Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό UNFOLLOW πριν από τη διενέργεια των εκλογών, που παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση σαν αιτία για τη μη ψήφιση του νόμου για τις συχνότητες.

«Αποκλεισμένη η κυβέρνηση από τα μέσα ενημέρωσης». «Ο Τσίπρας κηρύσσει τον ανένδοτο σε νταβατζήδες και ολιγάρχες». «Επιχείρηση κατά της διαπλοκής των καναλαρχών ξεκίνησε ο πρωθυπουργός». Διαβάζοντας κανείς τους φιλοκυβερνητικούς τίτλους των τελευταίων εβδομάδων θα πίστευε ότι ο Α. Τσίπρας, ως άλλος Ούγκο Τσάβες του 2002, μάχεται για την επιβίωσή του απέναντι στα μέσα ενημέρωσης που προσπαθούν να τον ανατρέψουν σε συνεργασία με τον ΣΕΒ και ξένες κυβερνήσεις. Τι θα γινόταν όμως αν αντιστρέφαμε αυτή την εικόνα υποστηρίζοντας (έστω και χάριν διανοητικής γυμναστικής) ότι από το τέλος της δικτατορίας δεν έχει υπάρξει πρωθυπουργός που να απολαμβάνει μεγαλύτερη στήριξη από τα μέσα ενημέρωσης;

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης εκδότες και καναλάρχες λάμβαναν σαφή θέση υπέρ η κατά των δυο κομμάτων εξουσίας ανάλογα με τα συμφέροντα των τμημάτων της οικονομικής ελίτ που εκπροσωπούσαν. Στα χρόνια των δυο πρώτων μνημονίων, όταν η ελληνική αστική τάξη συντάχθηκε σύσσωμη με τα συμφέροντα των δανειστών, τα μέσα ενημέρωσης διαχωρίζοντας πλέον στα μνημονιακά και τα (ελάχιστα) αντιμνημονιακά. Στην περίπτωση της μνημονιακής κυβέρνησης Τσίπρα, όμως, και αυτός ακόμη ο διαχωρισμός φαντάζει παρωχημένος. Αυτή τη φορά δεν είναι μόνο το σύνολο των καθεστωτικών ΜΜΕ που στηρίζει την πολιτική λιτότητας του πρωθυπουργού αλλά και ένα τμήμα των πάλαι ποτέ αντιμνημονιακών φωνών που αντιμετωπίζουν το τρίτο μνημόνιο σαν αναγκαστικό συμβιβασμό ή (ακόμη χειρότερα) σαν ανασύνταξη πριν από την τελική μάχη. Για να το πούμε πιο απλά, ποιος άλλος πρωθυπουργός στη σύγχρονη Ελλάδα είχε στο πλευρό του και την Καθημερινή και την Αυγή;

Η επίθεση των βαρόνων της ενημέρωσης είναι βέβαια υπαρκτή και λυσσαλέα αλλά δεν στρέφεται γενικά και αόριστα εναντίον της κυβέρνησης. Στο στόχαστρό της βρίσκονται εσωκομματικοί αντίπαλοι του πρωθυπουργού, που αντιδρούν με το τρίτο μνημόνιο. Οι επικοινωνιολόγοι του μέλλοντος θα γελάνε για χρόνια βλέποντας τις αεροφωτογραφίες του νομισματοκοπείου, με τις οποίες ο ΑΝΤ1 προσπαθούσε να εξηγήσει από πού θα εισβάλλουν τα «κομάντα» της Αριστερής Πλατφόρμας (οι θιασώτες του «σταλινικού ολοκληρωτισμού», όπως έγραφε το «σούπερ» της Χούκλη). Εξίσου χυδαία ήταν και η επίθεση εναντίον του Γ.Βαρουφάκη (του «αδίστακτου συνωμότη της δραχμής», σύμφωνα πάντα με τον ΑΝΤ1) όταν ήρθε σε σύγκρουση με το Μαξίμου. Φυσικά την πρώτη θέση στις επιθέσεις των ολιγαρχών κράτησε και τον περασμένο μήνα η πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, καθώς τα κανάλια την χτυπούσαν αλύπητα κάθε φορά που αντιδρούσε στην επιβολή του σκληρότερου μνημονίου που έχει γνωρίσει χώρα του δυτικού κόσμου εν καιρώ ειρήνης.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η γενική άποψη που καλλιεργεί η ηγετική ομάδα του κόμματος πως η φωνή της κόβεται από τις σελίδες του αστικού Τύπου και από τα νυχτερινά δελτία ειδήσεων απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα. Όσοι υπερψήφισαν τους πρώτους εφαρμοστικούς νόμους του μνημονίου διατήρησαν το «στασίδι» τους στα κανάλια σε αντίθεση με όσους τίμησαν το «Όχι» του ελληνικού λαού. Οι τελευταίοι, είτε είδαν την πόρτα της εξόδου από τα στούντιο, είτε πετάγονταν κατά διαστήματα βορά σε πάνελ που θύμιζαν ρωμαϊκές αρένες. Για άλλη μια φορά ο πρωθυπουργός απολάμβανε δωρεάν και ανέξοδα την καρατόμηση των πολιτικών του αντιπάλων από τα ίδια μέσα της διαπλοκής που ο ίδιος υποσχόταν να καθυποτάξει πριν από τις εκλογές.

Το γεγονός βέβαια ότι τα ΜΜΕ χτυπούν τους εχθρούς του Τσίπρα, θα υποστηρίξει κάποιος, δεν τα κάνει αναγκαστικά φίλους του, ούτε αποκαλύπτει κάποιου είδους κοινής ατζέντας του Μαξίμου με τους ολιγάρχες. Δεκτό. Τι γίνεται όμως όταν τα επιχειρήματα καναλαρχών και εκδοτών ταυτίζονται (ακόμη και σε επίπεδο εκφράσεων), με τη ρητορική κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ; «Η Κωνσταντοπούλου συμπλέει για πολλοστή φορά με τη Χρυσή Αυγή» έλεγε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Ν. Φίλης αναπαράγοντας τις αργυρώνητες πένες των ελληνικών ΜΜΕ.

Η συγκαλυμμένη αλλά πλήρης πλέον ταύτιση απόψεων του μεγάρου Μαξίμου με τους ολιγάρχες, για την ανάγκη επιβολής του μνημονίου, δεν προκύπτει φυσικά από κάποια συνομωσία. «Μακάρι», θα έλεγε κανείς, οι υπεύθυνοι επικοινωνίας του Τσίπρα να κάθονταν σε ένα τραπέζι με τους εκδότες και να έβγαζαν από κοινού την γραμμή που θα προωθούσαν στην κοινωνία (αν και οι πρόσφατες επαφές του Ν.Παπά με τον Ψυχάρη, που αποκάλυψαν οι Τυπολογίες, δημιούργησαν και ορισμένα τέτοια σενάρια). Τότε θα μιλούσαμε αν μη τι άλλο για δυο ισχυρούς πόλους εξουσίας. Στην πραγματικότητα το πρωθυπουργικό περιβάλλον φαίνεται απλώς να χορεύει στο ρυθμό που κρατά η ελληνική οικονομική ελίτ και την οποία αναπαράγουν σε εύπεπτες μερίδες τα μέσα ενημέρωσης.

Θεωρητικά βέβαια κάθε σκιά υποταγής ή διαπλοκής της κυβέρνησης με τους ολιγάρχες θα έσβηνε μόλις παρουσιαζόταν το σχέδιο νόμου της κυβέρνησης για τις άδειες των τηλεοπτικών σταθμών. Η «μάχη των μαχών» με τους βαρόνους της ενημέρωσης και κατ’ επέκταση με ορισμένες από τις οικογένειες που ελέγχουν την οικονομία της χώρας από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι σήμερα, θα έδειχνε τις πραγματικές διαθέσεις της πρώτης αριστερής κυβέρνησης.
Και ύστερα… κατατέθηκε.

Η πρώτη αντίδραση όσων παρακολουθούσαν τις τελευταίες δεκαετίες τις εξελίξεις στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο της χώρας ήταν ένα déjà vu. Tο νομοσχέδιο είχε μια πικρή γεύση από ιδέες και προτάσεις που είχαν πέσει στο τραπέζι από την εποχή Ρουσόπουλου και σίγουρα δεν ανταποκρινόταν στις προεκλογικές εξαγγελίες μιας αριστερής κυβέρνησης. Στη Βενεζουέλα, όταν ο Ούγκο Τσάβες επιβίωσε από το αντίστοιχο μιντιακό πραξικόπημα του 2002 ξεκίνησε πολιτικό αντάρτικο με τους καναλάρχες, αρκετοί από τους οποίους έχασαν τις (απλήρωτες και εκεί) άδειές τους. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα οι άδειες παραχωρήθηκαν σε τοπικές κοινότητες που μπορούσαν να παράγουν πλέον το δικό τους πρόγραμμα.

Στην Ελλάδα, οι εξελίξεις επέτρεπαν εξίσου ριζοσπαστική πολιτική δεδομένου ότι τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης έβγαιναν ταπεινωμένα από το δημοψήφισμα αποδεικνύοντας ότι έχουν χάσει την αξία χρήσης τους ως διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Οι δεκάδες χιλιάδες συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα που φώναζαν «αλήτες ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» έδιναν στην κυβέρνηση το δικαίωμα να αλλάξει ριζικά το τοπίο των ΜΜΕ. Προσφέροντάς της μια λευκή επιταγή. Αντί για αυτό, το Μαξίμου προτίμησε να την οπισθογραφήσει και να την χαρίσει στους καναλάρχες.

Σταχυολογόντας τα προβλήματα του νομοσχεδίου διαπιστώνει κανείς ότι δεν δίνει λύση σε ένα από τα βασικότερα προβλήματα διαφθοράς που είναι οι συναλλαγές με το δημόσιο. Παράλληλα θέτοντας διαφορετικό κόστος αδειοδότησης για ενημερωτικούς και ψυχαγωγικούς σταθμούς σπρώχνει τους καναλάρχες σε φθηνό ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Το υψηλό κόστος αλλά και η ανάγκη μετατροπής όλων των ιδιωτικών σταθμών σε Ανώνυμες Εταιρείες κλείνει την πόρτα σε κάθε συναιτεριστική προσπάθεια που θα μπορούσε με την ποιότητά της να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία των μεγάλων ΜΜΕ. Αντί να δίνεται το δικαίωμα σε πανεπιστήμια και μικρές ομάδες δημιουργών να παράξουν πολιτισμό και ενημέρωση όλοι καλούνται να μετατραπούν σε μια ακόμη εταιρεία που θα πρέπει να ανταγωνιστεί τα μεγαθήρια των εκδοτικών συμφερόντων. Το νομοσχέδιο δηλαδή διατηρεί το τηλεοπτικό τοπίο σαν ένα παιχνίδι λίγων και ισχυρών.

Κλειδοκράτορας της συμφωνίας θα είναι ο εκάστοτε υπουργός Επικρατείας, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Νίκος Παππάς ο οποίος σαν απόλυτος τσάρος της ενημέρωσης θα ορίσει τον τελικό αριθμό των αδειών και το ποσό έναρξης της δημοπρασίας. Το ΕΣΡ, οι δομές του οποίου έχουν ούτως η άλλως κριθεί ανεπαρκείς από αρκετούς πανεπιστημιακούς θα έχει μόνο συμβουλευτικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Στην παρούσα φάση όμως προκύπτει και ένα ακόμη πρόβλημα δεδομένου ότι το Ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο υπολειτουργεί, στα όρια της νομιμότητας, με τέσσερα από τα επτά μέλη δεν μπορεί να εγκρίνει τις αδειοδοτήσεις. Αυτό μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στο τραγελαφικό σημείο να δοθούν για άλλη μια φορά… προσωρινές άδειες ακυρώνοντας στην πράξη το νέο νόμο.
Η μόνη σημαντική πρόνοια που περιλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου, το οποίο έρχεται για ψήφιση στις 24 Αυγούστου, είναι η κεφαλαιακή επάρκεια που απαιτείται από όσους σταθμούς επιθυμούν να αποκτήσουν μια άδεια. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι για όσο διάστημα ισχύει η άδεια τα ίδια κεφάλαια που έχει στη διάθεσή του κάθε σταθμός δεν θα πρέπει να υπολείπονται του ελάχιστου καταβεβλημένου κεφαλαίου – σε διαφορετική περίπτωση η άδεια θα ανακαλείται. Παράλληλα ζητείται ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα αλλά και τραπεζική βεβαίωση ότι τυχόν δάνεια του καναλιού εξυπηρετούνται κανονικά. Οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν ορισμένα προβλήματα σε υπερχρεωμένους σταθμούς που μέχρι στιγμής επιβίωναν χάρη στα προκλητικά, για τα δεδομένα της αγοράς δάνεια μεγάλων τραπεζών.

Οι δυσκολίες αυτές δεν πρόκειται βέβαια να φέρουν δραματικές αλλαγές στη λειτουργία των σταθμών αλλά μόνο μια εσωτερική αναδιανομή της πίτας και κυρίως μια τάση μετατόπισης των εδρών των εταιρειών προς το εξωτερικό. Να σημειωθεί ότι ανάμεσα στους σταθμούς που φαίνεται να αντιμετωπίζουν τα μικρότερα προβλήματα από τις νέες ρυθμίσεις είναι ο ΣΚΑΙ του Γιάννη Αλαφούζου ο οποίος έχει άμεση πλέον διασύνδεση με τα γερμανικά κεφάλαια που ελέγχουν τον ΟΤΕ TV. Υπενθυμίζεται ότι το συγκεκριμένο κανάλι γερμανικών ουσιαστικά συμφερόντων κατάφερε να λειτουργήσει στην Ελλάδα μόνο χάρη στην τεχνογνωσία και τον εξοπλισμό που του προσέφερε ο όμιλος Αλαφούζου ενώ ακόμη διαθέτει 20 σταθμούς εργασίας (μοντάζ) στο κτίριο του Φαλήρου όπου απασχολούνται τουλάχιστον δέκα δικοί του τεχνικοί.

Στη μάχη απέναντι στους ολιγάρχες η κυβέρνηση Τσίπρα προτίμησε όπως φαίνεται να μην πειράξει τους κανόνες του παιχνιδιού αλλά να αναδιανείμει ελαφρώς την πίτα ελπίζοντας οι νέες ισορροπίες που θα της επιτρέψουν να διατηρηθεί στην εξουσία.

Άρης Χατζηστεφάνου
UNFOLLOW Αύγουστος 2015

CLOSE
CLOSE