Δελαστίκ

Ο Δελαστίκ δεν ήταν ένας «μοναχικός λύκος» της δημοσιογραφίας

Του Άρη Χατζηστεφάνου για το ΠΡΙΝ

Ένας χρόνος χωρίς τον Γιώργο Δελαστίκ φαντάζει ελάχιστο χρονικό διάστημα. Ίσως γιατί έχεις διαρκώς την αίσθηση ότι μπορείς να τον πάρεις ανά πάσα στιγμή τηλέφωνο — όταν τα πράγματα στην επαγγελματική ή την προσωπική σου ζωή βγαίνουν εκτός σχεδίου. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το διάστημα που βρισκόμαστε μακριά του είναι πολύ μεγαλύτερο. Ταυτίζεται χρονικά με τη στιγμή που αποσύρθηκε από τη δημοσιογραφία λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, αφήνοντας πολλούς από εμάς όχι απλώς με ένα δυσαναπλήρωτο κενό – όπως γράφουν στα τυπικά αποχαιρετιστήρια μηνύματα – αλλά κυριολεκτικά σε κατάσταση απόγνωσης.

Τώρα, ποιον θα καλέσεις, όταν τα στοιχεία ενός άρθρου που ετοιμάζεις δεν κολλάνε μεταξύ τους; Όταν καταλαβαίνεις ότι χάνεις ένα κομβικό σημείο του ρεπορτάζ, το οποίο ο Γιώργος θα ακουμπούσε για σένα στο τραπέζι σαν το χαμένο κομμάτι ενός παζλ; Κυρίως, όμως, όταν συνειδητοποιείς ότι το συμπέρασμά σου, στο οποίο κατέληξες μέσα από τις μαρξιστικές μεθόδους έρευνας και συλλογισμού που αυτός σου δίδαξε, έρχεται σε σύγκρουση με τη συντριπτική πλειονότητα όσων ασχολούνται με το ίδιο θέμα; Μπορείς να βγεις μόνος, κόντρα στο ρεύμα; Θα σε αντιμετωπίσουν σαν τον Δον Κιχώτη ή σαν τον ήρωα του Ιονέσκο, που παίρνει το όπλο του, όταν όλοι μετατρέπονται σε ρινόκερους; Θα προσπαθήσουν δηλαδή να σε γελοιοποιήσουν ή να σε απομονώσουν.

Ο Γιώργος Δελαστίκ δεν έδειχνε να νοιώθει ποτέ αυτόν τον φόβο. Αφού πρώτα οικοδομούσε το επιχείρημά του, με την επιμέλεια ενός επιστήμονα που περνά αμέτρητες ώρες στο εργαστήριο, έβγαινε μπροστά να ανακοινώσει το πόρισμά του, αδιαφορώντας για τη θύελλα αντιδράσεων που μπορεί να προκαλούσε. Θυμάμαι ακόμη τη σχεδόν στιγμιαία αντίδρασή του, όταν το 2005 η εφημερίδα της Δανίας Jyllands-Posten δημοσίευσε τα πρώτα σκίτσα του Μωάμεθ, που προκάλεσαν εξεγέρσεις σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες. Ενώ σύσσωμη η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη έπεφτε στην παγίδα περί της «προάσπισης της ελευθερίας του λόγου», ο Δελαστίκ είχε ήδη στήσει στο μυαλό του μια πολυεπίπεδη ανάλυση: για την προσπάθεια συγκάλυψης των επιπτώσεων του δυτικού ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας, για τις μεθοδεύσεις φιλοδυτικών μουσουλμανικών κυβερνήσεων που εκμεταλλεύτηκαν τις αντιδράσεις των πιστών, για τον ρόλο του Ισλάμ όχι μόνο ως «όπιου του λαού» και «στεναγμού των καταπιεσμένων» αλλά και ως εθνικής ταυτότητας κ.ο.κ. Μόνο με βάση μια τόσο στιβαρή ανάλυση μπορούσαμε να κατανοήσουμε, δέκα χρόνια αργότερα, τη φρικιαστική και απάνθρωπη επίθεση στο Charlie Hebdo, καταλαβαίνοντας ότι οι πραγματικοί θύτες και τα διαρκή θύματα δεν ταυτίζονται με την εθνική ταυτότητα ή τη θρησκεία των δολοφόνων και των φυσικών θυμάτων τους.

Χάρη στον επιστημονικό ορθολογισμό που συνόδευε τον δημοσιογραφικό του λόγο, μπορούσε ταυτόχρονα να αναλύει π.χ. την τουρκική επιθετικότητα αλλά να είναι ταυτόχρονα ο πρώτος που θα επισήμαινε όλες τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από την ελληνική πλευρά, να στηρίζει ένα νέο διεθνές κίνημα, αναγνωρίζοντας τις τυχόν δομικές αδυναμίες του, να μην τυφλώνεται από ενθουσιασμό, όταν ο εχθρός του αποκτούσε έναν νέο εχθρό, ο οποίος θα μπορούσε να εξελιχθεί και σε δικό σου εχθρό. Ακόμη και αν σε κάποιο θέμα διαφωνούσες με την τόσο γερά δομημένη σκέψη του, ήξερες ότι δεν μπορούσες να το καταλάβεις χωρίς να ακούσεις τη δική του ανάλυση.

Ο Δελαστίκ, βέβαια, δεν ήταν ένας ψυχρός τεχνοκράτης των διεθνών σχέσεων. Αναζητούσε πάντα τους αδύναμους και τους κατατρεγμένους για να τους φέρει στο επίκεντρο της ιστορίας. Σε όλη του την πορεία έκανε πράξη την φράση του άλλου μεγάλου αναλυτή Ρόμπερτ Φισκ (που έφυγε λίγες ημέρες μετά τον Γιώργο στις 30 Οκτωβρίου του 2020) ότι «οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι ουδέτεροι και αμερόληπτοι μόνο στο πλευρό όσων υποφέρουν».

Σε αντίθεση όμως με άλλες μεγάλες μορφές του παγκόσμιου δημοσιογραφικού στερεώματος, που συχνά δρούσαν σαν μοναχικοί λύκοι συγκεντρώνοντας πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας, ο Δελαστίκ ήταν από μόνος του μια ολόκληρη σχολή δημοσιογραφίας για γενιές συναδέλφων. Η εβδομαδιαία σύσκεψη του Πριν, στην οποία είχα την τιμή να ενταχθώ για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του ’90, είχε έναν σχεδόν μυσταγωγικό χαρακτήρα. Ήταν και παρέμεινε ένα μεγάλο σχολείο δημοσιογραφίας αλλά και ο αντίποδας του λεγόμενου «πρωινού καφέ» του εκάστοτε πρωθυπουργού. Στο Μαξίμου εξυφαίνονταν η επίθεση και σε εκείνη τη μικρή σύσκεψη δημιουργούνταν εργαλεία για την άμυνα και την αντεπίθεση.