– Αποστολή στη Βενεζουέλα –
Ελάχιστα φεστιβάλ μουσικής σε όλο τον κόσμο μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν τόσες διαφορετικές σκηνές με ζωντανές συναυλίες όσες μετρήσαμε στη μεγάλη συγκέντρωση του Νικολάς Μαδούρο, με την οποία έκλεισε η προεκλογική περίοδος στο Καράκας. Ανάμεσα σε τραγούδια γραμμένα αποκλειστικά για τον ίδιο και για τον Τσάβες πετύχαινες και τους ήχους του ισπανικού συγκροτήματος Ska-p αλλά ακόμη και διασκευές γνωστών δυτικών κομματιών.

Μέρες «ορθόδοξου» ΠΑΣΟΚ

Για όσους δεν έχουν παρακολουθήσει προεκλογικές εκστρατείες στη Λατινική Αμερική, η συγκέντρωση ίσως να θύμιζε τις ένδοξες ημέρες του «ορθόδοξου» ΠΑΣΟΚ, με μόνη διαφορά ότι τα ηχεία αντί για τα «Κάρμινα Μπουράνα» έπαιζαν σάλσα και οι οπαδοί αντί να κυματίζουν χιλιάδες σημαίες με τον πράσινο ήλιο χόρευαν φορώντας μπλούζες με το όνομα του Μαδούρο.

Πίσω όμως από τη βαριά κουρτίνα του πολιτικού κιτς μπορούσες να διακρίνεις αρκετά από τα ιδιαίτερα ταξικά, πολιτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν την ταυτότητα του κυβερνώντος κόμματος της Βενεζουέλας. O συνασπισμός του PSUV, που συνενώνει όλες τις πολιτικές δυνάμεις που στήριξαν την μπολιβαριανή επανάσταση του Τσάβες, παραμένει το κόμμα των φτωχών.

Αλλά όχι μόνο. Στη συγκέντρωση μπορούσες να δεις τις ομάδες συνδικαλιστών και εργατών της Pepsi Βενεζουέλας (η τοπική διοίκηση της οποίας βρίσκεται σε ανειρήνευτο πόλεμο με τον Μαδούρο) δίπλα στο μπλοκ της ΛΟΑΤ κοινότητας, αλλά και μέλη οικολογικών οργανώσεων μαζί με τους κατοίκους των φτωχότερων μπάριος (της βενεζουελάνικης εκδοχής της φαβέλας).

Photo: Aris Chatzistefanou

CLAP, CLAP, CLAP (δεν είναι χειροκρότημα) στις συγκεντρώσεις

Σύμφωνα με τη δεξιά αντιπολίτευση, ο μόνος λόγος για τον οποίο ο κόσμος συνεχίζει να πηγαίνει στις συγκεντρώσεις του Μαδούρο είναι οι περίφημες χάρτινες κούτες των CLAP (Τοπικές Οργανώσεις Τροφίμων) που περιέχουν βασικά είδη διατροφής και τις οποίες η κυβέρνηση προσφέρει σε συμβολική τιμή στους πολίτες. «Αν υπάρχει μια κριτική που θα έπρεπε να κάνουμε στην κυβέρνηση -μου είχε εξηγήσει ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ, Αλφρεντ ντε Ζάγιας– είναι ότι η παροχή αυτών των τροφίμων συχνά γίνεται με πολιτικά κριτήρια».

Παρ’ όλα αυτά ακόμη και αν δεχτούμε ότι η κυβέρνηση σκόπευε πραγματικά να χρησιμοποιήσει τους κρατικούς μηχανισμούς αρωγής σαν πολιτικό όπλο, φαίνεται ότι… απέτυχε, αφού οι κούτες με τα τρόφιμα μοιράζονται χωρίς πρακτικά κανέναν έλεγχο σε όποιον τις ζητήσει. «Αρκεί να μη πας με καμιά μπλούζα με τη φωτογραφία του Λεοπόλντο», μου είπε γελώντας ο μεταφραστής μου, αναφερόμενος στον ηγέτη της αντιπολίτευσης Λεοπόλντο Λόπεζ που κατηγορείται για σειρά σκανδάλων διαφθοράς και υποκίνηση σε εκδηλώσεις βίας.

Οπως και οι περισσότερες καταγγελίες της αντιπολίτευσης έτσι και η συγκεκριμένη θυμίζει ένα περίεργο βενεζουελάνικο κοκτέιλ: μια ελάχιστη δόση αλήθειας αναμιγνύεται με διάφορα άλλα συστατικά για να δημιουργήσει ένα ποτό που μοιάζει αληθινό αλλά δεν είναι πάντα εύκολο να το καταπιείς.

Οταν ολοκληρώθηκε η προεκλογική ομιλία ακολούθησα μια ομάδα συγκεντρωμένων που φαινόταν να διαφέρει από το κλασικό προφίλ των οπαδών του Μαδούρο. Με οδήγησαν σε μια υπαίθρια πιτσαρία, στην καρδιά του μεγαλύτερου πολιτιστικού κέντρου του Καράκας, όπου μια τζαζ μπάντα ετοιμαζόταν να δώσει ακόμη μία συναυλία.

Στο τραπέζι που καθίσαμε βρήκαμε να κοιμάται (κυριολεκτικά) ο Ουίλιαμ Οσούνα, που -όπως έμαθα στη συνέχεια- θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Βενεζουέλας. Με σπαστά αγγλικά και φιλότιμες προσπάθειες άρθρωσης ισπανικών συζητήσαμε για ώρες για τον Οδυσσέα και τον Προμηθέα, τον Μπάροουζ, τη Μελίνα Μερκούρη αλλά και τον «Δον Κιχώτη» (το βιβλίο του Θερβάντες που ο Τσάβες είχε τυπώσει σε εκατομμύρια αντίτυπα και μοίρασε δωρεάν στα παιδιά όλης της χώρας).

Οταν του ζήτησα να σχολιάσει την αισθητική της προεκλογικής συγκέντρωσης του Μαδούρο κοντοστάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα αλλά μου απάντησε ότι του άρεσε. «Συμφωνώ αισθητικά και ηθικά με τον κόσμο που συγκεντρώνεται για ένα σκοπό και ακούει μουσική ή και ποίηση έχοντας ελπίδα για το αύριο» μου είπε. Ο ίδιος πάντως δεν φαινόταν και τόσο αισιόδοξος για το μέλλον.

Photo: Aris Chatzistefanou

Ο φόβος της εισβολής

«Δεν μπορείτε να καταλάβετε τη Βενεζουέλα εάν δεν την αντιμετωπίσετε σαν μια χώρα σε πολιορκία από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε.» είπε και συνέχισε σχεδόν απολογητικά: «Μάλλον θα νομίζετε ότι είμαι τρελός αλλά θεωρώ πολύ πιθανή μια αμερικανική εισβολή».

Η αλήθεια ήταν ότι είχα ακούσει τόσο πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους να συζητούν γι’ αυτό το ενδεχόμενο, που δεν μου προκαλούσε πλέον καμία εντύπωση. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αναφερθεί ουκ ολίγες φορές στο ενδεχόμενο ανάληψης στρατιωτικής δράσης ενώ ο αριθμός των συμβούλων του και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων, οι οποίοι καλούν ανοιχτά πλέον τον στρατό τη Βενεζουέλας σε πραξικόπημα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο.

Ανάλογη είναι η ευκολία με την οποία αρκετά στελέχη της αντιπολίτευσης, που μποϊκοτάρουν τις εκλογές της Κυριακής, καλούν σε τακτά χρονικά διαστήματα την Ουάσινγκτον να επέμβει στη χώρα τους. Οταν το βράδυ της Τετάρτης κυκλοφόρησαν πληροφορίες για εξέγερση σε συγκρότημα φυλακών του Καράκας, όπου κρατείται και ο Αμερικανός πολίτης Τζόσουα Χολτ, το τουίτερ γέμισε από φωνές εντός και εκτός της Βενεζουέλας που εγκαλούσαν την Ουάσινγκτον για την «παθητική» της στάση.

Ο ίδιος ο Χολτ, ο οποίος συνελήφθη με την κατηγορία κατοχής όπλων και χειροβομβίδων και κρατείται από το 2016, κατηγόρησε ευθέως την αμερικανική κυβέρνηση ότι τον έχει εγκαταλείψει στην τύχη του. Για αρκετές ώρες η υπόθεση έδειχνε ότι θα μπορούσε να λάβει απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες διαστάσεις, καθώς η αμερικανική πρεσβεία στο Καράκας άδραξε την ευκαιρία και με μήνυμα της στο τουίτερ (το βασικό μέσο άσκησης διπλωματίας στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ) απείλησε τη Βενεζουέλα ότι θα υποστεί τις συνέπειες εάν συμβεί οτιδήποτε στον Αμερικανό κρατούμενο.

Στην πραγματικότητα βέβαια η Βενεζουέλα δεν χρειάζεται να δει Αμερικανούς πεζοναύτες στο έδαφός της για να νιώσει τις επιπτώσεις μιας πολεμικής σύρραξης. Από την ημέρα που ο Ομπάμα χαρακτήρισε τη χώρα «απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ» ο οικονομικός πόλεμος κλιμακώνεται σταθερά και οι επιπτώσεις του μετριούνται πλέον σε ανθρώπινες ζωές. Τα θύματά του ανήκουν αποκλειστικά στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού που εξαρτώνται άμεσα από τη λειτουργία και τις παροχές του δημόσιου τομέα.

Photo: Aris Chatzistefanou

Γιατροί χωρίς φάρμακα

Κάνοντας μια βόλτα σε αρκετά από τα δημόσια νοσοκομεία του Καράκας συναντάς μια καφκική εικόνα: οι γιατροί είναι εκεί, έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους (αν και ορισμένοι εγκατέλειψαν τους τελευταίους μήνες τη Βενεζουέλα προς γειτονικές χώρες) αλλά δεν έχουν στη διάθεσή τους τα απαραίτητα εργαλεία και φάρμακα.

Η αναζήτηση ενός ακτινολογικού μηχανήματος, που να λειτουργεί, μπορεί να αποδειχτεί πραγματική οδύσσεια εάν δεν είσαι διατεθειμένος να επισκεφθείς κάποιο από τα πολυτελή ιδιωτικά νοσοκομεία, όπου κάθε ακτινογραφία κοστίζει τέσσερα με πέντε δολάρια – σχετικά ασήμαντο ποσό για έναν Ευρωπαίο επισκέπτη, το οποίο όμως αντιστοιχεί έως και σε δυο μηνιάτικα για έναν Βενεζουελάνο.

Οπως μου εξηγούσε στην προηγούμενη αποστολή μας η οικονομολόγος Πασκουαλίνα Κούρτσιο, αρκετές από αυτές τις ελλείψεις φαρμάκων και εξοπλισμού σχετίζονται άμεσα με τις αμερικανικές κυρώσεις, καθώς η Βενεζουέλα πολύ συχνά έχει έτοιμα τα κεφάλαια αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες συναλλαγές στη διεθνή αγορά.

Σε μια χώρα, το ΑΕΠ της οποίας εξαρτάται κατά 95% από τις πωλήσεις πετρελαίου, ο αμερικανικός αποκλεισμός κάνει πραγματικά την «οικονομία να ουρλιάζει» – η εντολή που είχε δώσει ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον στη CIA όταν επιχειρούσε να ανατρέψει τον σοσιαλιστή πρόεδρο της Χιλής, Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Οι συνέπειες του «πολέμου»

Στους έξι μήνες που πέρασαν από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε στο Καράκας οι επιπτώσεις του οικονομικού πολέμου είναι εμφανείς στην καθημερινότητα των πολιτών. Το σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών, που προσφέρεται πρακτικά δωρεάν, λειτουργεί στα όρια της αντοχής του λόγω ελλείψεων σε ανταλλακτικά, ενώ οι τιμές αρκετών προϊόντων διπλασιάστηκαν, υπερκαλύπτοντας τις αυξήσεις μισθών που εξήγγειλε ο Μαδούρο.

Αρκετές από τις αυξήσεις βέβαια ενδέχεται να σχετίζονται με τις εκλογές – μια συνηθισμένη πρακτική των μεγάλων προμηθευτών του ιδιωτικού τομέα, που χρησιμοποιούν την ολιγοπωλιακή τους ισχύ για να δημιουργούν εικόνα κρίσης πριν από κάθε μεγάλη εκλογική αναμέτρηση. Σε άλλες περιπτώσεις η άνοδος των τιμών προκύπτει απευθείας από τη χειραγώγηση της ισοτιμίας του δολαρίου στη μαύρη αγορά συναλλάγματος.

«Απλώς βρες τη σελίδα dolartoday στο Facebook και θα καταλάβεις ποιος ελέγχει την οικονομία μας» μου εξήγησε ο άνθρωπος που ανέλαβε να μου βρει τα δυσεύρετα χαρτονομίσματα του εθνικού νομίσματος. Κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι επισκέπτονται τη συγκεκριμένη σελίδα, η οποία δίνει την τελευταία ισοτιμία στη μαύρη αγορά, χωρίς συνήθως να ακολουθεί καμία οικονομική λογική. Μια ολόκληρη χώρα κινείται με βάση τις αποφάσεις μιας σελίδας στο facebook, που αν κρίνουμε και από τις υπόλοιπες αναρτήσεις της ελέγχεται από ανθρώπους της δεξιάς αντιπολίτευσης.

Τα «γιατροσόφια» και ο Φαλκόν

Σε αυτό το σκηνικό όλο και περισσότεροι Βενεζουελάνοι φαίνονται έτοιμοι να ακολουθήσουν κάθε οικονομικό «γιατροσόφι» που μπορεί να τους υποσχεθεί κάποιος ανερχόμενος πολιτικός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μετεωρική εκτίναξη του Χένρι Φαλκόν, ενός λαϊκιστή πολιτικού που πέρασε από τις τάξεις του Τσάβες στο MUD -το προπύργιο της δεξιάς αντιπολίτευσης- και σήμερα διεκδικεί με τον δικό του πολιτικό σχηματισμό την προεδρία.

Αν και πριν από μερικές εβδομάδες φάνηκε να αμφισβητεί με αξιώσεις τον πρόεδρο, ελάχιστοι πιστεύουν σήμερα ότι θα μπορούσε να κάνει την έκπληξη. Ούτως η άλλως οι εκλογές αφορούν, ως επί το πλείστον, το εσωτερικό της Βενεζουέλας αφού οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους είχαν αρχίσει να φωνάζουν «νοθεία» αρκετούς μήνες πριν ανοίξουν οι κάλπες. Αν ο Μαδούρο κερδίσει θα συνεχίσουν να τον αποκαλούν «δικτάτορα». Μόνο αν έχανε θα αναγνώριζαν την εκλογική διαδικασία.

«Ειλικρινά δεν μπορώ να φανταστώ ποια μορφή θα έχει η έξοδος από αυτήν την κατάσταση» μου είπε αποχαιρετώντας με ο ποιητής Ουίλιαμ Οσούνα. «Μόνο, σας παρακαλώ, να πείτε εκεί έξω ότι είμαστε σε πολιορκία».

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 19/5/2018