«Ναι, χαρακτήρισα τον αυταρχικό –αλλά δημοκρατικά εκλεγμένο– Βίκτορ Ορμπάν ρατσιστή και ξενοφοβικό και ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν τον συνέκρινα με τους χειρότερους δικτάτορες του 20ου αιώνα είναι γιατί υπάρχουν πολλά τρομακτικά παραδείγματα και στη σημερινή πραγματικότητα».

Η επιστολή του Ύπατου Αρμοστή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα για τα ρατσιστικά ξεσπάσματα του ακροδεξιού πρωθυπουργού της Ουγγαρίας περιείχε όλα όσα πρέπει να θεωρητικά να αποφεύγει ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του ΟΗΕ: Προσωπικούς χαρακτηρισμούς, σαρκαστικές παρατηρήσεις και σχόλια που κόβουν κάθε γέφυρα επικοινωνίας με την κυβέρνηση μιας χώρας.

Ίσως για αυτό ήταν τόσο αληθινή και απολαυστική. Αυτό που δεν μπορούσε να συμπληρώσει ο Ζέιντ Ράαντ αλ Χουσέιν είναι ότι εξίσου ρατσιστές είναι και το 72% των Ούγγρων, οι οποίοι σε πρόσφατη έρευνα δήλωσαν ότι θέλουν να διώξουν τους μουσουλμάνους μετανάστες και πρόσφυγες. Αυτό, παρά το γεγονός ότι στην Ουγγαρία ζουν μόλις 10.559 άτομα από ολόκληρη την Ασία, 1.064 άνδρες και 260 γυναίκες από την Αφρική και τόσοι λίγοι από τη Μέση Ανατολή ώστε είναι πρακτικά αδύνατο να καταμετρηθούν.

Ο Ορμπάν έχει γίνει ο άνθρωπος που η Δύση λατρεύει να μισεί για τον ρατσισμό του και τις σκοταδιστικές θεωρίες συνωμοσίας του — όπως ότι διεθνείς οργανισμοί θέλουν να δημιουργήσουν ανθρώπινα όντα στο πρότυπο του Σόρος. Το πρόβλημα με αυτή τη θεώρηση είναι ότι όσοι επικρίνουν τον Ορμπάν και τον ουγγρικό ρατσισμό δεν θέλουν να δουν τα πραγματικά αίτια. Ίσως γιατί έτσι θα λεκιάσουν την εικόνα του καλύτερου μαθητή του νεοφιλελευθερισμού που προωθούσαν για δεκαετίες τα διεθνή ΜΜΕ για την Ουγγαρία.

Ο Ορμπάν παρέλαβε μια τόσο «φιλελεύθερη» και ιδιωτικοποιημένη οικονομία, που μπροστά της οι ΗΠΑ και η Βρετανία φαντάζουν σαν τα τελευταία προπύργια του κρατισμού. Σχεδόν το σύνολο των μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών βρίσκονταν στα χέρια ξένων πολυεθνικών που δεν άφηναν ούτε τα τυπικά ψίχουλα που αποζητά μια τοπική, παρασιτική, αστική τάξη για να επιβιώσει. Έχοντας ρίξει τη φορολογία των επιχειρήσεων στο 9% –όταν στις ΗΠΑ παρέμενε στο 35%– και εκτοξεύοντας τους έμμεσους φόρους στα υψηλότερα επίπεδα του πλανήτη, η χώρα δημιούργησε μια πλασματική εικόνα ευημερίας, ενώ στην πραγματικότητα συνέθλιβε το κράτος-πρόνοιας και τα μεσαία και χαμηλά στρώματα — κυρίως στην περιφέρεια.

Σε αυτές τις περιοχές βρήκε ο Ορμπάν την εκλογική βάση για να προωθήσει το ξαναμοίρασμα της πίτας με πολιτικές «οικονομικού εθνικισμού», οι οποίες ευνοούν συγκεκριμένα τμήματα της αστικής τάξης και όχι φυσικά την πλειονότητα του πληθυσμού. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία ήταν απλώς ένα εργαλείο, τη χρήση του οποίου διδάχθηκε ο Ορμπάν από τους μεγαλύτερους δικτάτορες του 20ου και του 21ου αιώνα.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν – 11/3/2018