άρθρο κορονοϊός εργαστήριο Γουχάν ΗΠΑ Κίνα πυρηνικά Σαντάμ Ιράκ
Ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κόλιν Πάουελ, επιδεικνύει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δήθεν «αποδείξεις» για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ, στις 5 Φεβρουαρίου του 2003.

«Ιός του εργαστηρίου», από τους δημιουργούς των «πυρηνικών του Σαντάμ»

Του Ανδρέα Κοσιάρη

Στις 23 Μαΐου, η Wall Street Journal δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Πληροφορίες για Άρρωστο Προσωπικό στο Εργαστήριο της Γουχάν Πυροδοτούν Συζήτηση για την Προέλευση της Covid-19». Το άρθρο επικαλούνταν ανώνυμους «νυν και πρώην αξιωματούχους», σύμφωνα με τις πληροφορίες των οποίων ερευνητές του Ινστιτούτου Ιολογίας της Γουχάν στην Κίνα «νοσηλεύτηκαν τον Νοέμβριο του 2019, λίγο καιρό πριν το επιβεβαιωμένο ξέσπασμα» της Covid-19.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Αμερικανός υπουργός Υγείας Ξαβιέρ Μπεσέρα, μιλώντας σε Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών για την Παγκόσμια Υγεία, απαίτησε να διεξαχθεί «διαφανής» έρευνα για την προέλευση του ιού.

Μόλις μία ημέρα μετά, στις 26 Μαΐου, ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν ζήτησε από τις Υπηρεσίες Πληροφοριών των ΗΠΑ να διεξάγουν έρευνα για το εάν η Covid-19 προήλθε από εργαστηριακή διαρροή, και να του αναφέρουν τα αποτελέσματα εντός 90 ημερών.

Η «είδηση» πέρασε έπειτα από αυτές τις εξελίξεις στα μεγάλα αμερικανικά ΜΜΕ. Το CNN, το NBC και οι New York Times, μετέδωσαν πως οι αιτιάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης πυροδοτήθηκαν από τα «νέα στοιχεία» που επικαλέστηκε το άρθρο στη Wall Street Journal. Και ξαφνικά αποφάνθηκαν ότι η θεωρία εργαστηριακής προέλευσης του κορονοϊού SARS-CoV-2 είναι «αξιόπιστη».

Ολόκληρη η πορεία της «είδησης», από ένα άρθρο, στα χείλη αξιωματούχων, κι έπειτα δήθεν «επιβεβαιωμένη» σε πρωτοσέλιδα και δελτία ειδήσεων των συστημικών αμερικανικών ΜΜΕ, θυμίζει έντονα την πορεία μιας άλλης «είδησης», που αποτέλεσε τη δικαιολόγηση της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003 — της «είδησης» για τα «πυρηνικά όπλα του Σαντάμ Χουσεΐν». Και δεν είναι το μόνο στοιχείο που συνδέει τα δύο γεγονότα.

Διότι ο συγγραφέας του άρθρου της Wall Street Journal, o δημοσιογράφος Μάικλ Ρ. Γκόρντον, τυχαίνει να είναι και ο συγγραφέας του πρώτου δημοσιεύματος που έκανε λόγο για «πυρηνικά του Σαντάμ Χουσεΐν», δηλαδή του δημοσιεύματος που εισήγαγε στον δημόσιο λόγο ένα από τα μεγαλύτερα ψεύδη του 21ου αιώνα.

Εκείνο το δημοσίευμα, την 8η Σεπτεμβρίου του 2002 στους New York Times, με τίτλο «Οι ΗΠΑ λένε ότι ο Χουσεΐν εντείνει την αναζήτηση εξαρτημάτων για ατομική βόμβα», είχε την υπογραφή του Γκόρντον και της Τζούντιθ Μίλλερ, και ισχυριζόταν πως «τους τελευταίους 14 μήνες, το Ιράκ έχει αναζητήσει την αγορά χιλιάδων ειδικά σχεδιασμένων σωλήνων αλουμινίου, που Αμερικανοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή φυγοκεντρωτών για τον εμπλουτισμό ουρανίου».

Ο ισχυρισμός αυτός ήταν ψευδής, και προωθήθηκε στους Times από το γραφείο του τότε αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Ντικ Τσένεϊ. Όμως το δημοσίευμα χρησιμοποιήθηκε εκτενώς για να «διαφημιστεί» η αναγκαιότητα της επικείμενης εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ. Οι New York Times αργότερα παραδέχτηκαν ότι «έπεσαν θύμα παραπληροφόρησης».

Αν και η Μίλλερ αργότερα αποπέμφθηκε από τους Times, λόγω των ανακριβών της ρεπορτάζ για το Ιράκ και του ρόλου της στην «υπόθεση Πλέιμ» — όπου η ταυτότητα μίας πράκτορα της CIA αποκαλύφθηκε με παρέμβαση υπαλλήλων του Ντικ Τσένεϊ, ως αντίποινα για άρθρο που είχε γράψει ο διπλωμάτης σύζυγός της και το οποίο αμφισβητούσε τη θεωρία των «πυρηνικών του Ιράκ» — ο Γκόρντον συνέχισε να είναι ένα από τα κύρια «όργανα μεταφοράς πληροφοριών» από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες στη δημόσια σφαίρα.

Το 2014, για παράδειγμα, συνυπέγραψε άρθρο σύμφωνα με το οποίο φωτογραφίες με μασκοφόρους άνδρες από την ανατολική Ουκρανία έδειχναν «εν ενεργεία στρατιώτες της Ρωσίας». Ξανά, οι Times αναγκάστηκαν λίγες μέρες μετά να αποσύρουν τους ισχυρισμούς.

Για να έρθουμε και πάλι στο σήμερα, και το άρθρο του Γκόρντον στη Wall Street Journal. Ο Γκόρντον επαναλαμβάνει τη γνωστή τακτική του. Χωρίς να αναφέρει ουσιαστικά κανένα καινούριο στοιχείο, δημοσιεύει άκριτα «πληροφορίες» που αναμφίβολα προέρχονται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Αν και κρατά μια μικρή δόση «αποστάσεων», δίνει ξανά ζωή σε μία θεωρία συνωμοσίας που ξεκίνησε από εξίσου αδιαφανή δημοσιεύματα περισσότερο από έναν χρόνο πριν, και της προφέρει μία «μάσκα αξιοπιστίας» για να χρησιμοποιηθεί ως «όπλο» στα γεωπολιτικά παιχνίδια ευθύνης των ΗΠΑ με την Κίνα.