Η νέα μετάφραση στα ελληνικά του Κεφαλαίου του Καρλ Μάρξ εξαντλήθηκε σχεδόν ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της. Όπως αναφέρει ο εκδοτικός οίκος ΚΨΜ, που πραγματοποίησε την έκδοση,  σε συνεργασία με το επιστημονικό εκδοτικό εγχείρημα MEGA, που είναι ο φορέας υλοποίησης της έκδοσης του συνόλου των έργων των Μαρξ και Ένγκελς, η εξέλιξη αυτή εξέπληξε τους πάντες.

«Ούτε ο εκδοτικός οίκος» διαβάζουμε σε σχετική ανακοίνωση «αλλά ούτε οι συντελεστές του έργου −ο μεταφραστής και επιστημονικός επιμελητής Θανάσης Γκιούρας, οι επιστημονικοί επιμελητές Θωμάς Νουτσόπουλος και Διονύσης Γράβαρης, ο συνεργάτης Ηλίας Γεωργαντάς και η υπόλοιπη ομάδα συνεργατών− πίστευαν στο ενδεχόμενο, μέσα στη δυσμενή οικονομική και κοινωνική συγκυρία που ζούμε, να καταστεί δυνατή η εξάντληση της έκδοσης σε έναν μόλις χρόνο».

Σε ένα κείμενο απολογισμό του μεγάλου εκδοτικού εγχειρήματος οι συντελεστές αναφέρουν ότι οι λόγοι της επιτυχίας είναι συγκεκριμένοι.

«Πρώτα απ’ όλα το αναγνωστικό κοινό −ένα ευρύτερο και ιδιαίτερα ένα πιο νέο ηλικιακά τμήμα του, πέρα από τους κλασικούς μελετητές έργων περιεχομένου όπως Το Κεφάλαιο− αγκάλιασε γρήγορα την έκδοση. Την υποδέχτηκε δυναμικά. Σαν να περίμεναν από καιρό μια νέα, επιστημονική και «φρέσκια» ματιά σε ένα κλασικό και σπουδαίο έργο όπως είναι το Κεφάλαιο. Ακόμα και το κοινό που γέμισε το κτίριο της Τεχνόπολης στην πρώτη επίσημη παρουσίαση του έργου στο πλαίσιο του Συνεδρίου «Ο μαρξισμός στον 21ο αιώνα», που πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο του 2016,[1] ήταν κυρίως νέοι άνθρωποι. Μια ελπιδοφόρα εικόνα δίχως άλλο. Η νέα αυτή γενιά αναγνωστών αναζητά ποιοτικές προσπάθειες, είναι εξοικειωμένη με την επιστημονική βιβλιογραφία και τον τρόπο παρουσίασης θεωρητικών κειμένων, διευκολύνεται από μια νέα και πιο σύγχρονη μετάφραση και απόδοση, ακόμα και από τη μορφή του βιβλίου, το πλούσιο οπτικό ψηφιακό υλικό που συνοδεύει τον τόμο και εν γένει από τη σύνθετη και πλούσια δομή του νέου ελληνικού τόμου.

Κατά δεύτερον, συνέβαλαν όλα εκείνα τα στοιχεία που αναφέρουν οι συντελεστές στον πρόλογό τους: Με τη νέα μετάφραση-έκδοση από τα γερμανικά και από τις πρωτότυπες μορφές των έργων όπως διατίθενται από τα MEGA, ο Έλληνας αναγνώστης γενικά, ο μελετητής-επιστήμονας ειδικά, έχουν −για πρώτη φορά− στη διάθεσή τους: α) μια επιστημονική επιμέλεια που βασίζεται στους καρπούς της διεθνούς έρευνας από το τελευταίο τρίτο του 20ού αιώνα μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, β) όλες τις εκδοχές της θεωρίας της αξίας (πρώτη έκδοση με το Παράρτημα περί της αξιακής μορφής, Συμπληρώσεις του 1871-72, δεύτερη έκδοση), οι οποίες δεν υπάγονται σε μια γραμμική ανάπτυξη του περιεχομένου αλλά το φωτίζουν ποικιλότροπα, γ) αναπτύξεις και σημειώσεις από τη γαλλική έκδοση που δεν λήφθηκαν υπόψη σε κατοπινές εκδόσεις.

Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του όχι απλώς ένα νέο, επιμελημένο κείμενο, αλλά και σταθμούς από μια ερευνητική πορεία η οποία δεν έπαψε να θέτει νέα ζητήματα σε ένα έργο υπό διαρκή αναδιατύπωση.

Ο τρίτος παράγοντας επιτυχίας είναι αποτέλεσμα των δύο προηγούμενων. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, μόλις μέσα σε λίγους μήνες, η νέα έκδοση «έγινε δεκτή» σε πολλούς κύκλους και ομίλους μελέτης, αλλά και σε πανεπιστημιακές σχολές. Μέχρι σήμερα, η νέα έκδοση του Κεφαλαίου αποτελεί βιβλιογραφία ή και βασικό σύγγραμμα σε τουλάχιστον οκτώ (8) −τόσους γνωρίζουμε εμείς− μαρξιστικούς ομίλους, σε ομάδες μελέτης και αυτομόρφωσης και σε κύκλους/σεμινάρια συλλογικής μελέτης του Κεφαλαίου ανά την Ελλάδα, ενώ ο κύκλος αυτός αναμένεται να διευρυνθεί την επόμενη χρονιά. Επίσης, η νέα έκδοση διδάσκεται ήδη σε πέντε (5) πανεπιστημιακά τμήματα τεσσάρων ΑΕΙ της χώρας, μεταξύ των οποίων το Τμήμα Οικονομικών Σπουδών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και τα Τμήματα Πολιτικών Επιστημών του Πάντειου Πανεπιστημίου.

Τέλος, πολύ ικανοποιητική, δεδομένων των οικονομικών και των ευρύτερων συνθηκών, είναι η κίνηση της νέας έκδοσης και στα βιβλιοπωλεία της χώρας, ενώ ιδιαίτερη ανταπόκριση έχει καταγραφεί σε εκθέσεις βιβλίου, εκδηλώσεις και ημερίδες/συνέδρια. Όσον αφορά τη συλλεκτική έκδοση 200 αριθμημένων αντιτύπων του έργου, η ζήτησή της συνεχίζεται σταθερά, ενώ έχουν ήδη διατεθεί πάνω από τα μισά διαθέσιμα έργα.