Πέτρος Παπακωνσταντίνου
Πηγή: Iskra.gr

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 20ής Σεπτεμβρίου φαίνεται να κλείνει δύο κύκλους της πολιτικής μας ζωής. Πρώτα απ’ όλα, τον μικρό κύκλο που άνοιξε στις 25 Ιανουαρίου με την εκλογική νίκη της Αριστεράς και το σχηματισμό αντιμνημονιακής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ. Βέβαια, η κυβέρνηση έμεινε βασικά η ίδια, αλλά μόνο για να επιβεβαιώσει ότι καθένας επιστρέφει από το όποιο ταξίδι του άλλος άνθρωπος- όχι πάντα καλύτερος. Ακόμη κι ανάμεσα σε όσους ένοιωσαν ανακούφιση που δεν βγήκε η Νέα Δημοκρατία (ένα συναίσθημα απολύτως κατανοητό), λίγοι ξανάζησαν το βράδυ της 20ής Σεπτεμβρίου την ελπίδα, τη ζεστασιά και τον ενθουσιασμό του περασμένου Γενάρη. Οι πιο πολλοί ψήφισαν- αν ψήφισαν- ΣΥΡΙΖΑ με βαρειά καρδιά, κάποτε και με κάποια ντροπή.

Μαζί μ’ αυτόν τον μικρό κύκλο, κλείνει ο μεγάλος κύκλος πέντε χρόνων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, που άνοιξε με την είσοδο στην εποχή των Μνημονίων. Μαζί με τα άπειρα δεινά που συσσώρευσε αυτή η εποχή στα λαϊκά στρώματα, έφερε και την ελπίδα ότι ο συνδυασμός των κοινωνικών αγώνων «από τα κάτω» και των πολιτικών ανατροπών «από τα πάνω», με το σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης, θα άνοιγε έναν καινούργιο δρόμο ελπίδας, με ορίζοντα τη σοσιαλιστική προοπτική. Αυτός ο δρόμος έχει πλέον κλείσει. Προσωρινά, έστω, αλλά έχει κλείσει. Το Σχέδιο Α των δανειστών για μια ολιγόμηνη «αριστερή παρένθεση» απέτυχε μόνο γιατί πέτυχε το πολύ χειρότερο, από πολλές απόψεις, Σχέδιο Β (γιατί ο εχθρός έχει πάντα Σχέδιο Β): της μετατροπής ενός κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε μνημονιακή δύναμη, που πλέει πλησίστια προς τη μεγάλη οικογένεια της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς και προβάλλεται ήδη ως παράδειγμα προς μίμηση από τους Ολάντ, Ρέντσι και ΣΙΑ.

Πώς έγιναν όλα αυτά τόσο γρήγορα, τόσο εύκολα, αναρωτιούνται πολλοί φίλοι και σύντροφοι. Με το δίκιο τους. Οι απότομες εναλλαγές αυτής της χρονιάς ανάμεσα στο κρύο και τη ζέστη, μαζί με την κούραση, που βαραίνει περισσότερο πάνω σ’ αυτούς που έδωσαν με ανιδιοτέλεια τούτη τη δύσκολη μάχη, κάποτε θολώνει την εικόνα και εξασθενίζει τη μνήμη. Ας επιχειρήσουμε να τη φρεσκάρουμε πηγαίνοντας 47 χρόνια πίσω.

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

Τον Μάη του 1968 η Γαλλία έζησε τη μεγαλύτερη λαϊκή εξέγερση που έχει ζήσει χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού στα μεταπολεμικά χρόνια. Το μικρό συννεφάκι των πρώτων φοιτητικών καταλήψεων έφερε μέσα σε λίγες μέρες μια τρομερή κοινωνική καταιγίδα. Γύρω στις 20 με 23 Μαίου απεργούσαν 11 εκατομμύρια εργάτες και υπάλληλοι, περίπου τα δύο τρίτα της εργατικής δύναμης. Η ολιγαρχία και το πολιτικό της προσωπικό πίστευαν πως βρίσκονταν στ’ αλήθεια στα πρόθυρα επανάστασης. Στις 20 Μαίου, ο Ντε Γκωλ αναβάλλει το υπουργικό συμβούλιο και φεύγει αυτοεξόριστος στο Μπάντεν- Μπάντεν της Γερμανίας, αναζητώντας καταφύγιο στη γαλλική βάση. Στο Μέγαρο των Ηλυσίων έχει μείνει ο κατατρομαγμένος πρωθυπουργός Πομπιντού κι οι συνεργάτες του καίνει κρατικά έγγραφα, περιμένοντας ότι όπου νάναι θα μπουκάρουν οι κομμουνιστές.

Όμως εκεί, στο Μπαντεν- Μπάντεν, ο στρατηγός Ζακ Μασί- ο άνθρωπος που είχε πολεμήσει τους Βιετκόγκ στην Ινδονίκα και είχε σφάξει τους επαναστάτες του FLN στη μάχη του Αλγερίου- εκφράζει την απόλυτη νομιμοφροσύνη του στρατεύματος στον Ντε Γκωλ, του δίνει θάρρος και τον πείθει να γυρίσει πίσω. Την επόμενη μέρα, ο Ντε Γκωλ διαλύει την Εθνοσυνέλευση και προκηρύσσει εκλογές. Αμέσως μετά, ένα τεράστιο πλήθος οπαδών του κατακλύζει τη λεωφόρο Σανς Ελιζέ. Είναι η απάντηση της συντηρητικής, «βαθειάς Γαλλίας» στο κίνημα του Μάη. Από την επομένη, οι αριθμοί των απεργών πέφτουν κατακόρυφα. Στις εκλογές της 23ης Ιουνίου, η Δεξιά θριαμβεύει, παίρνοντας το 58,1% των ψήφων.

Άλλο Γαλλία του 1968, άλλο Ελλάδα του 2015, θα πείτε. Ασφαλώς. Οι αγωνιστικές ανατάσεις της τελευταίας πενταετίας στη χώρα μας ουδέποτε έφτασαν σε ένα σημείο πυράκτωσης που να πλησιάζει το γαλλικό Μάη. Υπάρχει όμως ένα δίδαγμα που μας αφορά. Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και κάθε λαός, είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Σε συγκυρίες εκρηκτικά κρίσιμων διλημμάτων, αυτά τα δύο βρίσκονται πολύ κοντά. Κι η μετάβαση από την εξέγερση στην υποταγή, από το «δεν πάει άλλο» στο «δεν γίνεται τίποτα», από το «τα θέλουμε όλα» στο «να σώσουμε οτιδήποτε κι αν σώζεται» μπορεί να είναι πολύ γρήγορη, αν χαθεί η ευκαιρία, την αποφασιστική στιγμή. Τότε, η παλλίροια που μέχρι χθες σε σήκωνε, μπορεί να γίνει η άμπωτις που θα σε αφήσει σε αφιλόξενη ακτή.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΠΙΚΥΡΩΣΑΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΕΠΙΣΥΜΒΕΙ

Με άλλα λόγια, οι εκλογές δεν δημιούργησαν, ούτε θα μπορούσαν ποτέ να δημιουργήσουν μια νέα κατάσταση εκ του μηδενός. Σε αδρές γραμμές, επικύρωσαν αυτό που είχε ήδη επισυμβεί στο κοινωνικό σώμα- έστω κι αν πρόκειται για ένα προσωρινό αποτέλεσμα κι όχι για μια σταθεροποιημένη κατάσταση πραγμάτων.

Στο επίπεδο των κοινωνικών κινημάτων, η καθοδική πορεία είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, μετά το ζενίθ των μεγάλων αγώνων του 2010-2011. Με όλες τις ελπίδες που γέννησε, το εκλογικό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ, τον περασμένο Γενάρη, είχε έντονα χαρακτηριστικά ανάθεσης, προσμονής της εύκολης λύσης, χωρίς μεγάλες ρήξεις και ρίσκα. Ωστόσο, ο κύκλος δεν είχε κλείσει ακόμη, εξαιτίας της ίδιας της αντικειμενικής πραγματικότητας και της στάσης των δανειστών, που έφερναν ξανά και ξανά την κυβέρνηση και τον ίδιο το λαό αντιμέτωπους με το αναπόδραστο δίλημμα: ρήξη ή ταπείνωση. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει!

Με ευθύνη της προηγούμενης κυβέρνησης και με αρνητικό ορόσημο τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, οι όροι της ρήξης- τόσο από την άποψη των οικονομικών διαθεσίμων του δημοσίου, όσο και από την άποψη της λαϊκής συνείδησης- επιδεινώνονταν διαρκώς. Και πάλι, όμως, το παράθυρο της ιστορικής ευκαιρίας δεν είχε κλείσει τελείως. Αυτό έδειξε και η απόφαση του Αλέξη Τσίπρα για δημοψήφισμα, που απελευθέρωσε μια ριζοσπαστική, λαϊκή δυναμική την οποία ελάχιστοι περίμεναν.

Ο Αλέξης Τσίπρας και η περί αυτόν ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκαν σε αυτή την απόφαση όχι από κάποιο στρατηγικό σχέδιο, αλλά από τον πολιτικό τους καιροσκοπισμό, υπό την πίεση των ίδιων των πραγμάτων, όταν προσέκρουσαν στο τείχος αδιαλλαξίας του Βερολίνου. Όλο το κρίσιμο δεκαήμερο προ του δημοψηφίσματος ταλαντεύονταν σα μεθυσμένο καράβι. Το βράδυ της Παρασκευής πάγωσαν κυριολεκτικά με τη λαοθάλασσα που αντίκρυσαν και που δεν είχαν φανταστεί, αναλογιζόμενοι πώς θα απεγκλωβιστούν από την πίεση ακριβώς εκείνων των ανθρώπων που τους αποθέωναν. Το συντριπτικό ΟΧΙ κορύφωσε την αγωνία και την ταλάντευση του Αλέξη Τσίπρα. «Κάτι εζήτησε να ραδιουργήσει, κάτι να κάμει, κάτι να σχεδιάσει κι απέτυχεν οικτρά κι εξουθενώθη»…

Θα αποτελούσε αντικείμενο ενδιαφέρουσας δημοσιογραφικής έρευνας να ελεγχθεί αν, πέρα από την απειλή του οικονομικού στραγγαλισμού, ο ξένος παράγοντας και τα εσωτερικά του στηρίγματα εκβίασαν την κυβέρνηση και με κάτι πιο «χοντρό»- π.χ. ένα είδος «Ευρωμεϊντάν» κατά το ουκρανικό πρότυπο.

Σε κάθε περίπτωση, η ουσία παραμένει η ίδια: η ηγετική ομάδα της κυβέρνησης βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πολύ σκληρό δίλημα. Με δεδομένη την αδιαλλαξία των δανειστών, η επόμενη, «φορσέ» κίνηση, αν ήθελε να διατηρήσει και να εκμεταλλευθεί τη δυναμική του ΟΧΙ, ήταν η έξοδος από το ευρώ και η είσοδος σε μια φάση απότομης κλιμάκωσης των κοινωνικών συγκρούσεων. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επιλογής ασφαλώς δεν ήταν προδιαγεγραμμένο. Μπορεί όντως οι λαϊκές δυνάμεις να μην άντεχαν και η κυβέρνηση να έπεφτε, υποκύπτοντας στο μεταμοντέρνο πραξικόπημα Βρυξελλών και Βερολίνου. Τουλάχιστον θα έπεφτε μαχόμενη, διατηρώντας ένα μεγάλο πολιτικό και ηθικό κεφάλαιο για το μέλλον. Αλλά κάτι τέτοιο υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια της συγκεκριμένης ηγετικής ομάδας, το πολιτικό DNA της οποίας ήταν δομημένο πάνω στη διπλή έλικα του ευρωπαϊσμού και του οπορτουνισμού. Κι έτσι, έγινε ό,τι έγινε. Σχεδόν μοιραία.

ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΑΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ;

Η άνευ όρων παράδοση της κυβέρνησης- μιας κυβέρνησης που προερχόταν κυρίως από την Αριστερά και μέχρι χθες ενσάρκωνε την αντίσταση στους δανειστές- είχε τεράστιες επιπτώσεις στο ηθικό των λαϊκών δυνάμεων. Επιπτώσεις που δεν καταφέραμε να αξιολογήσουμε σωστά, εξιδανικεύοντας το ρεύμα το ΟΧΙ και υποτιμώντας τις αντιφάσεις του.

Ένα πολύ σημαντικό τμήμα αυτού το ρεύματος οργίστηκε και αποστοιχίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως να πείθεται για τη δυνατότητα μιας άλλης, ριζοσπαστικής εναλλακτικής λύσης. Ένα άλλο τμήμα του ΟΧΙ, αριθμητικά μεγαλύτερο, ακολούθησε με κρύα καρδιά τον Αλέξη Τσίπρα και δικαιολόγησε τη συνθηκολόγησή του. Αυτοί οι άνθρωποι στην ταλάντευση του Τσίπρα έβλεπαν τη δική τους ταλάντευση, στο φόβο του, τους δικούς τους φόβους, στην ήττα του τη δική τους ήττα. Δεν άντεχαν να παραδεχτούν ότι το όνειρο που έβλεπαν από τις 25 Γενάρη είχε πια τελειώσει και δεν εννοούσαν να «ξυπνήσουν», γιατί δεν ήξεραν πώς να ζήσουν έξω από αυτή τη φαντασιακή φούσκα.

Επιπλέον, πολλοί φοβούνταν βάσιμα ότι αν επανέλθει η Νέα Δημοκρατία θα χάσουν τη δουλειά τους (κυρίως στο δημόσιο) ή το επίδομά τους ή τις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τα χρέη τους. Γιατί είναι γεγονός, βέβαια, ότι η προηγούμενη κυβέρνηση έβαλε φρένο στην αντιλαϊκή χιονοστιβάδα και πήρε και κάποια, περιορισμένα, θετικά μέτρα. Όπως είναι γεγονός ότι η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου είχε μόλις αρχίσει και οι επιπτώσεις στη ζωή των περισσότερων δεν είχαν γίνει ακόμη ιδιαίτερα αισθητές. Η επιλογή του λιγότερο κακού ήταν το λογικό επακόλουθο.

Την ίδια στιγμή, η Λαϊκή Ενότητα, ένα πολιτικό σχήμα που συγκροτήθηκε μόλις 28 μέρες πριν τις εκλογές, με αγωνιστές και προσωπικότητες διαφορετικής πολιτικής προέλευσης, καλούνταν να πραγματοποιήσει έναν πραγματικό άθλο: να συγκροτηθεί πολιτικά και οργανωτικά σε όλη την Ελλάδα και να δώσει μια συμπιεσμέμη εκλογική μάχη με ελάχιστους πόρους και μέσα επικοινωνίας. Τα κενά στον προγραμματικό της λόγο, η αστάθεια φυσιογνωμίας και ταυτότητας, τα λάθη και οι αστοχίες της προεκλογικής καμπάνιας ήταν λίγο- πολύ αναπόφευκτα.

Θα μπορούσαμε, βέβαια, να είχαμε καλύτερη επικοινωνιακή παρουσία και να είχαμε αποφύγει κάποια λάθη- ιδιαίτερα στην προβολή της ριζοσπαστικής, εναλλακτικής μας πρότασης και στην ταλάντευση που εμφανίζαμε αναφορικά με την έξοδο από την ευρωζώνη. Με λίγο καλύτερη προσπάθεια θα μπορούσαμε να έχουμε μπει στη Βουλή, φτάνοντας το 3,5% ή και το 4%. Κάτι τέτοιο θα μας έφερνε, βέβαια, σε πολύ καλύτερη θέση εκκίνησης, ενόψει της μακράς διαδρομής που έχουμε μπροστά μας, αλλά δεν θα άλλαζε δραματικά τη μεγάλη εικόνα. Ίσως μάλιστα να έκρυβε τα πραγματικά προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

ΑΓΩΝΑΣ ΑΝΤΟΧΗΣ

Εάν κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να προετοιμαζόμαστε για μια συντεταγμένη προσπάθεια προγραμματικής θεμελίωσης, οργανωτικής συγκρότητησης και κοινωνικής γείωσης- έναν αγώνα δρόμου μακράς διαρκείας κι όχι ένα σύντομο «σπριντ».

Παρά την επιτυχία των δανειστών και των υποτελών τους στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου, το μνημονιακό καθεστώς δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί και δεν θα σταθεροποιηθεί εύκολα. Οικονομικά, είναι βέβαιο ότι το πρόγραμμα θα αποτύχει, παρά το τεράστιο κοινωνικό κόστος που θα επιφέρει, όπως απέτυχαν και τα προηγούμενα, αδυνατώντας να πετύχει μια αντιδραστική, έστω, σταθεροποίηση και ανάπτυξη. Στο κοινωνικό επίπεδο, τα καταιγιστικά μέτρα που προβλέπονται θα αναθερμάνουν αναπόφευκτα, σε μια πορεία, τις λαϊκές αντιστάσεις, έστω κι αν αυτές έχουν αρχικά σποραδικό και ασυντόνιστο χαρακτήρα.

Αλλά και στο πολιτικό επίπεδο, η κατάσταση δεν είναι μονόχρωμη. Πέρα από το όχι ευκαταφρόνητο 10% των ψηφοφόρων που στράφηκαν σε αριστερά ψηφοδέλτια με αντιμνημονιακή, αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική αναφορά, ένα σημαντικό μέρος της αποχής (όχι όλο βέβαια) αναζητά ριζοσπαστικές, αριστερές λύσεις. Αλλά και ένα μεγάλο τμήμα των μελών και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ κάθε άλλο παρά βλέπει με καλό μάτι τη μνημονιακή, σοσιαλδημοκρατική του μετάλλαξη, ούτε εννοεί να δώσει λευκή επιταγή στην προώθηση των μνηνομιακών μέτρων. Όταν πέσει η σκόνη και ξεχαστούν οι μνησιακακίες της εκλογικής αναμέτρησης, όταν αρχίσει η αναπόφευκτη φθορά της κυβέρνησης με την προώθηση των αντιλαϊκών μέτρων, ο κόσμος αυτός θα ακούσει με προσοχή τις εναλλακτικές προτάσεις της Λαϊκής Ενότητας και θα αξιολογήσει αυστηρά, αλλά δίκαια την προσφορά της στα κοινωνικά μέτωπα και τους δημοκρατικούς αγώνες.

Αυτό που προέχει σήμερα είναι να ξεκινήσουν ανοιχτές διαδικασίες βάσης για την προγραμματική και οργανωτική μας συγκρότηση, που θα δώσει σταθερή μορφή και σχήμα στην προσπάθειά μας. Ξεκινάμε με το δεδομένο ότι δεν γεννηθήκαμε για να αναπαραγάγουμε τις αριστερές στρατηγικές που έχουν ήδη δοκιμαστεί και αποτύχει. Δεν φιλοδοξούμε να εξελιχθούμε ούτε σε ένα «καλό ΚΚΕ», ούτε σε μια «μεγάλη ΑΝΤΑΡΣΥΑ», ούτε σε έναν «πιο ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ του 2012». Φιλοδοξούμε να αξιοποιήσουμε ό,τι θετικό έχουν να επιδείξουν όλες οι προηγούμενες αριστερές προσπάθειες (γιατί κάθε μια έχει βέβαια και τα θετικά της) μέσα σε μια νέα ποιότητα: ένα πολυφωνικό, πολιτικό μέτωπο με αναφορά στη μισθωτή εργασία και τη σοσιαλιστική προοπτική, με μάχιμη, εναλλακτική πολιτική πρόταση ρήξης για το σήμερα κι όχι για τη Δευτέρα Παρουσία, με ανοιχτή, δημοκρατική συγκρότηση, μακριά από γραφειοκρατικές ιεραρχίες και συναλλαγές «μικρών πολιτικών γραφείων».

Δεν θα είναι εύκολο και δεν θα έρθει γρήγορα. Αλλά και δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Μέσα στον ελάχιστο, πυκνότατο χρόνο της εκλογικής μάχης συσπειρώσαμε έναν πολύ αξιόλογο κόσμο έμπειρων αγωνιστών και νέων ανθρώπων, με μεγάλα αποθέματα μαχητικότητας, φαντασίας και δημιουργικότητας. Τους χρωστάμε μια συνέχεια αντάξια των προσδοκιών τους, με πρωταγωνιστές τους ίδιους

20
CLOSE
CLOSE