Του Δημήτρη Κούλαλη – nostimonimar.gr
«Τα δεδομένα είναι η πρώτη ύλη του μέλλοντος» – Άνγκελα Μέρκελ, συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Σεπτέμβριος 2015 (Το συνέδριο ήταν μια… ευγενική χορηγία της Google, της Facebook, της Γερμανικής Ένωσης για την Ψηφιακή Οικονομία και του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Γερμανικών Εταιρειών Συμμετοχών).

Όταν ο αλγόριθμος «PageRank» της Google άρχισε να αποκτά τον έλεγχο του διαδικτύου το 1996, σε ένα έργο που χρηματοδοτήθηκε από το αμερικανικό Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών, ο Larry Page και ο Sergey Brin ξεκίνησαν μια διαδικασία που έμελλε να ανατρέψει τα πάντα στην πηγή της πληροφορίας.

Με την αρχειοθέτηση μιας όλο και πιο διευρυμένης μνήμης cache των διευθύνσεων URL βάσει της πυκνότητας συνδέσεων και των λογιστικών-στατιστικών στοιχείων συμμετοχής των χρηστών, αναπτύχθηκε ένας αλγόριθμος ο οποίος ανέθεσε τη βελτίωση της μηχανής αναζήτησής τους στους ίδιους τους πελάτες. Δηλαδή, τους χρήστες μιας εκ των πολλών δωρεάν υπηρεσιών της Google. Έτσι, οι χρήστες ισχυροποίησαν και βελτίωσαν τον αλγόριθμο απλά «σερφάροντας», προσελκύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο περισσότερους καταναλωτές στο βελτιωμένο προϊόν , δημιουργώντας παράλληλα μια μεγαλύτερη βάση για την τελειοποίηση της μηχανής αναζήτησης.

Η κίνηση μέσω του φυσικού χώρου (Google Maps), τα αναμενόμενα μελλοντικά γεγονότα (Google Calendar) και οι μετρήσεις στην καθημερινή χρήση του Διαδικτύου (Google Chrome) είναι τα κοινά κομμάτια ενός βιογραφικού πάζλ που συνθέτουν όσα αναφέρονται στη σελίδα απορρήτου της εταιρείας ως «πράγματα που σας κάνουν αυτό που είστε».

Ομοίως και η Αmazon. O παντοκράτορας του λιανικού εμπορίου, ήδη από το 2003, καθιερώθηκε ως πρωτοπόρος στην στοχοθετημένη διαδικτυακή διαφήμιση, χρησιμοποιώντας μια ογκωδέστατη σειρά από επιμέρους ιστορικά αγοράς προκειμένου να τροφοδοτήσει αλγόριθμους που δημιουργούν δείκτες ομοιότητας (για κάθε ψηφιακό στοιχείο) και εργαλεία δημιουργίας καταναλωτικών προφίλ.

Πρόκειται για μια τεράστια συλλογή μεταδεδομένων με κρυφό και έμμεσο τρόπο, συμφωνούν αρκετοί αναλυτές, δικαιώνοντας, έστω λίγο παραφρασμένα, τη ρήση της κριτικού ταινιών Annette Michelson το 1979 ότι στην «εποχή των ψηφιακών επικοινωνιών, τα δεδομένα σας – και όχι εσείς οι ίδιοι – είναι το προϊόν που παραδίδεται μαζικά».

Εν ολίγοις, τα λεπτομερή προφίλ των χρηστών των διαδικτυακών πλατφορμών συσκευάζονται και πωλούνται στους διαφημιστές μαζικά, χωρίς έσοδα για τους καταναλωτές-παραγωγούς, των οποίων η εργασία τούς αποφέρει κέρδος.

Το φάντασμα της «υπεραξίας» πλανιέται πάνω από τα κεφάλια των ταγών του τέλους της Ιστορίας, ίσως ισχυριζόταν κάποιος σ’ αυτό το σημείο…

Η εκτεταμένη υλική υποδομή που διαθέτουν οι μονοπωλιακοί όμιλοι της πληροφορίας είναι το κλειδί που ανοίγει τα ξέχειλα θησαυροφυλάκιά τους. Όπως εξηγούσε ο Έντουαρντ Σνόουντεν το 2015: «Τα μεγάλα δεδομένα έχουν χαρακτηριστεί ως το νέο πετρέλαιο: είναι άχρηστα στην ωμή μορφή τους, αλλά εξελίσσονται σε ολόκληρη περιουσία με το σωστό ραφινάρισμα». Για να συνεχίσει μετά: «Τα μεταδεδομένα μοιάζουν πολύ με αυτά που κάνει ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ όταν ακολουθεί κάποιον. Δεν είναι καν κοντά σας, όταν κάθεται πίσω σας σε ένα καφέ, για να πιάσει κάθε λέξη που λέτε σε μια ψιθυριστή συνομιλία. Αλλά θα ξέρει πού ήσαστε, θα γνωρίζει με ποιον συναντηθήκατε, θα ξέρει πότε συνέβη, θα ξέρει πώς φύγατε, θα ξέρει πού πήγατε. Και αν το δείτε συνολικά, λέτε την πλήρη ιστορία της ζωής κάποιου. Το Facebook δεν γνωρίζει μόνο την κατάσταση της σχέσης σας, τα πράγματα που σας αρέσουν και πού βγάλατε τις φωτογραφίες προφίλ σας – συνδέει επίσης αυτές τις πληροφορίες με οτιδήποτε κάνετε σε μια εξωτερική εφαρμογή στην οποία έχετε πρόσβαση μέσω ενός Facebook login ή σε μια οποιαδήποτε ιστοσελίδα στην οποία έχετε πρόσβαση από εκεί. Αυτό του επιτρέπει να συσχετίζει τις επιλογές σας στο Tinder με τις συναλλαγές σας στο Venmo, τις βόλτες σας με το Uber με τους ακολούθους σας στο Instagram, τις παραγγελίες σας στο Seamless με τις προτιμώμενες πηγές ειδήσεων και τον τρόπο με τον οποίο έχετε πρόσβαση σε αυτές».

Για να γίνει κατανοητή η συσσώρευση κεφαλαίου που υποκρύπτει αυτή η εξαγωγή του πλούτου των δεδομένων, αρκεί μόνο να ειπωθεί ότι:

  • Η Twitter μισθώνει με σύμβαση leasing περίπου το 1/5 από ένα κέντρο δεδομένων 990 χιλιάδων τ.π. στην Ατλάντα, όπου αποθηκεύει πάνω από πεντακόσια πεταμπάιτς δεδομένων και επεξεργάζεται, αναλύει και αποθηκεύει σε κρυφή μνήμη μισό εκατομμύριο tweets /ημέρα.
  • Τα επτά κέντρα δεδομένων της Facebook κυμαίνονται από 160- 487 χιλ. τ.π., με την εταιρεία να δαπανά πάνω από 3,6 δισ. δολάρια σε “εξοπλισμό δικτύωσης” στο τέλος του 2015,
  • Η Google δαπανά άνω των 5 δισ. δολαρίων/τρίμηνο για τα 16 μαζικά κέντρα δεδομένων της που βρίσκονται σε τέσσερις ηπείρους και στεγάζουν πάνω από ένα εκατομμύριο διακομιστές.

Ενδεχομένως, τα δαπανώμενα ποσά για τη «διύλιση» των μεταδεδομένων να φαίνονται μεγάλα. Αν λέγαμε όμως, ότι μόνο για το 2016 οι τεχνολογικοί γίγαντες: Facebook, Amazon και Google είχαν απολαβές που ξεπερνούσαν τα 250 δισ. δολάρια, έχοντας παράλληλα «πνίξει» όποιον νέο παίκτη προσπαθούσε να εισέλθει στην αγορά (το 2011, η Google εξαγόραζε μια εταιρεία την εβδομάδα, το 2012, η Facebook εξαγόρασε το Instagram και το 2014 το WhatsApp, ενώ όλοι θυμούνται την ιστορία με τη λιανική εταιρεία πώλησης βρεφικών προϊόντων «diapers.com», την οποία η Amazon εξαφάνισε, αρχικά μειώνοντας τις τιμές της στα ίδια προϊόντα και στη συνέχεια εξαγοράζοντάς την) θα βλέπαμε ότι τα λεφτά που επενδύονται είναι ελάχιστα μπροστά στα υπερκέρδη που αποκομίζουν καθημερινά.

Πρόκειται για «ψηφιακή φεουδαρχία», έγραφε πριν από μερικά χρόνια ο Αντόνι ντε Ρόσα, διευθυντής περιεχομένου στο Ρόιτερς. «Μας πιάνουν κορόιδα για να ταΐζουμε το θηρίο, για να δημιουργούμε περιεχόμενο που καταλήγει να αποφέρει υπέρογκα κέρδη για λογαριασμό άλλων», σχολίαζε δηκτικά.

Ενώ, ο Robert Epstein, ερευνητής ψυχολόγος στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Έρευνας Συμπεριφοράς και Τεχνολογίας, σε έρευνά του για τον τρόπο κατάταξης των αποτελεσμάτων αναζήτησης και επηρεασμού της εκλογικής συμπεριφοράς κατέληγε ότι: «(…)Μιλάμε για την πιο ισχυρή μηχανή ελέγχου του νου που ανακαλύφθηκε ποτέ στην ιστορία του ανθρώπινου γένους».

Η πραγματικότητα αδιάψευστος μάρτυράς τους.

Ο μέσος χρήστης του Facebook είχε αξία περίπου 15 δολ/έτος στις αρχές του 2016. Για την Google, ο αριθμός αυτός ήταν περίπου 33 δολάρια. Αυτοί μπορεί να φαίνονται μικροί αριθμοί, όμως γίνονται τεράστιοι όταν πολλαπλασιάζονται σε μια τεράστια βάση καταναλωτών- περίπου 2 δισεκατομμυρίων- και θα συνεχίσουν να αυξάνονται καθώς βελτιώνεται η ικανότητα των εταιρειών να μετατρέπουν «απλές» πληροφορίες σε κερδοφόρες γνώσεις, όπως αναφέραμε προηγουμένως.

Αναρωτιέται μήπως κανείς γιατί μιλάμε για μονοπώλιο; Μα γιατί οι ίδιοι οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους.

Η Facebook, φερεπείν, κατέχει το 77% της κίνησης κινητής κοινωνικής δικτύωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2017, σε συνδυασμό με τη Google ήλεγχαν το 70% της παραπομπής εξωτερικής κυκλοφορίας στις ιστοσελίδες ειδήσεων. Οι μετοχές της Amazon και της Alphabet ξεπέρασαν τα 1.000 δολάρια τον μήνα- ενώ η πρώτη, αναμένεται να συγκεντρώσει το ήμισυ των online πωλήσεων των ΗΠΑ μέχρι το 2021.

Παράλληλα, η εταιρεία του Mark Zuckerberg βάζει στη τσέπη, χοντρικά, το ¼ όλων των διαφημίσεων στο διαδίκτυο και την κινητή τηλεφωνία, το οποίο μόνο μία χρονιά ανήλθε γύρω στα 40 δισ. δολάρια.

Ο ιδρυτής του Facebook, αναγνωρίζει ξεκάθαρα πόση εξουσία έχει συγκεντρώσει η εταιρεία του. «Το Facebook μοιάζει περισσότερο με κυβέρνηση παρά με παραδοσιακή εταιρεία», δήλωνε γεμάτος κομπασμό. Για να συνεχίσει: «Έχουμε μια τεράστια κοινότητα ανθρώπων, και περισσότερο από κάθε άλλη τεχνολογική εταιρεία εμείς επιβάλλουμε πολιτικές». Άποψη με την οποία φαίνεται να συμφωνεί και ο άρτι αφιχθείς πρόεδρος της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC), Joe Simons, ο οποίος έχει καταθέσει ότι πιστεύει ότι τα μονοπώλια της πλατφόρμας έχουν τη δύναμη «να χρησιμοποιήσουν ακατάλληλα μέσα για να παραμείνουν μεγάλα».

Το «επιθετικό» λόμπινγκ κατά του Νόμου περί Έντιμων Διαφημίσεων (Honest Ads Act), μιας απλής πρότασης δημοσιοποίησης που τέθηκε επί τάπητος από τους Γερουσιαστές Amy Klobuchar και Mark Warner, είναι ένα παράδειγμα. Για χρόνια ολόκληρα η Facebook ασκούσε επιτυχώς πίεση με σκοπό να μπλοκάρει κανονισμούς απορρήτου, όπως τους κανονισμούς που θα ρύθμιζαν τις τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου.

Ποιο το κέρδος από μια τέτοια καταφανή καταπάτηση του δημοσίου συμφέροντος; Όταν το Facebook το 2011 υπέγραψε το «διάταγμα συγκατάθεσης» με την FTC, τα ετήσια έσοδά του ανέρχονταν σε 3,7 δισ. δολάρια. Το 2017 ήταν πάνω από 10 φορές μεγαλύτερα.

***

«Η δύναμή σας μερικές φορές με τρομάζει. (…)Το πρόβλημα είναι ότι οι εταιρείες γνωρίζουν πάρα πολλά για εμάς, και πολύ λίγa για τον εαυτό τους» – Γερουσιαστής Τζον Κένεντι της Λουιζιάνα, Οκτώβριος 2017, προς τους γενικούς συμβούλους της Facebook και της Google

Tα λόγια του γερουσιαστή έρχονται να ματώσουν την οικονομίστικη ψυχή κάθε νεοφιλελεύθερου θιασώτη του πρωτοπόρου και καινοτόμου ρόλου των ισχυρών επιχειρήσεων της πληροφορίας. Κι αυτό, διότι, θίγει, έστω έμμεσα, το ζήτημα ελέγχου τέτοιου είδους επιχειρήσεων: Μονοπωλιακών.

Είναι ουρανόμηκες σφάλμα να πιστεύει κάποιος ότι τα προσωπικά δεδομένα, όπως αυτά των δύο εκατομμυρίων Λονδρέζων πολιτών-καταγεγραμμένων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας που δόθηκαν στην εταιρεία «DeepMind» δεν θα αποτελέσουν πρώτη ύλη πλουτισμού για την επιχείρηση;

Η απάντηση είναι, ναι! Εντός του υπάρχοντος πολιτικού, κυρίως, όμως, οικονομικού πλαισίου, δεν υπάρχει το περιθώριο για μια επιχείρηση να συλλέξει τα δεδομένα- με όποιο πρόσχημα και αν το κάνει- παρά μονάχα εις βάρος της κοινωνίας.

Και αν δεν πιστεύετε εμάς, που έχουμε κάποια παλιά χρωστούμενα με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, ο Μάικλ Τσέρτοφ, πρώην υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των κυβερνήσεων Μπους και Ομπάμα (2005-2009) και συσσυγραφέας του περιβόητου PATRIOT ACT, ίσως τα λέει καλύτερα: «(…)O αριθμός των ευαίσθητων δεδομένων που συλλέγονται από τις ψηφιακές εταιρείες είναι πολύ ανησυχητικός. Φανταστείτε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες θα διαφοροποιούν σύντομα την προσφορά τους με βάση τα δεδομένα που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής – κάτι που κάνει τον Big Brother του Όργουελ να μοιάζει παιδικός».

****

Άραγε, ποιος ο σκοπός αυτού του σημειώματος; Να ξιφουλκήσει ενάντια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ); Να αναδείξει την πλαστότητα του εταιρικού ψηφιακού κόσμου που εκμεταλλεύεται τη δουλειά άλλων για να πλουτίζει ασύστολα, αψηφώντας ταυτόχρονα κάθε έννοια δημοκρατίας, ηθικής, γνώσης και ορθού λόγου; Να αναρωτηθεί αν η αντικατάσταση του ν. 2472/1997 από τον νέο ευρωπαϊκό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων [2016/79]*** είναι αρκετή για την προστασία των Ευρωπαίων; Να προτείνει την κατάργηση των ΜΚΔ ή ακόμη και του ίδιου του διαδικτύου; Του τηλεφώνου, μήπως (!);

Η απάντηση είναι λίγο πιο περίπλοκη.

Δεν θα διαφωνήσει, νομίζουμε, κανείς στο γεγονός ότι η τεχνολογία μπορεί και οφείλει να σταθεί αρωγός στην ανθρωπότητα. Δεν θα διαφωνήσει, νομίζουμε, κανείς ότι σκοπός του κάθε καπιταλιστή είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους και ο περιορισμός της ζημίας.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν μια σπουδαία τεχνολογική εφαρμογή όπως τα ΜΚΔ τίθενται, ως μονοπώλιο, στην υπηρεσία μιας δράκας ολιγαρχών καθιστώντας παράλληλα την κοινωνία καθημαγμένο δούλο του μέγιστου κέρδους τους;

***

Οι προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι μέχρι τώρα για την αντιμετώπιση αυτού του μεγάλου κινδύνου για τους πολίτες είναι ανεπαρκείς. Οι νόμοι προσχηματικοί. Ο αναλυτής Ames McQuivey, αναφέρει ότι οι πρόσφατες δραματικές αυξήσεις στις τιμές των μετοχών θα μπορούσαν να είναι ένα σημάδι ότι οι επενδυτές υποτιμούν την πιθανότητα λήψης μέτρων από οποιαδήποτε ρυθμιστική αρχή.

Τείνουμε να συμφωνήσουμε μαζί του.

Ο Μαρκ Αντρέσεν, επενδυτής της Silicon Valley, έχει δηλώσει ότι ο καπιταλισμός «τρώει τον κόσμο».

Γνώμη του γράφοντος είναι ότι καμία πραγματική λύση δεν μπορεί να δοθεί από ένα κράτος που λειτουργεί ως εμπροσθοφυλακή ιδιωτικών συμφερόντων.

Μα, θα αναρωτηθεί πολύ σωστά κάποιος, ακόμη και αν άλλαζε ο εξουσιαστικός πυρήνας του σύγχρονου κράτους, ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί ότι δεν θα συνεχιστεί, τουλάχιστον, η παρακολούθηση και η προσπάθεια πρόληψης και de facto καταστολής οιασδήποτε λαϊκής διεκδίκησης;

Κανείς, είναι η απάντηση. Φευ, μιλάμε για την εξουσία. Για αυτό ενδεχομένως, ακόμη και τώρα- με τον υπάρχοντα αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων- η πίεση για αμεσότερη εμπλοκή του κόσμου της εργασίας στον έλεγχο του κράτους και των υπηρεσιών του να ήταν ένα πρώτο βήμα διαμόρφωσης των συνθηκών για το πέρασμα σε μια άλλου είδους εξουσία. Με τους εργαζόμενους στο προσκήνιο. Όχι θεατές.

Τροφή για σκέψη και πολιτική εγρήγορση. Θα επανέλθουμε.


ΠΗΓΕΣ:
Αρθρογραφία
Le Monde diplomatique , Σεπτέμβριος 1975, « Libre circulation de l’information et domination mondiale »
National Science Foundation, 17/8/2004, «On the Origins of Google»
The New York Times, 13 /2/2011, «At media companies, a nation of serfs»
Truthdig, 21/2/2011, «Huffington’s plunder»
Τechcrunch.com, 7/12/2011, «Eric Schmidt: Google Is Buying One Company A Week»
Le Monde diplomatique, 2/3/2013, «Πρόκληση στην ψηφιακή ηγεμονία των ΗΠΑ- Ποιος θα ελέγξει το Διαδίκτυο;»
Le Monde diplomatique, 11/5/2013, «Ψηφιακή προσομοίωση των κοινωνικών συγκρούσεων»
Le Monde diplomatique, 28/9/2013, «Εκτροπή προς την αστυνομοκρατία»
Le Monde diplomatique, 1/2/2014, «Πώς η εμμονή με την ασφάλεια φιμώνει τη δημοκρατία»
Ιnfowar, 22/5/2016, «Να εθνικοποιήσουμε το facebook»
Περιοδικό Jacobin, 14/3/2017, «Big Data’s Hidden Labor»
Περιοδικό Δημοσιογραφία, 21/3/2017 , «Google, δημοκρατία και η αλήθεια για την αναζήτηση στο διαδίκτυο»
ΒΒC, 9/6/2017, «Are Google, Amazon and others getting too big?»
Νόστιμον Ήμαρ, 18/9/2017, «Ο Όργουελ ζει στο πορτοφόλι σου»
Infowar, 08/10/2017, «Ποιος κυβερνά αυτό το facebook;»
Guardian, 2/11/2017, «How to stop Google and Facebook from becoming even more powerful»
Ριζοσπάστης, 23-24/12/2017, «Το Facebook και ο «Μεγάλος Αδελφός»
Washington Post, 28/12/2017, «Chechnya’s leader just got kicked off Instagram because of U.S. sanctions. Why only him?»
Telesur, 30/12/2017, «Social Media Imperialism? Facebook Bans Palestinian Content at Behest of Israel, US»
ΤVXS, 17/3/2018, «Τα big data στον λαό! Ένα μανιφέστο για την κρατικοποίηση των δεδομένων»
Guardian, 22/3/2018, «Facebook must be restructured. The FTC should take these nine steps now»
Πρώτο θέμα, 31/3/2018, «Οι Αμερικανοί δεν εμπιστεύονται πλέον το Facebook»
Καθημερινή, 6/4/2018, «Facebook: Υποκλαπέντα δεδομένα 87 εκατ. χρηστών»
Democracy Now, 23/5/2018, «Malkia Cyril on Facebook’s Civil Rights Audit & How Amazon Sells Facial Recognition Tools to Police»
GLOBSEC, 24/5/2018, «18 by Issues: Cyber Threats and Opportunities»
Η Eφημερίδα των Συντακτών, 9/6/2018, «Το καλό νόμισμα διώχνει το κακό»
Ριζοσπάστης, 16-17/6/2018, «Μια αποκαλυπτική έκθεση για «τα μελλοντικά καθήκοντα» της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας»
Infowar, 27/06/2018, «ΗΠΑ: Συνάντηση τεχνολογικών κολοσσών με τις υπηρεσίες πληροφοριών»
Ριζοσπάστης, 7-8/7/2018, «Και η «έξυπνη αντίσταση» της Γερμανίας»
Περιοδικό Δημοσιογραφία, τ. Χειμώνας ’18, «Αρρωγος της δημοκρατιας ή εμπόδιο το διαδίκτυο;»
***LawNet, «Οι 6 πρακτικές διαφορές του Νέου Κανονισμού για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων»

Βιβλιογραφία
** Mιχ. Λιανός, Απόσπασμα από το βιβλίο «Όψεις της νέας παρακολούθησης- Διεθνείς και ελληνικές προσεγγίσεις», Βιβλιόραμα, 2010
««Ομπάμα – Πώς γκρεμίστηκαν οι αυταπάτες», Γ. Λούλης, Καστανιώτης, 2014
«Η κατάργηση των μετρητών και οι συνέπειες της», Ν. Χέρινγκ, Λιβάνης, 2016
*« Η αυτοκρατορία της επιτήρησης», Ι. Ραμονέ, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017
«Τα νέα πρόσωπα του φασισμού», Ε. Τραβέρσο, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017
«Το χρονικό του αύριο», Κ. Λουλουδάκης-Δ. Κούλαλης, Α/Συνέχεια, 2018

Ντοκιμαντέρ
«Catastroika», Ιnfowar Productions, 2012