ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΙΒΗΡΙΑ

Ο ελεγκτής του τρένου με κοίταξε γεμάτος απορία καθώς ετοιμαζόμουν να κατέβω στο σταθμό του Περμ – 1397 ολόκληρα χιλιόμετρα από τη ρωσική πρωτεύουσα. Το ίδιο και οι υπόλοιποι ξένοι επιβάτες που ακολουθούσαν τη θρυλική γραμμή του υπερσιβηρικού από τη Μόσχα στο Βλαδιβοστόκ.

«Οι τουρίστες μπορούν να επιβιώσουν και χωρίς να επισκεφτούν αυτή τη πόλη» έγραφε με ισχυρές δόσεις ειρωνίας ο ταξιδιωτικός οδηγός που κρατούσα στα χέρια μου. Εγώ όμως, ύστερα από 24 ώρες ταξιδιού, είχα φτάσει επιτέλους στον προορισμό μου. Ή «σχεδόν» στον προορισμό μου. Η διαδρομή για το «Περμ 36», ένα από τα δυο εναπομείναντα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, απαιτούσε άλλα 120 χιλιόμετρα μέσα στο μονότονο τοπίο της Σιβηρίας.

Η προσπάθεια να δραπετεύσεις από το κέντρο της πόλης αποδείχθηκε εξίσου κοπιαστική. Τα ρωσικά είναι η μοναδική γλώσσα που έχουν ακούσει σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη και οποιαδήποτε απόπειρα συνεννόησης πέφτει στο κενό (η άγνοια των αγγλικών είναι τόσο ολοκληρωτική ώστε ονόμασαν την τοπική αεροπορική εταιρεία… «κρας αιρ»). Ακόμη χειρότερα, κανένας από τους οδηγούς ταξί δεν φαινόταν να είχε ξανακούσει για το διαβόητο Περμ 36. Η προσπάθειά μου να τους εξηγήσω ότι θέλω να με πάνε σε ένα γκουλάγκ και οι αναφορές μου στον Σολζενίτσιν απλώς ακύρωσαν και τις τελευταίες ελπίδες λογικής επικοινωνίας. Ούτως η άλλως, όπως θα με πληροφορούσε μερικά 24ωρα αργότερα, ένας πηχυαίος τίτλος της Herald Tribune: «Αρκετοί νεαροί Ρώσσοι δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα του Σολτζενίτσιν».

Αισθάνομαι πλέον σαν Αμερικάνος τουρίστας που ζητάει να τον «πετάξουν» μέχρι τη Μακρόνησο αλλά συνεχίζω απτόητος. Και η προσπάθεια ανταμείβεται. Ένας οδηγός δέχεται να διασχίσει τα 120 χιλιόμετρα. Δεν ξέρει που ακριβώς πηγαίνει αλλά δεν φαίνεται να ανησυχεί και πολύ. Τα 1500 ρούβλια που του υποσχέθηκα τον κρατούν ήσυχο και ευχαριστημένο.

Οι αχανείς, καταπράσινες δασικές εκτάσεις της Σιβηρίας που διασχίζει το αυτοκίνητο δεν σε προδιαθέτουν για τη φρίκη του σταλινικού συστήματος πολιτικού σωφρονισμού που σε περιμένει. Φτάνεις να αναρωτιέσαι εάν τελικά η αντίληψη των δυτικών για τα γκουλάγκ ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Άλλωστε πέρα από τις περιγραφές του ίδιου του Σολτζενίτσιν και μερικών ακόμη συγγραφέων ελάχιστοι ερευνητές θα τολμούσαν να μιλήσουν με βεβαιότητα για το πραγματικό μέγεθος του αρχιπελάγους των γκουλάγκ που λειτουργούσε στην ΕΣΣΔ του Στάλιν. Κάποιοι κάνουν λόγο για 17 εκατομμύρια κρατούμενους. Κάποιοι άλλοι τους αμφισβητούν. Κάθε πληροφορία συνθλίβεται ανάμεσα στο νόμο της σιωπής, που είχε επιβάλει το σταλινικό κατεστημένο, και τη λυσσώδη προπαγάνδα της Δύσης που παρουσίαζε την ΕΣΣΔ μόνο σαν μια τεράστια φυλακή.

Από το μυαλό μου περνά μια φράση που μου είχε πει πριν από μήνες η γενική γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας, Αιρίν Χαν: «Τα γκουλάγκ της εποχής μας χτίζονται πλέον από τις ΗΠΑ στο Γκουαντάναμο». Μήπως τελικά κάθε καθεστώς χτίζει τα δικά του perm 36 όσο του το επιτρέπουν οι εσωτερικές και διεθνείς ισορροπίες; Μήπως το ρωσικό αρχιπέλαγος του σωφρονισμού δεν κατέχει την ιστορική μοναδικότητα που του αποδίδουν οι νικητές του Ψυχρού Πολέμου;

Οι σκέψεις σταματούν απότομα καθώς το ταξί σταματά έξω από το σιδερόφραχτο τoίχο του Perm-36. Ένα παλιό φυλάκιο, με ένα σκουριασμένο προβολέα, στέκει στη δυτική πλευρά του στρατοπέδου δίπλα σε ηλεκτροφόρα καλώδια. Στο εσωτερικό σειρές από συρματοπλέγματα δημιουργούν τρεις στενούς διαδρόμους – έναν για τον προαυλισμό των κρατουμένων και δυο λίγο μεγαλύτερους όπου περιπολούσαν στρατιώτες με σκυλιά. Στις ημέρες της «δόξας» του το Perm 36 αποτελούσε στρατόπεδο υψίστης ασφαλείας. Ακόμη και αν κατάφερνες να δραπετεύσεις θα πέθαινες σε λίγα 24ωρα από το πολικό ψύχος του χειμώνα ή τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Από τη Σιβηρία δεν δραπευτεύεις. Πεθαίνεις ή σε πεθαίνουν.

Διαγράφοντας την ιστορία

Θεωρητικά τα ίχνη στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας όπως το Perm 36 δεν έπρεπε να υπάρχουν. Κάθε φορά που έφτανε από τη Μόσχα η εντολή για το κλείσιμο μιας τέτοιας εγκατάστασης οι αρχές φρόντιζαν να εξαφανίζουν κάθε ίχνος. Ούτως η άλλως τα στρατόπεδα αποτελούνταν σχεδόν πάντα από πρόχειρες ξύλινες κατασκευές προκειμένου να χτίζονται γρήγορα στα σημεία όπου υπήρχε ανάγκη καταναγκαστικής εργασίας. Μετά το τέλος των εργασιών τα κτίρια, κυριολεκτικά, ξεθεμελιώνονταν και τα αρχεία με τα στοιχεία των κρατουμένων καίγονταν. Το χιόνι αναλάμβανε να καλύψει τα ίχνη στο έδαφος και η ανοιξιάτικη και καλοκαιρινή βλάστηση τα εξαφάνιζε οριστικά. Τα γκουλάγκ και όσοι έζησαν σε αυτά διαγράφονταν από την επίσημη ιστορία με τον ίδιο τρόπο που οι ήρωες της Οκτωβριανής επανάστασης αφαιρούνταν επιμελώς από τις φωτογραφίες του Στάλιν. Η ιστορία δεν αναθεωρούνταν, απλώς εξαφανιζόταν.

Το Περμ 36 όμως επέζησε από αυτή τη διαδικασία της συλλογικής αμνησίας. Κανένας δεν γνωρίζει γιατί. Ακόμη και οι υπεύθυνοι του χώρου, που σήμερα λειτουργεί υποτιπωδώς σαν μουσείο, δεν μπορούν να εξηγήσουν αυτό το στραβοπάτημα του συστήματος. Ίσως η Ιστορία να χαρίστηκε στο Περμ 36 γιατί για αρκετές δεκαετίες είχε σταματήσει να λειτουργεί σαν στρατόπεδο συγκέντρωσης και είχε πάρει τη μορφή εργοστασίου υλοτομίας.

Οι πρώτοι εργάτες – σκλάβοι έφτασαν εδώ το 1946 για να εργαστούν στην περίφημη Σωφρονιστική Αποικία Εργασίας ΙΤΚ-6. Ένα μικρό, αλλά σημαντικό, νησάκι σε αυτό που ο Σολτζενίτσιν αποκαλούσε «αρχιπέλαγος» και οι σταλινικοί αξιωματούχοι Κεντρική Διοίκηση Σωφρονιστικών Στρατοπέδων Εργασίας (από τα ρωσικά αρχικά των λέξεων προκύπτει και η λέξη GULAG). Ανάμεσά στους κρατούμενους έβρισκες από συνεργάτες των Ναζί μέχρι ήρωες των Μπολσεβίκων που έδωσαν τη ζωή τους για ένα όνειρο που έσβησε νωρίς. Οι «Ανεπιθύμητοι» του σταλινικού καθεστώτος εργάζονταν εδώ σε εργασίες υλοτομίας. Ενώ όμως τα περισσότερα αντίστοιχα στρατόπεδα της Σιβηρίας έκλειναν μόλις εξαντλούνταν τα δέντρα της περιοχής, το Περμ -36 είχε την τύχη και την ατυχία να μετατραπεί στην πρώτη μηχανοκίνητη μονάδα επεξεργασίας ξύλου της χώρας. Έτσι ακόμη και μετά το θάνατο του Στάλιν, όταν έκλεισαν αρκετά από τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, το Περμ 36 συνέχισε να λειτουργεί «φιλοξενώντας» αυτή τη φορά κρατούμενους του κοινού ποινικού δικαίου.

Η ιστορία του Περμ -36 δεν φαίνεται να συμβαδίζει με τις απόψεις του Σολζενίτσιν, ο οποίος θέλησε να συνδέσει τη δημιουργία των Γκουλάγκ όχι με τον δικτάτορα Στάλιν αλλά με τον επαναστάτη Λένιν. Όπως εξηγούσε, αμέσως μετά το θάνατό του, η γερμανική Φρανφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ, για τον Σολζενίτσιν ο σταλινικός τρόμος δεν ήταν ένας «μικρός λόξιγκας της ιστορίας» – ήταν το επακόλουθο της επανάστασης των μπολσεβίκων.

Για τους υπεύθυνους του σημερινού μουσείου η κολοσσιαία αυτή διαφορά, που δίχαζε για δεκαετίες την ευρωπαϊκή αριστερά, φαίνεται να αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια. Η ιστορία για αυτούς χωρίζεται στο πριν και το μετά της Σοβιετικής Ένωσης χωρίς καμία διάκριση ανάμεσα στην επανάσταση, τη σταλινοποιήση και την μετέπειτα μερική αποσταλινοποιήση του καθεστώτος από τον Νικίτα Χρουστσόφ.

Μια υπάλληλος του μουσείου με οδηγεί στη παλιά αίθουσα επιμόρφωσης των φυλακών. Μια βιβλιοθήκη συγκρατεί με δυσκολία τα άπαντα του Λένιν και ένα μικρό βιβλίο του Στάλιν. Δίπλα, φωτογραφίες από τους σημαντικότερους κρατούμενους που πέρασαν από τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις κατηγορούμενοι για αντισοβιετική προπαγάνδα. Ανάμεσά τους και άνθρωποι όπως ο Σεργκέι Ταρατούκχιν – γνωστός κληρικός που υπήρξε προστατευόμενος του ολιγάρχη Μιχαήλ Χοντορκόφσκι αλλά τελικά βρήκε ασφαλέστερο καταφύγιο στην αυλή του Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο πατέρας Σεργκέι εξέτυε ποινή φυλάκισης στο Περμ όταν ο πρώην πρόεδρος και σημερινός πρωθυπουργός ξεκινούσε την καριέρα τους ως πράκτορας της KGB. Από τους τρείς ήρωες της ιστορίας ο κληρικός αναριχήθηκε στην ιεραρχια της εκκλησίας, ο πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών έφτασε στην κορυφή της εξουσίας και ο οιλιγάρχης κατέληξε στις σύγχρονες φυλακές της Σιβηρίας. Η ιστορία έχει αυτή την αναθεματισμένη συνήθεια να επαλαμβάνεται σαν φάρσα όπως θα έλεγε και ο Μαρξ. Και σε αυτή την περίπτωση δεν θα διαφωνούσε μαζί του ούτε ο Σολζενίτσιν.

Οι μυστικές πόλεις του Στάλιν

«Να επιστρέψουμε στη Μόσχα. Να πουλήσουμε το σπίτι, να τελειώσουμε όλες τις δουλειές και μετά.. στη Μόσχα». Η φωνή από τις Τρεις Αδελφές του Τσέχοφ, την Όλγα, τη Μάσα, και την Ιρίνα στοιχειώνει ακόμη την πόλη του Περμ. Από εδώ ήθελαν να αποδράσουν τα μέλη της παρηκμασμένης μεγαλοαστικής οικογένειας για να γυρίσουν στον τόπο των ονείρων τους. Στη Μόσχα. Για τους περισσότερους μελετητές ήταν αυτή η σκονισμένη γωνιά της Σιβηρίας που ενέπνευσε τον Τσέχοφ να χτίσει τη φυλακή των ηρώων του. Ο ίδιος ο Τσέχοφ βέβαια ελάχιστα ενδιαφερόταν για το Περμ. «Θα μπορούσε να είναι και το Εκατερίνεμπουργκ» είχε δηλώσει το 1890 εκφράζοντας μια ισχυρή δόση απέχθειας για όλες τις επαρχιακές πόλεις της Ρωσίας. Η ρετσινιά όμως έμελε να μείνει για πάντα στους κατοίκους του Περμ.

Λίγα χρόνια αργότερα, στην κατάθλιψη της πόλης ήρθαν να προστεθούν και οι ήρωες από το έργο Δόκτωρ Ζιβάγκο- ο Γιούρι και η Λάρα. Ο Μπόρις Πάστερνακ τοποθέτησε τους ήρωές του στην φανταστική πόλη του Γιουριάτιν η οποία ουσιαστικά είναι πιστό αντίγραφο του Περμ, στο όποιο έζησε και ο ίδιος ορισμένα χρόνια της ζωής του.

Η πόλη, όμως, που ιδρύθηκε με διαταγή του Τσάρου Πέτρου Ι’ το 1723 θα έμενε στην ιστορία όχι για την αποτύπωσή της στα έργα του Τσέχοφ και του Πάστερνακ αλλά για την «εξαφάνισή» της από τον Στάλιν. Ο Ρώσος ηγέτης την μετονόμασε αρχικά από Περμ σε Μολότοφ προς τιμήν του περίφημου υπουργού εξωτερικών. Σύντομα μεταφέρθηκαν στην πόλη ορισμένες από τις σημαντικότερες πολεμικές βιομηχανίες της Σοβιετικής Ένωσης προκειμένου να διασωθούν από την προέλαση των ναζιστικών στρατευμάτων στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Το Περμ αποτελούσε πλέον μια από τις διαβόητες «μυστικές πόλεις του Στάλιν». Είχε έρθει η στιγμή να σβηστεί από το πρόσωπο της Γης.

Απροσπέλαστες για όλους τους ξένους αλλά ακόμη και Ρώσους πολίτες οι λεγόμενες μυστικές πόλεις συχνά έχαναν οριστικά το όνομά τους και εξαφανίζονταν από τους επίσημους χάρτες. Ομάδες υπαλλήλων στη Μόσχα αναλάμβαναν να διαγράψουν οποιαδήποτε αναφορά είχε υπάρξει σε επίσημα έγγραφα. Μόνο ένας ταχυδρομικός κωδικός – γνωστός σε ελάχιστους αξιωματούχους – έμενε να θυμίζει ότι κάπου κρυβόταν μια ολόκληρη πόλη.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι μυστικές πόλεις, όπως το Περμ φιλοξενούσαν ορισμένα από τα απόρρητα εργαστήρια ερευνών της σοβιετικής υπερδύναμης όπου επιστήμονες δοκίμαζαν την τεχνολογία νέων οπλικών συστημάτων. Οι μυστικές πόλεις αποτελούσαν το άγιο δισκοπότηρο της αμερικανικής κατασκοπείας που επιχειρούσε για δεκαετίες να εντοπίσει τη θέση τους με τη βοήθεια δορυφόρων και κατασκοπευτικών αεροσκαφών. Ήταν άλλωστε σε μικρή απόσταση από το Περμ που η σοβιετική αεράμυνα κατέρριψε το 1960 το κατασκοπευτικό αεροσκάφος U2 της CIA εξευτελίζοντας την Ουάσινγκτον.

Σήμερα τίποτα από αυτά δεν θυμίζει το σύγχρονο περμ – την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ρωσίας. Οι ηρωίδες του Τσέχοφ πιθανότατα θα αποφάσιζαν να μην φύγουν ποτέ για τη Μόσχα. Θα έτρωγαν σούσι στα δεκάδες πολυτελή εστιατόρια και εμπορικά κέντρα που ξεπροβάλλουν σε κάθε γωνιά της πόλη. Τις νύχτες θα ξανάβρισκαν τον ξεπεσμένο μεγαλοαστισμό τους σε κάποιο νυχτερινό κέντρο. Και στο τέλος της ιστορίας θα ενώνονταν με τα ιερά δεσμά του γάμου προσερχόμενες στην εκκλησία μέσα σε μια νοικιασμένη λιμουζίνα μήκους δέκα μέτρων.

Ο δόκτωρ Ζιβάγκο μπορεί να μην ανακάλυπτε στο σημερινό Περμ τον χαμένο ιδεαλισμό των φοιτητικών του χρόνων αλλά πιθανότατα θα έβρισκε μια αξιοπρεπέστατη θέση στο τοπικό νοσοκομείο. Τα απογεύματα ίσως να απολάμβανε και αυτός τον καφέ του, στη συμβολή των οδών Λένινα και Κάρλα Μάρξα.

Η πόλη φαίνεται να έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της. Πέταξε στο καλάθι της συλλογικής αμνησίας τις φρικτές ημέρες του σταλινισμού και κράτησε μόνο τις καλύτερες αναμνήσεις του σύντομου 20ου αιώνα.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή, Αύγουστος 2008