποίο γίνεται αποδεκτό εντός εθνικών συνόρων έχουν αυτό το πλεονέκτημα, αλλά οι ΗΠΑ έχουν επιπλέον πλεονέκτημα καθώς το δολάριο είναι αποδεκτό σε πολλές ξένες χώρες. Ειδικά όταν το τοπικό νόμισμα θεωρείται ασταθές, παραδείγματος χάριν όταν υπάρχει ο κίνδυνος πολύ υψηλού πληθωρισμού, τότε εταιρίες και απλοί άνθρωποι μπορεί να κρατάνε δολάρια των ΗΠΑ ως ‘αποθήκη αξίας’. Κρατάνε κομμάτια χαρτί που κοστίζουν λίγα σεντς για να παραχθούν αλλά μπορεί να έχουν αξία νόμιμου χρήματος πολλών χιλιάδων δολαρίων. Αν τα δολάρια έχουν μπει σε κυκλοφορία στη χώρα μέσω πληρωμών τοις μετρητοίς για τις εξαγωγές αυτής της χώρας, τότε οι ΗΠΑ έχουν ανταλλάξει τα πράσινα κομματάκια χαρτί για τους πόρους αυτής της χώρας.

Προφανώς είναι δύσκολο να μετρηθεί με ακρίβεια η αξία του διεθνούς εκδοτικού προνομίου των ΗΠΑ, και οι υπολογισμοί έχουν πολύ μεγάλη κύμανση, αλλά εκτιμάται ότι ένα απόθεμα ενδεχομένως 300-600 δις $ του νομίσματος των ΗΠΑ κυκλοφορεί εξωχώρια, ένα ποσό που αυξάνει κάθε χρόνο[vii]. Ένα ποσοστό αυτού του ποσού θα είναι χρήματα που χρησιμοποιούνται στο εμπόριο ναρκωτικών και σε άλλες παράνομες δραστηριότητες, αλλά εντούτοις το αποτέλεσμα είναι να παραδίδεται στην αμερικανική οικονομία ένα ευμέγεθες όφελος. Κατά κάποιον τρόπο, ξένοι έχουν προμηθεύσει τις ΗΠΑ με τα αγαθά που αυτές θέλουν, όποια κι αν είναι αυτά, και πολλοί από τους παρόχους έχουν κρατήσει τα μετρητά.

3. Φτηνότερη χρηματοδότηση σε δολάρια

Το εκδοτικό προνόμιο είναι παρ’ όλα αυτά μια στενή αντίληψη των πλεονεκτημάτων που κερδίζουν οι ΗΠΑ από το ρόλο του δολαρίου. Οι περισσότεροι χρήστες του δολαρίου στο διεθνές εμπορικό και χρηματοπιστωτικό τομέα δεν κρατάνε μετρητά στα χέρια τους, αλλά δολάρια σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή στη μορφή χρηματοοικονομικών χρεογράφων σε δολάρια ΗΠΑ (τίτλους ιδιοκτησίας σε αμερικάνικα περιουσιακά στοιχεία, όπως μετοχές ή ομόλογα). Με αυτά, οι κάτοχοι λαμβάνουν τόκους ή μερίσματα, οπότε οι ΗΠΑ δεν παίρνουν τα κονδύλια δωρεάν. Αλλά ένα πλεονέκτημα κλειδί του παγκόσμιου ρόλου του δολαρίου είναι η πρόσβαση σε φτηνό, χαμηλού κινδύνου δανεισμό. Αυτό γίνεται με δυο τρόπους.

Πρώτον, μέσω του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντλούν από τους χρηματοπιστωτικούς πόρους της παγκόσμιας οικονομίας, οπότε έχουν πολύ πιο εύκολη πρόσβαση σε κονδύλια από ότι άλλες χώρες. Μια σημαντική πτυχή αυτού ήταν και είναι το υψηλό ποσοστό του δολαρίου – περίπου τα δυο τρίτα – των επίσημων αποθεμάτων ξένου συναλλάγματος. Μετά την ασιατική οικονομική κρίση του 1997-98, πολλές χώρες της περιοχής – και αλλού – αύξησαν τα αποθέματα ξένου συναλλάγματος σαν μέσο οικονομικής εξασφάλισης έναντι μελλοντικών προβλημάτων[viii]. Το δολάριο των ΗΠΑ ήταν το νόμισμα επιλογής για αυτά τα αποθέματα, ως το κύριο μέσο πληρωμών για τα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και για τον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό τομέα. Έτσι, λοιπόν κατά την δεκαετία του 2000, ένα αυξανόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ χρηματοδοτήθηκε από τεράστιες εισροές πίστωσης, κυρίως από ασιατικές κεντρικές τράπεζες που αγόραζαν ομόλογα του αμερικανικού υπουργείου οικονομικών (Treasury) και άλλα χρεόγραφα σε δολάρια των ΗΠΑ. Σε μια μελέτη εκτιμήθηκε ότι η επίπτωση αυτών των αγορών χρεογράφων σε δολάρια ήταν να μειώσει το κόστος δανεισμού της κυβέρνησης των ΗΠΑ κατά 150 μονάδες βάσης (ή 1,5%) για 10ετές χρέος σε σχέση με το πόσο θα ήταν διαφορετικά[ix].

Δεύτερον, εκδίδοντας χρέος σε δολάρια, οι ΗΠΑ μπορούν να αποφεύγουν την ανάληψη ρίσκου από ξένο συνάλλαγμα. Σε μια κρίση με επίκεντρο τις ΗΠΑ, η αξία του δολαρίου μπορεί να πέσει έναντι των άλλων κύριων νομισμάτων, αλλά αυτό δεν έχει σημασία αν οι ΗΠΑ έχουν ελάχιστο ή καθόλου χρέος σε ευρώ, γιέν ή στερλίνες. Οι χώρες που δεν έχουν τέτοια προνομιούχα θέση στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό τομέα – αυτές που δεν είναι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις – συνήθως είναι αναγκασμένες να δανείζονται στα κύρια ξένα νομίσματα και να υποφέρουν τις συνέπειες όταν χτυπάει η κρίση.

Αυτή η φτηνή, χαμηλού ρίσκου πίστωση περικόπτει το κόστος χρηματοδότησης του μεγάλου εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ. Επίσης, επιτρέπει στις ΗΠΑ μεγαλύτερες αποδόσεις επί των ξένων επενδύσεών τους σε σχέση με τις αποδόσεις που κερδίζουν ξένοι από επενδύσεις στις ΗΠΑ. Αυτό ισχύει παρά το γεγονός ότι η αξία των εξωχώριων αμερικάνικων περιουσιακών στοιχείων είναι κατά πολύ μικρότερη από την αξία των περιουσιακών στοιχείων ξένων επενδυτών στις ΗΠΑ. Το 2010, τα καθαρά έσοδα από ξένες επενδύσεις [θετικό ισοζύγιο εσόδων από ξένες επενδύσεις, σ.τ.μ.] έφταναν στο ογκώδες ποσό των 171 δις $[x].

4. Τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ σε μια κρίση

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ελέγχει το κυριότερο νόμισμα με τη με διαφορά μεγαλύτερη επίπτωση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό τομέα και το διεθνές εμπόριο, ακόμα κι αν αυτές οι συναλλαγές δεν περιλαμβάνουν την οικονομία των ΗΠΑ ή αμερικάνικες εταιρίες. Συμφωνίες που γίνονται σε δολάρια των ΗΠΑ πρέπει να διευθετηθούν σε δολάρια των ΗΠΑ. Αυτό δεν γίνεται απαραιτήτως αποκτώντας τα χαρτονομίσματα. Πολύ πιο συχνά γίνεται βρίσκοντας πρόσβαση σε πίστωση σε δολάρια μέσω μιας τραπεζικής σχέσης. Εδώ η χρηματοπιστωτική δύναμη των ΗΠΑ είναι υπέρτατη.

Μια κρίση διαταράσσει τις εμπορικές υποθέσεις, κάνοντας εταιρίες και άτομα πιο τρωτά σε αλλαγές στις πιστωτικές σχέσεις. Ενδεχομένως ένας αγοραστής δεν μπορεί να πάρει το δάνειο που απαιτείται, ή ένας παραγωγός μπορεί να μην είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει τον όγκο παραγωγής που σχεδιάστηκε. Οι τιμές στην αγορά μπορεί να εξωθηθούν πολύ χαμηλά ή πολύ ψηλά από δραματικές κυμάνσεις στις τιμές νομισμάτων ή εμπορευμάτων. Καθώς αυξάνουν οι αμφιβολίες για το ποιος μπορεί να επιζήσει στην κρίση, η πρόσβαση σε γραμμή πίστης είναι κάτι το αναντικατάστατο. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (FED), η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, είναι επικεφαλής για αυτό όσον αφορά στο μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας δεδομένου του ρόλου του δολαρίου, και η πρόσβαση σε πιστωτική υποστήριξη από την FED μετράει.

Στα πρόσφατα χρόνια, πολλές κεντρικές τράπεζες έπρεπε να διασώσουν τα εγχώριά τους τραπεζικά συστήματα, αλλά η FED έπαιξε ένα πολύ μεγαλύτερο ρόλο. Παρείχε επιπλέον κονδύλια, έναντι αμοιβής, σε ξένες τράπεζες στις ΗΠΑ – κυρίως τις ευρωπαϊκές. Επίσης, παρείχε επιπλέον ρευστότητα σε δολάρια, και αυτή για μια premium αμοιβή, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για να την κατανείμει σε βασισμένες στο ευρώ τράπεζες, τελευταία φορά στα μέσα Σεπτέμβρη [το άρθρο είναι γραμμένο τον Οκτώβριο του 2011, σ.τ.μ.]. Οι New York Times έγραψαν γιατί αυτή η κίνηση είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ:

«Τις πρόσφατες μέρες κάποιες ευρωπαϊκές τράπεζες αντιμετώπισαν δυσκολίες να δανειστούν σε δολάρια, είτε από άλλες τράπεζες ή από κεφάλαια στη χρηματαγορά των ΗΠΑ. Υπήρχε ο φόβος ότι αν δεν μπορούσαν να δανειστούν δολάρια, θα αναγκάζονταν να σταματήσουν να δανείζουν αμερικανικές εταιρίες ή να πουλήσουν περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, ενδεχομένως σπρώχνοντας τις τιμές προς τα κάτω στις ήδη ασταθείς αγορές»[xi].

Αυτή η τρωτότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών – παρά την προστασία που έχουν από την ΕΚΤ – έγκειται στο γεγονός ότι πολλές από τις δουλειές τους διεξάγονται σε δολάρια, ένα νόμισμα που μόνο οι ΗΠΑ μπορούν να τυπώσουν και του οποίου οι ΗΠΑ ελέγχει την προσφορά. Μέχρι τώρα, ο φόβος οικονομικής κατάρρευσης και επιμόλυνσης οδήγησε σε συνεργασία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Όμως ο ρόλος του δολαρίου στην τιμολόγηση αεροδιαστημικών προϊόντων και άλλων διεθνών εμπορευμάτων σημαίνει ότι είναι κρίσιμης σημασίας για της μη-αμερικάνικες τράπεζες να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε δολαριακά κονδύλια, και η μέχρι τώρα συνεργασία από τις ΗΠΑ μπορεί να μην είναι τόσο εύκολα διαθέσιμη στο μέλλον. Η Le Monde ήδη παραπονιέται ότι η FED αναγκάζει μη-αμερικάνικες τράπεζες στις ΗΠΑ να καταγράψουν μη-αμερικάνικα περιουσιακά στοιχεία ως εγγυήσεις, ακόμα κι αν δεν δανείζονταν κονδύλια σε δολάρια από την FED[xii]. Η καταγγελία ήταν μάλλον συγκεχυμένη, αλλά αντανακλά το γεγονός, ότι ακόμα και σε μια κρίση, οι ΗΠΑ είναι σε στην προνομιούχα θέση να καθορίζουν τους κανόνες τους χρηματοπιστωτικού τομέα.

5. Αυτοκρατορική δύναμη και το δολάριο

Η φθίνουσα οικονομική δύναμη των ΗΠΑ αντισταθμίζεται σε σημαντικό βαθμό από τη συνεχιζόμενη προεξέχουσα θέση τους στον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό τομέα. Όπως επιδείχθηκε, οι ΗΠΑ είναι σε θέση να δανείζονται στο δικό τους νόμισμα με χαμηλά επιτόκια και μπορούν εύκολα να προσελκύσουν κονδύλια με βάση το τεράστιο μέγεθος και τη ρευστότητα των χρηματαγορών δολαρίου, λόγω του παγκόσμιου ρόλου του δολαρίου. Ακόμα και η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των ΗΠΑ τον Αύγουστο του 2011 δεν το άλλαξε αυτό. Είναι ο παγκόσμιος ρόλος του δολαρίου που βασίζεται στη συνεχιζόμενη δύναμη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που κάνει τις ΗΠΑ ‘ασφαλές καταφύγιο’ για τις χρηματαγορές, ακόμα κι όταν η αμερικανική οικονομία είναι σε κρίση.

Βεβαίως, και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ χτυπήθηκαν από την οικονομική κρίση. Η αμερικανική κυβέρνηση οργάνωσε γάμους εξπρές αρκετών μεγάλων τραπεζών, ενώ πολλές μικρότερες τράπεζες χρεοκόπησαν τα πρόσφατα χρόνια. Αλλά το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ παραμένει σε προνομιούχα θέση στην παγκόσμια οικονομία, ως ο προμηθευτής του κύριου νομίσματος, με την υποστήριξη της κυριότερης κεντρικής τράπεζας – αυτής που ελέγχει την στρόφιγγα της παγκόσμιας πίστωσης και ρευστότητας[xiii].

Παρά τις επιθέσεις που λαμβάνουν χώρα στο βιοτικό επίπεδο του γενικού πληθυσμού στις ΗΠΑ, αυτός υποφέρει πολύ λιγότερο απ’ ότι στις χώρες που συντρίφθηκαν από μεγάλες χρηματοπιστωτικές και οικονομικές κρίσεις τις προηγούμενες δυο δεκαετίες, όπως στο Μεξικό, στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στη Νότια Κορέα, στην Ινδονησία και στην Ταϊλάνδη. Τα επίπεδα ρεκόρ του χρέους και του δανεισμού των ΗΠΑ δεν προκάλεσαν την επιβολή πολιτικών λιτότητας από το ΔΝΤ, και οι ΗΠΑ δεν ήρθαν αντιμέτωπες με ένα απότομο σταμάτημα της πρόσβασής τους σε ξένο κεφάλαιο όπως έγινε σε πολλές άλλες χώρες, με πιο πρόσφατες την Ιρλανδία και την Ελλάδα[xiv]. Τέτοια είναι τα πλεονεκτήματα της κύριας ιμπεριαλιστικής δύναμης στην παγκόσμια οικονομία. Αυτό είναι γιατί οι ΗΠΑ θα παλέψουν για να εξασφαλίσουν ότι η κυρίαρχη θέση τους, και αυτή του δολαρίου, θα παραμείνει χωρίς αμφισβήτηση.

Τόνι Νορφιλντ, 5 Οκτωβρίου 2011


[i] https://economicsofimperialism.blogspot.com/2011/10/dimensions-of-dollar-imperialism.html

[ii] Ο όρος χρονολογείται στην δεκαετία του 1960 και επινοήθηκε από τον Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εσταίν, όταν αυτός ήταν υπουργός οικονομικών. Ένα χρήσιμο πρόσφατο βιβλίο πάνω στο ζήτημα είναι το Exorbitant Privilege: The Rise and Fall of the Dollar (Oxford University Press, 2011) του Barry Eichengreen

[iii] Η Κίνα είναι πιθανό να γίνει σε μερικά χρόνια η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ξεπερνώντας τις ΗΠΑ. Έχετε υπόψη ότι το άρθρο εξετάζει μόνο κάποιες από τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές πτυχές της δύναμης των ΗΠΑ, και όχι τη στρατιωτική διάσταση.

[iv] Στοιχεία από την ΤΔΔ (BIS), Triennial Central Bank Survey, Report on global foreign exchange market activity in 2010, December 2010. Το μερίδιο του δολαρίου ήταν στο 84,9% και του ευρώ στο 39,1%. Σημειώσατε ότι στο σύνολο εδώ είναι 200%, αφού υπάρχουν δυο μέρη σε όλες τις συμφωνίες ξένου συναλλάγματος, αλλά το μερίδιο του δολαρίου των ΗΠΑ ήταν ακόμη πάνω από δυο φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του ευρώ.

[v] Το δολάριο είναι το πιο χρησιμοποιούμενο νόμισμα για όλων των ειδών τις διεθνείς συναλλαγές, και παγκοσμίως το νόμισμα με την ευρύτερη χρήση. Αν και το ευρώ έχει κερδίσει αποδοχή μετά το ξεκίνημά του το 1999, ένα μεγάλο μέρος της χρήσης του είναι στην Ευρώπη και τις γειτονικές χώρες. Το ευρώ έχει αποτελέσει σοβαρή πρόκληση για το δολάριο των ΗΠΑ ως εναλλακτικό νόμισμα στο οποίο να εκδίδονται ομόλογα κλπ, αλλά το μερίδιο αγοράς του πάντα παρέμενε ένα σημαντικό περιθώριο κάτω από του δολαρίου. Βλ. για λεπτομέρειες The International Role of the Euro, European Central Bank, July 2011

[vi] Οι ΗΠΑ έρχονται δεύτερες πίσω από τη Μ. Βρετανία ως εθνική βάση για την παγκόσμια αγορά ξένου συναλλάγματος, αλλά οι αγοραπωλησίες συναλλάγματος στην Μ. Βρετανία είναι κυρίως σε νομίσματα διαφορετικά της στερλίνας και κυρίως σε δολάρια.

[vii] Όταν έγινε το άνοιγμα της κεντρική και ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στον καπιταλισμό μετά το 1989, το εμπόριό τους με τις ΗΠΑ ήταν μικροσκοπικού μεγέθους αλλά το δολάριο έπαιζε κύριο ρόλο στις οικονομίες τους στην μαύρη αγορά. Το γερμανικό μάρκο, αντιθέτως, είχε πολύ μικρή διείσδυση, παρά την ισχυρότερη θέση της Γερμανίας στο εμπόριο αυτών των χωρών.

[viii] Η κρίση του 1997-98 ήταν τραυματική για πολλές χώρες της Ασίας. Υπέστησαν κατάρρευση των νομισμάτων τους, πτώση του βιοτικού επιπέδου, και βρέθηκαν με τις εθνικές οικονομικές πολιτικές τους να κυριαρχούνται από το ΔΝΤ, το πρόγραμμα ‘μεταρρυθμίσεων’ του οποίου συμπεριλάμβανε την πώληση εγχώριων περιουσιακών στοιχείων σε χαμηλές τιμές στο ξένο κεφάλαιο [ο τονισμός δικός μας, σ.τ.μ.]. Η Ταϊλάνδη, η Νότια Κορέα και η Ινδονησία ήταν μερικές από τις χειρότερα επηρεασμένες από αυτή την άποψη, και η Κίνα, ο μεγαλύτερος συσσωρευτής συναλλαγματικών αποθεμάτων τη δεκαετία του 2000, το σημείωσε.

[ix] Για παράδειγμα, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου ήταν τόσο χαμηλή όσο το 4,5%, αντί για 6,0%. Βλ. Francis E Warnock and Veronica C Warnock, ‘International Capital Flows and US Interest Rates’, Board of Governors of the Federal Reserve System, International Finance Discussion Papers, Number 840, September 2005. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι ΗΠΑ περιορίζουν τις ξένες εξαγορές αμερικανικών εταιριών αν αυτές μπορεί να φαίνονται ενάντια στο εθνικό συμφέρον, αλλά δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να παίρνουν λεφτά από οποιαδήποτε χώρα θέλει να αγοράσει αμερικάνικο χρέος (σε χαμηλές αποδόσεις). Έτσι, η Κίνα εμποδίστηκε να αγοράσει μια μεγάλη αμερικάνικη πετρελαϊκή, τη Unocal, αλλά επιτρέπεται να της ανήκει ένα βουνό από ομόλογα του υπουργείου οικονομικών των ΗΠΑ.

[x] Οι ΗΠΑ μοιράζονται αυτό το πλεονέκτημα με τη Μ. Βρετανία. Βλ. ‘The Real US Debt Problem’, 26 July 2011, και ‘The Economics of British Imperialism’, 22 May 2011, σε αυτό το μπλογκ για περισσότερες λεπτομέρειες.

[xi] New York Times, 15 September 2011.

[xii] ‘Comment la Fed assèche les banques européennes’ (‘How the Fed squeezes European banks’), Le Monde, 23 September 2011.

[xiii] Οι τράπεζες των ΗΠΑ είναι ακόμα ανάμεσα στις μεγαλύτερες στον κόσμο από την άποψη της παγκόσμιας κάλυψης και επιρροής, και η δύναμη των ΗΠΑ επίσης επεκτείνεται πέρα από καθαρά τις τράπεζες. Παραδείγματος χάριν, οι Αμερικάνοι υπήκοοι που δουλεύουν για μη-αμερικάνικες τράπεζες έξω από τις ΗΠΑ υπόκεινται ακόμα στους αμερικάνικους νόμους, οπότε δεν μπορούν να έρθουν σε επαφή με κάποια χώρα που οι ΗΠΑ κηρύττουν εκτός ορίων. Αυτός είναι ένα παράγοντας που ενδυνάμωσε τις επιπτώσεις των αμερικανικών κυρώσεων έναντι του Ιράν.

[xiv] Το ΔΝΤ είναι από τεχνικής άποψης ένας διεθνής φορέας, αλλά λειτουργεί κατά βάση σύμφωνα με τις προσταγές των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να έχουν όλη την ιδιοκτησία. Διαθέτουν μια σημαντική μειοψηφία των ψήφων (17%), πολύ περισσότερες από τη δεύτερη χώρα, την Ιαπωνία, με μόλις 6%, και έχουν αρκετή επιρροή πάνω σε άλλα μέλη για να εξασφαλίζουν ότι οι πολιτικές του ΔΝΤ θα υπηρετούν τα συμφέροντά τους.