Του Άρη Χατζηστεφάνου

Θα περίμενε κανείς ότι ένας άνθρωπος που έχει χάσει μέλος της οικογένειάς του από τρομοκρατική επίθεση (ειδικά αν είναι πρωθυπουργός μιας αστικής δημοκρατίας) θα καταδίκαζε κάθε μορφή ένοπλης βίας.

Τις τελευταίες ημέρες όμως ο πρωθυπουργός παρακολουθεί ατάραχος τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Μπογδάνο να περιοδεύει στη Νότια Αλβανία εξυμνώντας τον Κωνσταντίνο Κατσίφα, ο οποίος επιτέθηκε σε αστυνομικές δυνάμεις πυροβολώντας με ένα καλάσνικοφ.

Δεν έχει σημασία αν ο Μπογδάνος βρίσκεται εκεί με εντολή του Μαξίμου ή εξυπηρετεί δική του ατζέντα (άλλωστε αυξάνονται οι φήμες για το ενδεχόμενο να ενταχθεί σε κάποιο ακροδεξιό, νεοφασιστικό μόρφωμα σε περίπτωση απομάκρυνσής του από τη ΝΔ). Από τη στιγμή που η ηγεσία του κόμματος δεν καταδικάζει την κίνησή του, ενώ στελέχη της ΝΔ εκφράζουν ανοιχτά τη στήριξή τους, σημαίνει ότι οι θέσεις του ταυτίζονται με αυτές του αρχηγού της ΝΔ και πρωθυπουργού της Ελλάδας.

Για να μην παρεξηγηθούμε, δεν συγκρίνουμε σε καμία περίπτωση την ιδεολογία τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως η 17Ν, με την πολιτική πρακτική ενός ακροδεξιού εθνικιστή όπως ο Κατσίφας. Το μόνο που τις συνδέει είναι η προσφυγή στα όπλα.

Το ζήτημα που εξετάζουμε είναι πώς μια πολιτική δυναστεία, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έστησε την ύπαρξή της γύρω από τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και την «καταδίκη της βίας», φτάνει να αποδέχεται τους τιμητές οπλοφόρων που επιτίθενται στις δυνάμεις επιβολής της τάξης με καλάσνικοφ.

Προφανώς είμαστε οι τελευταίοι που θα κατηγορούσαμε τον Μητσοτάκη για το γεγονός ότι δεν καταδικάζει τη βία από όπου και αν προέρχεται. Όσο και αν κανένας δεν επιθυμεί να καταφεύγει σε αυτή, δεν μπορεί να μην αναγνωρίζει ότι σε δεδομένες συνθήκες η βία αποτελεί τη «μαμή της ιστορίας», όπως έλεγε και ο Μαρξ.

Ας θυμάται όμως ο αρχηγός της ΝΔ και τα στελέχη του κόμματός του ότι την φασιστική βία οι λαοί την τσακίζουν σε κάθε ευκαιρία. Αυτό δεν είναι άλλωστε και το μήνυμα της 28ης Οκτωβρίου;

CLOSE
CLOSE