“Στη μάχη κατά της τρομοκρατίας συνεργαζόμαστε με άξια στελέχη από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Σομαλίας”, υποστήριζε πριν από μερικές εβδομάδες το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Όλοι γνώριζαν σε ποιους αναφερόταν ο εκπρόσωπος της αμερικανικής διπλωματίας: Συμμορίες που κυκλοφορούσαν στο κέντρο της πρωτεύουσας Μογκαντίσου με τζιπ και έσπερναν το θάνατο με πολυβόλα όπλα. Ελεύθερους σκοπευτές που πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα ό,τι κινούνταν στον τομέα ευθύνης τους. Αδίστακτους συμμορίτες που πληρώνονταν αδρά από τη CIA και εξοπλίζονταν με αμερικανικό οπλισμό στο όνομα του λεγόμενου πολέμου ενάντια στη διεθνή τρομοκρατία.

Εδώ και μερικές ημέρες όμως οι ισορροπίες στο αφρικανικό κέρας ανατράπηκαν. Ομάδες ισλαμιστών που κατέλαβαν την πρωτεύουσα εκδίωξαν από την Μογκαντίσου τους ανθρώπους των Αμερικανών και επιχειρούν να επιβάλλουν τη δική τους τάξη προκαλώντας ανάμικτα συναισθήματα στους πολίτες του αφρικανικού κράτους.

Ίσως για πρώτη φορά μετά την αποτυχημένη εισβολή των ΗΠΑ πριν από δεκατρία χρόνια, εμφανίζεται στη Σομαλία μια δύναμη με στοιχειώδεις τουλάχιστον ικανότητες διακυβέρνησης. Κάτω από την ομπρέλα της Ένωσης Ισλαμικών Δικαστηρίων και του αρχηγού της, Σαρίφ Αχμέντ, ομάδες ισλαμιστών κατάφεραν να επιβληθούν στις συμμορίες ενόπλων που λυμαίνονταν τη χώρα.

Η Ουάσιγκτον, επιχειρώντας να συγκαλύψει και τη δική της ανάμειξη στον εμφύλιο σπαραγμό που συγκλονίζει εδώ και δεκαετίες τη Σομαλία, έσπευσε να συνδέσει τους ισλαμιστές μαχητές με την Αλ Κάιντα. Τα πράγματα όμως, όπως υποστήριξαν τις τελευταίες ημέρες ακόμη και Αμερικανοί αναλυτές, είναι αισθητά πιο περίπλοκα.

Αν και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από το μετριοπαθές ισλάμ μέχρι το θρησκευτικό φονταμενταλισμό οι ισλαμιστές που έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τη Μογκαντίσου μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Καταρχάς εκφράζουν όσο καμία άλλη δύναμη τον έντονο αντιαμερικανισμό των Σομαλών πολιτών. Το γεγονός ότι μάχονταν τους πληρωμένους δολοφόνους της Ουάσιγκτον όχι απλώς νομιμοποίησε τον αγώνα τους στα μάτια χιλιάδων ανθρώπων αλλά τους επέτρεψε να στρατολογήσουν εκατοντάδες νέους μαχητές.

Οι μάχες των τελευταίων μηνών που οδήγησαν στην κατάληψη της Μογκαντίσου ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο όταν ομάδες οπλαρχηγών, δημιούργησαν τη Συμμαχία για την Ειρήνη και την Αντιτρομοκρατία, και ξεκίνησαν ένα ανηλεές κυνήγι ισλαμιστών. Ο ρόλος των ΗΠΑ ήταν πλέον εμφανής σε αυτή την επιχείρηση παρά το γεγονός ότι η υπερδύναμη δεν θα λάμβανε ποτέ την απόφαση να επέμβει στρατιωτικά με δικές της δυνάμεις στην χαοτική κατάσταση που επικρατούσε στη Σομαλία.

Εγκατεστημένοι στο Ντζιμπουτί, οι Αμερικανοί επιτελείς (και μαζί τους άλλοι 2.000 Αμερικανοί στρατιώτες) παρακολουθούσαν τις επιθέσεις της Συμμαχίας προσφέροντας συνεχείς τονωτικές ενέσεις σε χρήματα και εξοπλισμό. “Οι Αμερικανοί ξανάρχονται” έλεγε χαρακτηριστικά ο απεσταλμένος της βρετανικής εφημερίδας Ιντιπέντεντ, υπενθυμίζοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν είχε χάσει ποτέ το ενδιαφέρον της για την περιοχή, παρά τη στρατιωτική πανωλεθρία που είχε υποστεί στο παρελθόν.

Αποτελεί ειρωνεία της τύχης ότι οι ΗΠΑ συνεργάζονται τα τελευταία χρόνια με τους ίδιους ανθρώπους τους οποίους είχαν ως στόχο να καταστείλουν πριν από δεκατρία χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας από τους στενότερους συνεργάτες των Αμερικανών είναι πλέον και ο Χουσείν Μοχάμεντ Αϊντίντ, γιός του Μοχάμεντ Φαρά Αϊντίντ τον οποίο η Ουάσιγκτον είχε επικηρύξει έναντι ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Η Σομαλία μετατρέπεται λοιπόν σε ένα ακόμη Αφγανιστάν με τη διαφορά ότι οι ΗΠΑ δεν μάχονται τους παλαιούς συνεργάτες τους αλλά συνεργάζονται με τους παλαιούς εχθρούς τους.

Παρόλα αυτά η επικράτηση των ισλαμιστών δεν μπορεί φυσικά να αποδοθεί μόνο στα αντιαμερικανικά χαρακτηριστικά που προσέδωσαν στον αγώνα τους. Ακολουθώντας την συνηθισμένη τακτική των ισλαμικών κινημάτων κατόρθωσαν να δημιουργήσουν δίκτυα αλληλοβοήθειας με τα οποία υποκατέστησαν το ούτως η άλλως διαλυμένο σύστημα πρόνοιας.

Παράλληλα, στηριζόμενοι στα ισλαμικά ιερά κείμενα, λειτούργησαν ως δικαστές επιχειρώντας να επιβάλλουν την τάξη στην απόλυτη αναρχία. Οι νόμοι αλλά και οι ποινές που επέβαλαν (εκτελέσεις, ακρωτηριασμοί, λιθοβολισμοί γυναικών κ.ά) μπορεί να χαρακτηρίζονται ως απάνθρωποι στο δυτικό κόσμο αλλά για τη Σομαλία προσφέρουν ένα είδος προστασίας απέναντι στην ανεξέλεγκτη βία των οπλαρχηγών.

Παρά το γεγονός λοιπόν ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δυσανασχετεί με τη μακάβρια θρησκευτική πρακτική των ισλαμιστών, χιλιάδες πολίτες βλέπουν στο πρόσωπό τους τη μοναδική δύναμη που είναι σε θέση να επιβάλλει μια στοιχειώδη τάξη στην καθημερινότητά τους. Τάξη η οποία θεωρείται απαραίτητη και από μια ανερχόμενη ομάδα επιχειρηματιών οι οποίοι φαίνεται να στηρίζουν ή τουλάχιστον να ανέχονται την αναρρίχηση των ισλαμιστών στην εξουσία.

Ούτως η άλλως, όπως αναγκάστηκε τελικά να παραδεχθεί και η λεγόμενη διεθνής κοινότητα, η Ένωση ισλαμικών Δικαστηρίων δεν αποτελεί ένα “μονολιθικό μπλοκ”. Αρκετά από τα προεξέχοντα στελέχη της Ένωσης φαίνονται διατεθειμένα να συνεργαστούν με την Ευρώπη αλλά ακόμη και με τις ΗΠΑ προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διατήρησή τους στην εξουσία. Κινούμενος προς αυτή την κατεύθυνση ο επικεφαλής των ισλαμιστών Σαρίφ Αχμέντ έστειλε σε όλους τους ξένους διπλωμάτες επιστολή με την οποία διέψευδε οποιαδήποτε ανάμειξη με τρομοκρατικές οργανώσεις και έτεινε χείρα φιλίας προς τον δυτικό κόσμο. Ο Αχμέντ πάντως εκπροσωπεί τα σχετικά μετριοπαθή στοιχεία της Ένωσης.

Ως εκ τούτου το βλέμμα των ξένων παρατηρητών παραμένει στραμμένο σε άλλα στελέχη των ισλαμιστών όπως ο Χασάν Νταχίρ (ο οποίος βρίσκεται στην αμερικανική λίστα με τους πλέον καταζητούμενους τρομοκράτες) αλλά και διοικητής Αντάν Χασί που φέρεται να έχει εκπαιδευτεί σε στρατόπεδο του Αφγανιστάν.

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση της Σομαλίας, η οποία πρακτικά δεν ασκούσε κανέναν έλεγχο στην πρωτεύουσα, βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Ένωση Ισλαμικών Δικαστηρίων προκειμένου να σχηματιστεί κάποιο είδος κυβέρνησης συνασπισμού.

Ίσως τελικά η Σομαλία να μετατραπεί και αυτή τη δεκαετία σε παράδειγμα προς αποφυγή για όσους χαράσσουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν – 9/6/2006