Πηγή: Kommon.gr
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν η δεύτερη, μετά τα Ιουλιανά του ‘65, άνιση αναμέτρηση των νέων, μεταπολεμικά συγκροτούμενων αντίπαλων κοινωνικών δυνάμεων.

Είναι η έναρξη της πρώτης απειλητικής, ανώριμης ακόμη, εργατικής – λαϊκής «αντιπολίτευσης» που διαρκεί, εξελίσσεται και μετεξελίσσεται ως τις μέρες µας.

Ο δείκτης της Μεταπολίτευσης πήγε αριστερότερα από το αναμενόμενο.

Στο προσκήνιο επανήλθαν όχι απλά η αντιδεξιά αντιπολίτευση αλλά το κοινωνικό πρόβλημα, τα ζητήματα του σοσιαλισμού. Μαζί με τις θεωρητικές αναζητήσεις και αναμετρήσεις ξεσπούν μεγάλοι εργατικοί αγώνες σε εργοστάσια, μεγάλες πολιτικές απεργίες και καταλήψεις.

Η Αριστερά ηγεμονεύει, σχεδόν κυριαρχεί στα πανεπιστήμια.

Η «εκσυγχρονισμένη» καραμανλική Δεξιά κηλιδώνεται από το αίμα δυο νεκρών αγωνιστών, της Σταματίνας Κανελλοπούλου και του Ιάκωβου Κουμή.

Αντί όμως η τότε Αριστερά, στις διάφορες εκδοχές, να υψωθεί και να συγκροτηθεί στα νέα μέτρα του αντιπάλου και τις ανάγκες του «επόμενου γύρου» – περιόριζε και ξόδευε τον λαϊκό και εργατικό ριζοσπαστισμό σε ό,τι από καιρό είχε κλείσει τον ιστορικό του κύκλο.

Κι έτσι η χαμένη ευκαιρία της Μεταπολίτευσης ή, καλύτερα, οι πολλές χαμένες ευκαιρίες της, νομιμοποιούν το ερώτημα «ποιος τελικά κέρδισε»; Ήταν αναπόφευκτο να γίνει όπως έγινε;

Κάθε φορά, λέει ο γενειοφόρος πρόγονος μας, τελικά γίνεται αυτό που μπορεί να γίνει.

Τελικά και γενικά.

Αλλά η απόσταση ανάµεσα στο ό,τι κοινωνικά μπορεί να δημιουργηθεί και στο «τελικά» και «γενικά» είναι μεγάλη.

Για να μετατραπεί η πολιτική κρίση του 1974 σε εργατικό και λαϊκό ξεσηκωμό με απαιτήσεις για τη μεγάλη αναμέτρηση έπρεπε να χειραφετηθούν οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις από όλο τον παλιό πολιτικό κόσμο, να διαμορφωθεί προγραμματικά και οργανωτικά ένας πολιτικός και κοινωνικός πόλος που θα ενέπνεε τον κόσμο της εργασίας ώστε αυτός να πάρει την υπόθεση στα χέρια του.

Αυτό δεν έγινε.

Τέτοιες ζυμώσεις έγιναν στο Πολυτεχνείο και στην αρχή της Μεταπολίτευσης. Έγιναν, αλλά έμειναν στη μέση. Δεν καρποφόρησαν.

Αυτή η µη καρποφορία φαίνεται πως πηγή έχει την ανωριμότητα του νέου τότε κοινωνικού εργατικού και λαϊκού ριζοσπαστισμού, το ιστορικό φορτίο της παλιάς Αριστεράς που κάλυπτε τις ραγδαίες µμεταλλάξεις της και καθόριζε τα όρια της αναδυόµενης νέας τότε πρωτοπορίας και της ηγεσίας της.

Και εντέλει επικράτησαν «η εύκολη Αλλαγή και ο σοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ», η εύκολη «πραγματική αλλαγή», ο εύκολος κοινοβουλευτικός δρόμος του ΚΚΕ.

Επικράτησαν η ευκολία του «πάνσοφου κόμματος» αντί του κόμματος-στρατηγική πρωτοπορία που εμπνέει, ενώνει, μαθαίνει και διδάσκει διδάσκει, χτίζει το αποφασιστικό πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο της ανατροπής και του σκληρού καθημερινού αγώνα για «να φάει ψωμί ο εργάτης».

Επικράτησαν η ανέξοδη τελικά «αριστερή» φλυαρία του ΠΑΣΟΚ, η σοβαροφάνεια της «υπεύθυνης Αριστεράς» στις δύο διαφορετικές της εκδοχές, του Φλωράκη και του Κύρκου, που χειραγωγούσαν και μετακινούσαν – καθείς µε τον τρόπο του – επί το «υπευθυνότερο», δεξιότερο τελικά, τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό.

Το δικό µας Πολυτεχνείο όμως ήταν και είναι η φωνή και η πράξη του «παλιολαού» που δεν καταλάβαινε από τέτοια, από σοβαροφάνειες, απειλές, υποσχέσεις, ψευδοϋπευθυνότητες και μικρομπαλώματα.

Είναι στάση ζωής απέναντι σε κάθε τι το τυπικό, το μοιρολατρικό, το σνομπ.
Είναι ζωή.

Είναι τέτοιας ποιότητας ώρες που ο χρόνος αλλάζει ρόλο και από δυνάστης γίνεται οφειλέτης. Ακόμη και ο κίνδυνος του θανάτου, όπως τον συναντούσαμε στο Πολυτεχνείο, τον συναντάμε ανάµεσα στην προσμονή και τον αγώνα για µια άλλη ζωή, τον συναντήσαμε σαν πηγή ζωής.

Το δικό µας Πολυτεχνείο λοιπόν, πολιορκημένο από στεριά και θάλασσα, «Ζει» μα «Αναπνέει µε καλάμι». Ζει, και μας κλείνει πονηρά το µάτι σε μέρη ταπεινά και ανώνυμα, εκεί που δουλεύουν και ζουν οι δικοί µας άνθρωποι του «Σαββατόβραδου» του Καζαντζίδη και του Λειβαδίτη.

Η γενιά του Πολυτεχνείου πρόδωσε, λένε.

«Εμείς όμως δυσπιστούμε με όρους όπως «γενιά» που ζαχαρώνει τα ιστορικά γεγονότα και τα περιορίζει σε τρελές στιγμές της πρώτης μας νιότης», έγραφε ο Κώστας του Πολυτεχνείου.

Γιατί πίσω από κάθε «γενιά» υπάρχουν πολλές γενιές.

Υπάρχουν οι «πεδινοί» και οι «ορεινοί», οι ΕΑΜίτες και οι δωσίλογοι, όσοι εξαγόρασαν τη συμμετοχή τους σε ιλουστρασιόν βιογραφικά και σε βεγγέρες στα σαλόνια του Κινγκ Τζορτζ, αλλά υπάρχουν και οι τόσοι άλλοι ανώνυμοι αγωνιστές που εξακολουθούν να προσμένουν και να αγωνίζονται.

Την ιστορία εξάλλου δεν τη γράφουν οι γενιές και τα κυκλώματα, αλλά η διαρκής πάλη των τάξεων, όπως συνταρακτικά και κινηματογραφικά µας θυμίζει ο Μπερτολούτσι στην τελευταία σκηνή του περίφημου έργου 1900.

Το Πολυτεχνείο δεν νίκησε.

Τελικά και στη χώρα μας κυριάρχησε το σημερινό κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που αντικειμενικά διέψευσε όλες τις αυθεντικές προθέσεις και τις φλογερές επιδιώξεις των αγωνιστών

Ναι αλλά το Πολυτεχνείο έσπειρε.

Άνοιξε την αυλαία μιας νέας εποχής.

Σε αυτή την κατ’ εξοχήν εργατική εποχή του διάχυτου φόβου και της αναγεννημένης ελπίδας, οι εργαζόμενοι, η σημερινή νέα «γενιά», διχάζονται βαθύτερα και οξύτερα ανάµεσα στον αδιέξοδο ατομισμό και στη συλλογική αναμέτρηση.

Σε αυτή την εποχή οι δυνάμεις της κοινωνικής χειραφέτησης μπορεί να βρουν προοπτική όχι στις διασωσμένες οπισθοφυλακές ενός ένδοξου παρελθόντος αλλά σε µια νέα προωθητική και ανώτερη στρατηγική ενότητα για τη συσσώρευση των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Οι σημερινοί σκληροί όροι της πάλης για επιβίωση και αξιοβίωτη ζωή, η εντεινόμενη χρεωκοπία της αγίας αγοράς και του νέου Κεϊνσιανισμού ωθεί όλες τις γενιές των εργαζομένων σε μια ταλάντευση ανάμεσα στον αιώνιο συμβιβασμό, την υποταγή και στο να αποτινάζουν την κούραση, τις φλυαρίες για το πανεθνικό δήθεν, πανσχολικό ή το οριστικά ηττημένο «Πολυτεχνείο». Τις ωθεί ξανά και ξανά όχι μόνο στα στημένα σήριαλ μιας πολιτικής χαμοζωής αλλά στο να σπάσουν τα όρια του «δεν γίνεται τίποτα» ή της κομματικής (ή προσωπικής) αυτοδικαίωσης προκειμένου να απαντήσουν συλλογικά, αγωνιστικά και υπερήφανα στα ερωτήματα του παρόντος και του μέλλοντος, να πάρουν θέση στις αναμετρήσεις που έρχονται.

Και όσο και αν φαίνεται παράξενο το Πολυτεχνείο και οι αγωνιστές του θα κριθούν τελικά από τη στάση και τις απαντήσεις που θα δώσουν στις προκλήσεις και στις προσκλήσεις αυτού του σκληρού παρόντος και του επιθυμητού μέλλοντος, του βυθισμένου ακόμα στην αινιγματική του αοριστία.