Εμμανουέλα Ρομαν, Θίοντορ Μπερντ, Τάλια Ράντκλιφ

Πηγή: Ενθέματα Αυγής

Το ζήτημα του ορισμού μιας χώρας ως «ασφαλούς τρίτης» είναι κομβικό για το προσφυγικό και τα δικαιώματα. Σήμερα, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, που ορίζει η συμφωνία μεταξύ Ε.Ε.-Τουρκίας, η οποία έχει βασική επιδίωξη τον περιορισμό με κάθε τρόπο των προσφυγικών ροών από την Τουρκία, το αν η Τουρκία είναι «ασφαλής τρίτη χώρα» συνιστά κλειδί για την εφαρμογή της. Το είπε, πολύ καθαρά και κυνικά, την Τρίτη, η εκπρόσωπος Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Νατάσα Μπερτό: «Η Τουρκία πρέπει να αναγνωρίσει την Τουρκία σαν “ασφαλή τρίτη χώρα”, έτσι ώστε να μπορούν να κηρυχθούν απαράδεκτα τα αιτήματα ασύλου στην Ελλάδα και επομένως οι αιτούντες να επιστρέφονται στην Τουρκία». Το ζήτημα έχει μεγάλη σημασία, και το ότι ο νόμος για το άσυλο που ψηφίστηκε την Παρασκευή δεν αναγνωρίζει η Τουρκία ως «ασφαλής τρίτη χώρα» δεν προσφέρεται για κανέναν εφησυχασμό, διότι, πολύ απλά, ο νόμος, από τη φύση του, δεν θα καθόριζε ποιες χώρες είναι ασφαλείς και ποιες όχι. Παραθέτουμε αποσπάσματα από μια πολυσέλιδη ανάλυση των νομικών Emanuela Roman Theodore Baird, Talia Radcliffe (ερευνήτριες και οι τρεις στο Vrije Universiteit Amsterdam), που με σαφή νομική γλώσσα και τεκμηρίωση αναλύουν το ζήτημα. Η ανάλυση δημοσιεύθηκε, στις 10.2.2016 (στο μπλογκ των Ενθεμάτων δημοσιεύεται μαζί με τις σχετικές παραπομπές).

Στρ. Μπουρνάζος
Σε γενικές γραμμές, σήμερα «τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου στην Τουρκία βρίσκονται στο χειρότερο επίπεδο που έχω δει στα δώδεκα χρόνια που δουλεύω για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία», διαπιστώνει η Emma Sinclair-Webb, ερευνήτρια του Human Right Watch για την Τουρκία. Από την έναρξη των «επιχειρήσεων ασφαλείας» το καλοκαίρι του 2015, το Κουρδιστάν έχει υποστεί έντονη κρατική βία σε αστικές περιοχές, με θανάτους αμάχων, που οδηγούν σε νέες μετακινήσεις πληθυσμών στην περιοχή. Πανεπιστημιακοί που υπέγραψαν μια έκκληση για ειρήνη, μπήκαν στο στόχαστρο της κυβέρνησης, κατηγορούμενοι για «προπαγάνδιση της τρομοκρατίας» και «προσβολή της Τουρκικής Δημοκρατίας».

Η Τουρκία φιλοξενεί περίπου 2 εκατομμύρια εκτοπισμένους Σύρους, και εφαρμόζει ένα προσωρινό καθεστώς προστασίας που περιορίζει τα δικαιώματά τους, συνεργαζόμενη με την Ε.Ε. για την αποφυγή της δευτερογενούς μετακίνησης των Σύρων προς την Ευρώπη, με την ανάπτυξη των πλοίων του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο. Τον Φεβρουάριο του 2016, η επίθεση της συριακής κυβέρνησης στο Χαλέπι –που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Ρωσίας– οδήγησε δεκάδες χιλιάδες να εγκαταλείψουν την περιοχή και να κινηθούν προς την Τουρκία. Ωστόσο, η Τουρκία διατήρησε κλειστά τα σύνορα για τους περισσότερους, επιτρέποντας μόνο σε σοβαρά τραυματίες να αναζητήσουν παροχή βοήθειας σε στρατόπεδα κατά μήκος των συνόρων με τη Συρία.

Η Τουρκία αρχίσει πρόσφατα να επιτρέπει την είσοδο «με ελεγχόμενο τρόπο» σε περίπου 10.000 από τους 50.000 που περιμένουν στα σύνορά της, μετά το κάλεσμα του ΟΗΕ να ανοίξει τα σύνορα. Η περαιτέρω μετακίνηση με τον διάπλου του Αιγαίου οδήγησε σε τουλάχιστον 806 πνιγμούς το 2015 και 320 τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2016. Επίσης, στη χώρα εφαρμόζεται μια έντονη καταστολή των μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων –μεταξύ άλλων– συχνών επιδρομών στην έδρα εφημερίδων της αντιπολίτευσης, απολύσεων δημοσιογράφων της αντιπολίτευσης από ειδησεογραφικά πρακτορεία, καθώς και η φυλάκιση και απέλαση διεθνών δημοσιογράφων. Όπως επισημαίνει η Sinclair-Webb, αυτή η καταστολή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική εν μέσω της κλιμακούμενης βίας, λαμβάνοντας υπόψη την απόλυτη ανάγκη του πληθυσμού και των παρατηρητών να πληροφορούνται σχετικά την καταπάτηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Κίνδυνος δίωξης (για τους Τούρκους υπηκόους)

Η Τουρκία έχει μια πολυτάραχη ιστορία πολιτικών συγκρούσεων που περιλαμβάνουν την καταστολή και τις διώξεις μειονοτήτων και αντιφρονούντων, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Πολλές περιπτώσεις διώξεων έχουν τεκμηριωθεί πλήρως σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Θρησκευτικές μειονότητες συχνά υφίστανται διακρίσεις ή επιθέσεις σε άτομα και χώρους λατρείας, και το κράτος δεν έχει μπορέσει να διασφαλίσει τη θρησκευτική ελευθερία των θρησκευτικών μειονοτήτων. Η Τουρκία έχει δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της βίας κατά των μελών της ΛΟΑΤ κοινότητας. Πανεπιστημιακοί που έχουν υπογράψει μια έκκληση ενάντια στην κρατική βία στο Κουρδιστάν, υπέστησαν ανακρίσεις, συλλήψεις και διώξεις.

Η σημερινή τεταμένη κατάσταση στις νοτιοανατολικές περιοχές και ο αυξανόμενος αυταρχισμός της κυβέρνησης οδηγούν σε αυξημένες πολιτικές και εθνοτικές εντάσεις, ιδίως εναντίον των Κούρδων και αριστερών ακτιβιστών. Αυτές οι εντάσεις μπορεί να οδηγήσουν στην ανάγκη να ζητήσουν πολιτικό άσυλο εκτός Τουρκίας· και οι υποθέσεις των Τούρκων αιτούντων άσυλο πρέπει να εξετάζονται εις βάθος, χωρίς τις συντομεύσεις που θα επιβληθούν αν η Τουρκία θεωρηθεί ασφαλής χώρα καταγωγής. Από τον Δεκέμβριο του 2014 υπάρχουν 63.975 πρόσφυγες και 11.202 αιτούντες άσυλο που προέρχονται από την Τουρκία και διαμένουν σε όλο τον πλανήτη. Η πλειοψηφία τους κατοικούν στη Γερμανία, αντιπροσωπεύοντας έναν αριθμό μειωμένο σε σχέση με αυτόν της βίαιης δεκαετίας του 1990, αλλά που εξακολουθεί να σηματοδοτεί το ότι η Τουρκία παραμένει, και είναι πιθανό αυτό να συνεχιστεί, μια χώρα που παράγει πρόσφυγες.

Κίνδυνος σοβαρής βλάβης

Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) πολεμά συστηματικά και καταστέλλει την πολιτική κριτική, την αντιπολίτευση και τη δημόσια διαμαρτυρία, ενθαρρύνοντας ένα κλίμα αστυνομικής και δικαστικής ατιμωρησίας. Εξωδικαστικές εκτελέσεις, βασανιστήρια και εξαφανίσεις, από τις δυνάμεις ασφαλείας, πολιτικών αντιπάλων ή διαφωνούντων, αποτελούν κοινό τόπο και, παρότι μειώνονται σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους, παραμένουν λόγοι σημαντικής ανησυχίας, ιδιαίτερα στις νοτιοανατολικές περιοχές. Οι δράστες αυτών των ενεργειών σπάνια λογοδοτούν έναντι του νόμου.

Η πρόσφατη δολοφονία του δικηγόρου Ταχίρ Ελτσί, εξέχοντος υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που είχε ταχθεί εναντίον των κυβερνητικών διώξεων, υπογραμμίζει ότι η Τουρκία παραμένει μη ασφαλής για τις φωνές υπεράσπισης των δικαιωμάτων των ατόμων που υπόκεινται βία από τις δυνάμεις ασφαλείας. Οι διώξεις πολιτικών αντιπάλων έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του ΑΚΡ, με τις συλλήψεις αντιφρονούντων και δημοσιογράφων να αυξάνονται.

Οι μετανάστες, ιδιαίτερα οι αιτούντες άσυλο και οι παράτυποι μετανάστες, αντιμετωπίζουν μια σειρά εμπόδια που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Για τους λόγους αυτούς, υποστηρίζουμε ότι η Τουρκία δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως ασφαλής τρίτη χώρα. Παραθέτουμε τρεις βασικούς λόγους:

α) Πρώτον, οι αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα όσον αφορά το νομική τους καθεστώς: η Τουρκία δεν χορηγεί πλήρες νομικό καθεστώς προστασίας στους πρόσφυγες που έρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης ή υπάγονται σε ειδικό καθεστώς προσωρινής προστασίας (κυρίως Σύρους). Η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες (υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, κοινωνική βοήθεια) ή την απασχόληση περιορίζεται, και ενώ τέτοιοι περιορισμοί δεν συνιστούν καθαυτοί σοβαρή βλάβη, μπορούν να επιδεινώσουν την ευπάθεια και να συμβάλουν στο εχθρικό κλίμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα. Ενώ η Τουρκία χορήγησε στους Σύρους το δικαίωμα εργασίας στα μέσα του Ιανουαρίου του ’16, πολύ λίγοι έχουν λάβει στην πραγματικότητα άδειες εργασίας, ενώ οι περισσότεροι από όσους βρίσκουν δουλειά απασχολούνται στην άτυπη οικονομία. Επιπλέον, ένα περιβάλλον ξενοφοβίας έναντι των Σύρων προσφύγων μπορεί να επιδεινώσει τη βία, καθώς η σύγχυση σχετικά με τη θέση των Σύρων στη χώρα συνέβαλε σε διαδηλώσεις και επιθέσεις.

β) Δεύτερον, η Τουρκία έχει ιστορικό στη βάναυση αντιμετώπιση των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων που τελούν υπό κράτηση. Καταγεγραμμένοι αιτούντες άσυλο μπορεί να βρεθούν υπό κράτηση για μη συμμόρφωση με τις παράλληλες διαδικασίες που ισχύουν για τους μη Ευρωπαίους αιτούντες άσυλο, επειδή έφυγαν από τις προσδιορισμένες «πόλεις-δορυφόρους» χωρίς άδεια, ή επιχείρησαν να εισέλθουν στην Ελλάδα παράνομα. Οι μετανάστες, επίσης, συχνά βρίσκονται υπό κράτηση για παράνομη είσοδο ή έξοδο και συνήθως στερούνται την πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου. Επιπλέον, οι συνθήκες κράτησης στην Τουρκία οδηγούν, σε τακτική βάση, σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

γ) Τρίτον, σε σχέση με τη σοβαρή βλάβη λόγω άνευ διακρίσεως βίας σε κατάσταση σύγκρουσης, η σύγκρουση μεταξύ του κράτους και των Κούρδων ανταρτών μπορεί να αποτελέσει απειλή για τη ζωή των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων στην περιοχή. Η σύγκρουση εξαπλώνεται στα νοτιοανατολικά της χώρας μετά την πρόσφατη κατάρρευση της ειρηνευτικής διαδικασίας και περιλαμβάνει εκτεταμένες οδομαχίες μεταξύ Κούρδων ανταρτών και κυβερνητικών δυνάμεων. Ένα τέτοιο τεταμένο περιβάλλον εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο που ζουν σ’ αυτές ή κοντινές περιοχές.

Το ζήτημα των επαναπροωθήσεων

Η Τουρκία έχει ιστορικό επαναπροώθησης των μη Ευρωπαίων αιτούντων άσυλο. Στη δεκαετία του 1990, οι αιτούντες άσυλο οι οποίοι εισέρχονταν στη χώρα κρυφά και δεν συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις για καταγραφή εντός πέντε ημερών, κινδύνευαν με άμεση επιστροφή, χωρίς εξέταση του αιτήματος ασύλου που επέβαλλαν.

Οι αναφορές από όλη τη δεκαετία του 2000, που έδειξαν ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία συμμετείχαν συστηματικά σε επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο και στα χερσαία σύνορα Τουρκίας-Ελλάδας, εγείρουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την αστυνομική συνεργασία μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας στον τομέα της μετανάστευσης και της διαχείρισης των συνόρων, καθώς τέτοιες πρακτικές οδηγούν σε παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακόμα και σε θανάτους. Πρόσφατες εκθέσεις του 2015 από τα νότια σύνορα με τη Συρία δείχνουν ότι η Τουρκία επαναπροωθεί Σύρους, που προσπαθούν να διασχίσουν τα σύνορα, με καταγγελίες για χρήση σωματικής βίας, άμεση κράτηση, καθώς και συνοπτική απέλαση.

Το πρόσφατο Κοινό Σχέδιο Δράσης μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας απαιτεί από την Τουρκία να δεχτεί ξανά στην επικράτειά της τα άτομα που δεν θεωρούνται ότι έχουν ανάγκη διεθνούς προστασίας, κάτι που δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες ότι μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επαναπροώθησης.

Πρόσβαση στο άσυλο και περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (για τους υπηκόους τρίτων χωρών)

Η Τουρκία επικύρωσε τη Σύμβαση για τους Πρόσφυγες και το Πρωτόκολλο του 1967, αλλά διατηρεί έναν γεωγραφικό περιορισμό για τους μη Ευρωπαίους αιτούντες άσυλο: αναγνωρίζει έτσι μόνο τους πρόσφυγες που προέρχονται από την Ευρώπη (δηλαδή χώρες που είναι μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης). Η Διεθνής Αμνηστία επέκρινε τον περιορισμό αυτό, υποστηρίζοντας ότι αναγκάζει «τους περισσότερους αιτούντες άσυλο να ζουν μες στην ένδεια ή/και να εργάζονται παράνομα υπό καθεστώς εκμετάλλευσης». Ο γεωγραφικός περιορισμός θέτει έτσι το πρώτο εμπόδιο για την πρόσβαση σε άσυλο στη χώρα.

Σύροι πρόσφυγες στην Άγκυρα, Δεκέμβριος 2014. Φωτογραφίες του Jonny Hogg, από το flickr

Σύροι πρόσφυγες στην Άγκυρα, Δεκέμβριος 2014. Φωτογραφίες του Jonny Hogg, από το flickr

Οι Σύριοι που έφτασαν μαζικά έλαβαν αρχικά καθεστώς «επισκέπτη» και στη συνέχεια μπήκαν σε καθεστώς προσωρινής προστασίας, το οποίο επισημοποιήθηκε από τον Κανονισμό για την Προσωρινή Προστασία, τον Οκτώβριο του 2014. Η Ύπατη Αρμοστεία δεν συμμετέχει στη διαδικασία καταχώρισης για την προσωρινή προστασία των Σύρων, καθώς η διαχείριση ανήκει αποκλειστικά στη νέα Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης των Μεταναστευτικών Ροών (DGMM). Τα άτομα (μη Σύροι), που αιτούνται ατομικά άσυλο καταχωρούνται σε μια παράλληλη διαδικασία σύμφωνα με το νέο Νόμο περί Αλλοδαπών και Διεθνούς Προστασίας που έχει τεθεί σε ισχύ από τον Απρίλιο του 2014, σύμφωνα με τον οποίο οι αιτούντες απευθύνονται τόσο στην DGMM (η οποία διεξάγει τη διαδικασία καθορισμού του καθεστώτος) όσο και στην Ύπατη Αρμοστεία (η οποία διεξάγει έναν παράλληλο καθορισμό του καθεστώτος και κάνει προτάσεις για μετεγκατάσταση· οι αποφάσεις της Ύπατης Αρμοστείας δεν έχουν νομική ισχύ, αλλά περιλαμβάνονται στην αξιολόγηση της DGMM).

Με το καθεστώς της προσωρινής προστασίας, οι Σύροι δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα. Η ιδέα του καθεστώτος προσωρινής προστασίας είναι να κρατήσει τους Σύρους μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος στη Συρία, να τους διατηρήσει «στην κατάψυξη» –να το πούμε έτσι– στην Τουρκία και να τους επιτρέψει να επιστρέψουν στη Συρία όταν η κατάσταση βελτιωθεί. Ως εκ τούτου, έχουν περιορισμένα δικαιώματα στη χώρα σε σύγκριση με όσους αιτούνται άσυλο, και δεν έχουν πρόσβαση στην προστασία των προσφύγων με την πλήρη έννοια του όρου, όπως κατοχυρώνεται στη Σύμβαση για τους Πρόσφυγες. Έτσι, οι διαδικαστικοί κανόνες και τα πρότυπα προστασίας είναι διαφορετικά για τους Σύριους και τους υπηκόους άλλων τρίτων χωρών, εισάγοντας ανισότητες όσον αφορά την πρόσβαση στην προστασία και το περιεχόμενο της προστασίας.

Η μεγάλη πλειοψηφία των αιτούντων άσυλο στην Τουρκία είναι μη Ευρωπαίοι. Αρκετές υποθέσεις που έφτασαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) ανέδειξαν μια σειρά από ελλείψεις των παράλληλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών αποκλίσεων μεταξύ της Τουρκίας και της Ύπατης Αρμοστείας: όταν η Τουρκία λέει «ναι» και η Ύπατη Αρμοστεία λέει «όχι», οι τουρκικές αρχές θα δεχτούν την αρνητική απόφαση της Ύπατης Αρμοστείας, ενώ όταν η Τουρκία λέει «όχι» και η Ύπατη Αρμοστεία λέει «ναι», οι τουρκικές αρχές δεν θα σεβαστούν την γνώμη της Ύπατης Αρμοστείας.

Επιπλέον, ισχυρές ενδείξεις αποδεικνύουν ότι οι αιτούντες άσυλο έχουν περιορισμένη πρόσβαση στα δικονομικά δικαιώματα, ιδιαίτερα υπό καθεστώς κράτησης. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε την έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία ασύλου, την άρνηση των αρχών να δέχονται αιτήσεις ασύλου, τη μη δυνατότητά τους να υποβάλουν αιτήσεις στις ζώνες τράνζιτ των αεροδρομίων, την αδιάφορη ή και επιθετική αντιμετώπισή τους από τις αρχές.

Προστασία που παρέχεται από το εθνικό δίκαιο, τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, πολιτικό σύστημα

Η Τουρκία έχει ένα ασταθές ιστορικό στο ζήτημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτών της ή μη. Το ιστορικό της Τουρκίας στις εξακριβωμένες παραβιάσεις από το ΕΔΑΔ δείχνει ότι συμμετέχει στον μεγαλύτερο αριθμό δικαστικών αποφάσεων από το 1959 μέχρι σήμερα (πάνω από 3.000 ή 18% του συνόλου), ξεπερνώντας όλα τα άλλα συμβαλλόμενα κράτη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η Τουρκία πάσχει επίσης από καθυστερήσεις στην επίλυση των υποθέσεων και τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ και, παρόλο που οι Τούρκοι αξιωματούχοι δείχνουν μια ισχυρή επιθυμία να επιλύσουν τις κρίσεις και να συμμορφωθούν, η Τουρκία μπορεί να επικριθεί για στασιμότητα στη συμμόρφωση με τους κανόνες του ΕΔΑΔ. Δεδομένου των σταθερών καταγγελιών εναντίον της Τουρκίας για παραβιάσεις δικαιωμάτων, δεν είναι σαφές εάν η Τουρκία βρίσκεται υπό αυστηρή παρακολούθηση για τα δικαιώματα που προβλέπονται στην ΕΣΔΑ, ή εάν παρέχει αποτελεσματικές λύσεις για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων αυτών στην εθνική νομοθεσία και πρακτική. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε σημαντική πρόοδος, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν για να εφαρμοστεί με συνέπεια το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία.

Συμπεράσματα

Εν ολίγοις, τα εμπειρικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι η Τουρκία δεν πληροί πολλές από τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της ως «ασφαλούς χώρας», σύμφωνα με την Οδηγία για τις Διαδικασίες Ασύλου. Ως εκ τούτου, η Τουρκία δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις ούτε ως ασφαλής χώρα καταγωγής ούτε ως ασφαλής τρίτη χώρα. Καλούμε την Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη-μέλη να ξανασκεφτούν σοβαρά τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως «ασφαλούς χώρας» και να αναγνωρίσουν ότι η Τουρκία παραμένει μια χώρα που δημιουργεί πρόσφυγες με μια σειρά από περιορισμούς στην εφαρμογή και τον σεβασμό των κανόνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αν και είναι αξιοσημείωτο ότι η Τουρκία υιοθέτησε νέα νομοθεσία για το άσυλο και είναι συμβαλλόμενο μέρος σε μείζονες συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τη Σύμβαση του 1951 για τους Πρόσφυγες και η Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, ο τρόπος που έχει υλοποιήσει μέχρι σήμερα τις διεθνείς της υποχρεώσεις σχετικά με ανθρώπινα δικαιώματα, εξακολουθεί να είναι ελλιπής. Το δικαίωμα στο άσυλο στην Τουρκία, δεν μπορεί να θεωρηθεί «πλήρως κατοχυρωμένο», κυρίως λόγω των υφιστάμενων ανισοτήτων στο σύστημα προστασίας, το οποίο προς το παρόν επηρεάζει ιδιαιτέρως τους Σύρους πρόσφυγες.

Επιπλέον, η ύπαρξη αιτούντων άσυλο με τουρκική εθνικότητα είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν θα πρέπει να αγνοηθεί από την Ε.Ε. με αντάλλαγμα τη συνεργασία της Τουρκίας στον έλεγχο της μετανάστευσης. Ως προϋπόθεση για τον συντονισμό των δράσεων ελέγχου των συνόρων Ε.Ε.-Τουρκίας έχει τεθεί η χρηματοδότηση ύψους 3 δισ. ευρώ από την Ε.Ε. προς την Τουρκία, με τον Ερντογάν να απειλεί ακόμα και να επιτρέψει στους μετανάστες να περάσουν στην Ε.Ε., αν δεν λάβει τα χρήματα. Η εξάρτηση της ανθρωπιστικής βοήθειας από τη συνεργασία σε θέματα ασφάλειας των συνόρων την καθιστά ασυμβίβαστη με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και στην περίπτωση της Τουρκίας συμβάλλει στις αυταρχικές τάσεις του κυβερνώντος κόμματος. Με την πληρωμή της Τουρκίας για να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων προς την Ευρώπη, η Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη της παζαρεύουν τα δικαιώματα των κατοίκων της Τουρκίας –υπηκόων και μη υπηκόων–, συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο που προσπαθούν να ξεφύγουν από τις συγκρούσεις και τις διώξεις. Η προστασία των δικαιωμάτων δεν πρέπει ποτέ να ανταλλάσσεται με περισσότερο έλεγχο. Ο κίνδυνος είναι ότι οι αυταρχικές τάσεις της τουρκικής κυβέρνησης θα ενισχυθούν εις βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Τούρκων υπηκόων και όσων μεταναστεύουν εξ ανάγκης.

20
CLOSE
CLOSE