Είναι δύσκολο να αποφασίσει κανείς τι είναι πιο αστείο και πιο δυσώδες στην προσπάθεια διαγραφής για τη Siemens: Το ότι γίνεται κατακαλόκαιρο, με την ελπίδα του ΣΥΡΙΖΑ να την περάσει με μικρότερο πολιτικό κόστος ή ότι ανακοινώθηκε ακριβώς ένα χρόνο από την ταπεινωτική παράδοση της χώρας στους δανειστές με τις συνομιλίες της 12ης Ιουλίου του 2015;

Η συζήτηση περί της καθυστέρησης στην μετάφραση της δικογραφίας δεν είναι πλέον αστεία αλλά εξοργιστική. Αν η κυβέρνηση ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση θα το είχε φροντίσει ή θα έπρεπε να καταγγείλει συγκεκριμένους δικαστικούς για ό,τι συνέβη.

Κυρίως όμως η συγκεκριμένη συζήτηση δεν απαντά στα παρακάτω ερωτήματα που συνόψισε ο Ημεροδρόμος:

  • Ο… οργισμένος Τσίπρας στα δυο χρόνια που πάει για πρωθυπουργός, πότε σταμάτησε τις δοσοληψίες του κράτους με τη Ζήμενς;
  • Πότε αναίρεσε την ιταμή απόφαση των προηγούμενων για εξωδικαστικό συμβιβασμό με την πολυεθνική, που παρά την διακομματική απόφαση της Βουλής ότι προκάλεσε βλάβη τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, εκείνοι συμφώνησαν μαζί της να καταβάλει ένα αντίδωρο μερικών ψωροεκατομμυρίων (που ποτέ δεν τα κατέβαλε κι αυτά) κι όλα ωραία και καλά;
  • Η οργή του Τσίπρα συμπεριλαμβάνει και όσους επί των ημερών του κατέβασαν από την σελίδα της Βουλής το πόρισμα για τα σκάνδαλα της Ζήμενς;

    Αλήθεια, το νέο δικαστικό φιάσκο, η επαπειλούμενη παραγραφή των αδικημάτων και η ατιμωρησία που είναι προ των πυλών, για το οποίο «οι υπεύθυνοι θα λογοδοτήσουν» – λέει ο Τσίπρας – τι έκανε η κυβέρνηση για να αποτραπεί;

    Της είναι άγνωστο της κυβέρνησης ότι ήδη από τον Μάρτη, υπάρχει εισαγγελική πρόταση για απαλλαγή ακόμα και του Χριστοφοράκου (!) όχι μόνο για το αδίκημα της απάτης αλλά και της δωροδοκίας μιας και – όπως αναφέρεται στην πρόταση του εισαγγελέα – για την υπόθεση SAIC/C4i (Ολυμπιακοί Αγώνες) ο καλός αυτός άνθρωπος δεν δωροδόκησε κρατικούς αξιωματούχους, απλώς έδινε «διψήφιο ποσό εκατομμυρίων» ως «δωρεά» (!) στους ταμίες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ; (Άννα Κανδύλη, Realnews, 6/3/2016).

Σε κάθε περίπτωση το τοπίο ξεκαθαρίζει πλέον στο εσωτερικό της χώρας σε ότι αφορά τον υποτιθέμενο πόλεμο στη διαφθορά. Η κυβέρνηση «σπρώχνει» εκείνες τις αλλαγές στο επιχειρηματικό τοπίο, που θα τις επιτρέψουν να εδραιώσει την εξουσία της στο εσωτερικό ενώ παράλληλα επιταχύνει την ολοκληρωτική μετατροπή της Ελλάδας σε αποικία, ακολουθώντας βήμα προς βήμα τις εντολές που λαμβάνει από το Βερολίνο.

Η πίτα δηλαδή ξαναμοιράζεται προς όφελος των ισχυρότερων τμημάτων της αστικής τάξης (τα οποία αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο της οικονομίας) αλλά πάντα με γνώμονα την προάσπιση των γερμανικών συμφερόντων.

Καθώς βέβαια η άνιση αυτή ενίσχυση του γερμανικού παράγοντα είχε αρχίσει να προκαλεί δυσφορία στην Ουάσινγκτον αλλά και σε ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας, ο Τσίπρας πήρε τον αραμπά του και άρχισε να διαλαλεί την πραμάτεια του στον Ομπάμα και στο Πεκίνο. Παρεμπιπτόντως είναι εντυπωσιακό ότι η κίνηση αυτή χαρακτηρίστηκε από την Αυγή σαν αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της Ελλάδας – κάτι σαν να υποστηρίζεις ότι οι πλανόδιοι πωλητές τάπερ ασκούν διπλωματία υψηλού επιπέδου.

Ο Τσίπρας και μαζί του το σύνολο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ (μέχρι και τον τελευταίο μετακλητό υπάλληλο) αναδεικνύονται πλέον στην πιο εξωνημένη ομάδα που κυβέρνησε αυτό τον τόπο από το τέλος της δικτατορίας. Γιατί προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ευρωπαϊκές ελίτ και την εμμονή τους στο ευρώ και την ΕΕ δεν πρόδωσαν απλώς την αρχική λαϊκή εντολή (που ζητούσε διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους) αλλά αποτέλεσαν και την πρώτη κυβέρνηση που αμφισβήτησε το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος.

Το διήμερο 12 – 13 Ιουλίου θα μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής αριστεράς. Και αυτές οι μνήμες δεν σβήνουν ποτέ – μέχρι να πάρουν εκδίκηση.

Άρης Χατζηστεφάνου

CLOSE
CLOSE