Το «Κ» βρέθηκε στο Νταράβι της Βομβάης, τη μεγαλύτερη παραγκούπολη της Ασίας. Αναζήτησε τους αληθινούς πρωταγωνιστές του σύγχρονου ινδικού ονείρου και αναρωτήθηκε πόσο εύκολο είναι να ξεφύγουν από τη «μοίρα» τους.

Μια μεγάλη σβάστικα με περιμένει στην είσοδο ενός σπιτιού. Και δίπλα της, η επιγραφή WELCOME. Ο αγκυλωτός σταυρός, σύμβολο του δισυπόστατου θεού Βράχμα, υποτίθεται ότι φέρνει τύχη στους ινδουιστές. Σε εμένα κομίζει ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα: «Καλωσορίσατε στην κόλαση».

Εδώ στην καρδιά του Νταράβι, της μεγαλύτερης παραγκούπολης της Ασίας, χτίστηκαν τα όνειρα της ταινίας Slumdog Millionaire. Κάπου εδώ, ανάμεσα σε νεκρά ζώα και σκουπίδια έπαιζαν ορισμένα από τα παιδιά που πρωταγωνίστησαν στην ταινία. Και ήταν σύμφωνα με το σενάριο ένα από αυτά τα παιδιά που θα διεκδικούσε το κορυφαίο έπαθλο στην ινδική εκδοχή του «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος».

Ίσως καμία άλλη περιοχή στον πλανήτη δεν προσομοιάζει τόσο πολύ την εικόνα της κόλασης, όπως έχει καταγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο των κοινωνιών της Δύσης. Ψηλές φλόγες ξεπροβάλλουν από αυτοσχέδιους φούρνους, χυτήρια και κλιβάνους. Ο πυκνός μαύρος καπνός ενώνεται με τη διαρκώς μολυσμένη ατμόσφαιρα της Βομβάης δημιουργώντας ένα τρομακτικό – σχεδόν μυθικό – τοπίο. Η ορατότητα, σε ορισμένες περιπτώσεις, περιορίζεται στα πέντε μέτρα. Σε τρομάζουν οι φιγούρες των λεπτών γυναικών που ξεπροβάλλουν μέσα από το μαύρο σύννεφο ισορροπώντας μεγάλα καλάθια στο κεφάλι και τα παιδιά που τρέχουν ανάμεσά τους. Θα μπορούσε άραγε να ξεφύγει κάποιος από αυτή την κόλαση, έστω και κατά τύχη, όπως συνέβη με τον ήρωα της ταινίας; Με μια πρώτη ματιά κάθε τέτοιο ενδεχόμενο φαντάζει εξωπραγματικό. Αποκύημα χολιγουντιανής, ή έστω μπολιγουντιανής, φαντασίας. Τουλάχιστον έξι στους δέκα κατοίκους της Βομβάης που ζουν σε ανάλογες συνθήκες δεν φαίνεται να τρέφουν περισσότερες ελπίδες. Το Ινδικό όνειρο τους στρίμωξε στο 6% του εδάφους της πόλης. Και ας είναι σχεδόν 8 εκατομμύρια ψυχές.

Διασχίζω μικροσκοπικά στενά, που σχηματίζουν οι πρόχειρες κατασκευές από λαμαρίνες και πλαστικά. Περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι συνωστίζονται μόνο σε αυτή την παραγκούπολη (μια από τις 700 της Βομβάης) χωρίς τρεχούμενο νερό και με κοινές υπαίθριες τουαλέτες που εξυπηρετούν χιλιάδες κατοίκους. Η εικόνα μού θυμίζει τις ιστορικές περιγραφές από τις ευρωπαϊκές πόλεις του Μεσαίωνα. Το Νταράβι όμως δεν είναι βγαλμένο από το μακρινό παρελθόν. Είναι εικόνα του μέλλοντος. Μέχρι το 2030 περίπου δυο δισεκατομμύρια άνθρωποι αναμένεται να ζουν σε παρόμοιες παραγκουπόλεις. Στο Ριο Ντε Τζενέιρο θα συνεχίσουν να τις ονομάζουν φαβέλες, στην Κωνσταντινούπολη Γκετζέ Κοντού και στο Κάιρο νεκροπόλεις.

Η απόλυτη υλική εξαθλίωση όμως δεν συνεπάγεται και ηθική εξαθλίωση. Ο οδηγός μου, μέλος μια μη κυβερνητικής οργάνωσης που ανέλαβε να με καθοδηγήσει στα στενά σοκάκια, με προειδοποιεί να μην βγάζω φωτογραφίες. «Δεν είναι ζώα σε ζωολογικό κήπο» μου λέει. «Επίσης… δεν είναι ζητιάνοι» σπεύδει να συμπληρώσει, φοβούμενος προφανώς ότι θα προσπαθήσω να εξαγοράσω τις φωτογραφίες προσφέροντας μερικές ρουπίες. Πραγματικά το Νταράβι, όπως και οι περισσότερες παραγκουπόλεις της Βομβάης, δεν είναι ζητιανουπόλεις. Είναι ίσως κάτι πολύ χειρότερο. Αποτελούν τεράστια κέντρα παραγωγής.

Μακριά από τη λαμπερή βιομηχανία του Μπόλιγουντ ή τις αναπτυσσόμενες σίλικον βάλει της Ινδίας, τα σλαμ επεξεργάζονται τα απόβλητα της εκρηκτικής ανάπτυξης. Ο ετήσιος τζίρος από τις εργασίες που πραγματοποιούνται μόνο στο Νταράβι, ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Εδώ καταλήγουν τα σκουπίδια του οικονομικού θαύματος που λέγεται Βομβάη. Χιλιάδες άτομα αναλαμβάνουν να διαχωρίσουν τα ζωικά υπολείμματα, που γίνονται ζωοτροφές ή λίπασμα και τα πλαστικά η μεταλλικά αντικείμενα που πωλούνται για ανακύκλωση σε μεγάλες βιομηχανίες. Σε κάθε σκοτεινή αποθήκη που περνάω βλέπω δεκάδες εργάτες να πραγματοποιούν μονότονες εργασίες. Κάποιοι διαχωρίζουν τα πλαστικά ανάλογα με το χρώμα και την ποιότητά τους. Άλλοι ράβουν η σιδερώνουν ρούχα που ίσως καταλήξουν στα ακριβότερα καταστήματα της ινδικής μητρόπολης. Η Βομβάη, χαμένη ανάμεσα στους ουρανοξύστες των επιχειρήσεων και τα σύγχρονα εστιατόρια, κρύβει ορισμένα από τα μεγαλύτερα sweatshop του πλανήτη – τις βιοτεχνίες δηλαδή όπου το κόστος εργασίας δεν μετριέται σε εργατοώρες αλλά σε κυβικά εκατοστά ιδρώτα. Και το Νταράβι είναι ένα μόνο από τα sweatshop της πόλης.

Με το αυτοκίνητο κινούμαστε τώρα προς το Ντόμπι Γκατ, ίσως το μεγαλύτερο ανοιχτό πλυντήριο στον κόσμο. Στην καρδιά της Βομβάης εκατοντάδες εργάτες βυθισμένοι σε γούρνες με νερό και απορρυπαντικό πλένουν δεκάδες τόνους ρούχων. Εδώ καταλήγουν τα κλινοσκεπάσματα των μεγάλων ξενοδοχείων της πόλης αλλά και ολοκαίνουργια παντελόνια τζιν, γνωστών εταιρειών, για να πετροπλυθούν πριν φύγουν για τις αγορές του εξωτερικού. Κάποιος σιδερώνει τα φρεσκοπλυμένα ρούχα με ένα σίδερο με πυρακτωμένα κάρβουνα. Ένα ακόμη παιδί που δεν θα απαντούσε καμία από τις ερωτήσεις του «Εκατομμυριούχου» στύβει σεντόνια και τα απλώνει να στεγνώσουν.

Από την αερογέφυρα που περνά πάνω από το Ντόμπι Γκατ η θέα είναι συγκλονιστική: Η μεγαλύτερη μπουγάδα του πλανήτη στεγνώνει σε μια έκταση που χάνεται στον ορίζοντα. Συνωστίζομαι και εγώ ανάμεσα σε δεκάδες τουρίστες που έρχονται με ειδικές εκδρομές για να παρακολουθήσουν το υπερθέαμα της φτώχειας. Όταν αποφασίζω να φύγω με περιμένει ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη της ημέρας. Ένα αγόρι εννέα ή δέκα ετών προσπαθεί να μου πουλήσει το Freakonomics, ένα βιβλίο για την παγκόσμια οικονομία που έγινε μπεστ σέλερ στο Λονδίνο χάρη στις απλουστευτικές αναλύσεις του. Καθώς με βλέπει να διστάζω αποφασίζει να παίξει ένα πιο δυνατό χαρτί. Βγάζει από την τσάντα του ένα φωτοτυπημένο αντίγραφο από το τελευταίο βιβλίο του Άλάν Γκρίνσπαν, του πρώην προέδρου της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Σκέφτομαι αν θα μπορούσα ποτέ να εξηγήσω στον μικρό πωλητή ότι ο συγκεκριμένος κύριος και η πολιτική επιτοκίων που ακολούθησε ευθύνεται, σε σημαντικό βαθμό, για την παγκόσμια κερδοσκοπία, την έκρηξη στις τιμές των τροφίμων και τη φτώχεια στην Ινδία. Αντ’ αυτού, επιβεβαιώνω απλώς το ρόλο του μετα-αποικιακού τουρίστα: επιδίδομαι σε ένα άγριο παζάρι για την τιμή του βιβλίου. Δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα. Θέλω απλώς να δω πόσο χαμηλά μπορείς να «ψωνίσεις» τον γκουρού του νεοφιλελευθερισμού σε μια φτωχογειτονιά της Βομβάης. Τα δυο ευρώ, στα οποία συμφωνεί ο συνομιλητής μου, μού φαίνονται αρκετά καλά. Τελικά πληρώνω την αρχική τιμή που μου ζήτησε και αποχωρώ.

Στο δρόμο της επιστροφής καταγράφω εικόνες τις οποίες στη συνέχεια θα αναγνωρίσω στο Slumdog Millionaire. Τους χιλιάδες άστεγους που κοιμούνται δίπλα ή πάνω στις γραμμές του τρένου – στον ελάχιστο δηλαδή ακάλυπτο χώρο που έχει αφήσει η συνεχής ανοικοδόμηση της πόλης. Μόνο στη Βομβάη κάθε χρόνο πεθαίνουν τουλάχιστον χίλιοι άνθρωποι από ατυχήματα με τρένα. Εκατοντάδες άλλοι συνθλίβονται από αυτοκίνητα προσπαθώντας να διασχίζουν τους αυτοκινητόδρομους που τεμαχίζουν τις περιοχές τους. Η Βομβάη, η αρχαία Επτανησία για την οποία μιλούσε ο Πτολεμαίος, που κατέληξε να ονομάζεται Μουμπάι από Ινδούς εθνικιστές αποτελεί ένα από τα λάθος μέρη να ζεις εάν δεν τύχει να είσαι εκατομμυριούχος,

Η περιήγηση συνεχίζεται στη γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια, άλλο ένα γνώριμο μοτίβο της ταινίας. Η περιοχή χτίστηκε κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατίας σαν χώρος σεξουαλική αναψυχής των στρατιωτών. Με την απελευθέρωση, οι ιερόδουλες και οι προστάτες τους κατέλαβαν τις παλιές βρετανικές πολυκατοικίες συνεχίζοντας να εξασκούν το παλαιότερο επάγγελμα στον κόσμο. Σήμερα ελέγχεται από τη μαφία που διαχειρίζεται και το μεγαλύτερο όγκο της παραγωγής των παραγκουπόλεων. Για πολλούς η ζωή αρχίζει και τελειώνει σε μια τέτοια συνοικία, είτε ονομάζεται Νταράβι, Ντόμπι Γκατ, η απλώς… η γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια. Μακριά δηλαδή από τις κινηματογραφικές αίθουσες της Δύσης και, παραδόξως, ακόμη πιο μακριά από τις πλούσιες συνοικίες της Βομβάης.

Στο διεθνές αεροδρόμιο της πόλης, λίγο πριν από την αναχώρηση, παρακολουθώ τους τουρίστες στα τελευταία τους ψώνια. Σύντομα θα συγκρίνουν τις εμπειρίες τους με σκηνές από το Slumdog Millionaire. Προς το παρόν αγοράζουν DVD με ταινίες του Μπόλιγουντ και CD με ινδική μουσική. Παραδοσιακά ακούσματα με σιτάρ αλλά και σύγχρονη ποπ… Μόνο εγώ, φαίνεται, θα θυμάμαι τις παραγκουπόλεις της Ινδίας με εκείνο το στιχάκι από τις Τρύπες: «Εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές. Εδώ το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα από το χτες».

Οι ανέγγιχτοι της οικονομικής κρίσης

«Μην ψάχνετε για βαθύτερα νοήματα. Είναι απλώς ένα πορνογράφημα της φτώχειας» σχολίαζε ένας Ινδός κριτικός κινηματογράφου μετά την προβολή της ταινίας Slumdog Millionaire. Δεν ήταν λίγοι και οι συνάδελφοί του στη Δύση που έσπευσαν να συμφωνήσουν μαζί του.

Καθισμένοι σε αναπαυτικές πολυθρόνες, εφοδιασμένοι με τεράστιους κουβάδες ποπ κορν και αρκετά λύτρα αναψυκτικών, εκατομμύρια θεατές παρακολούθησαν αυτό που οι Fianancial Times αποκάλεσαν «πολύχρωμο καρναβάλι» της Βομβάης. Και ποια περίοδος θα μπορούσε να είναι καλύτερη για να παρακολουθείς ένα καρναβάλι φτώχειας, από τη σημερινή εποχή της οικονομικής κρίσης, όπου η μεγάλη οθόνη του Χόλυγουντ λειτουργεί σαν παυσίλυπο της συλλογικής αγωνίας μιας κοινωνίας – ακριβώς δηλαδή όπως έκανε και μετά το κραχ του 1929.

Μήπως όμως και οι διηγήσεις του Καρόλου Ντίκενς, για τα πρώτα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, δεν ήταν ένα καρναβάλι φτώχειας, συμπληρώνουν οι συντάκτες της Washington Post που παρουσιάζουν την ταινία σαν την απόλυτη καταγραφή της σύγχρονης «παγκοσμιοποιημένης Ινδίας».

Πάντως το φαινομενικά παράδοξο της ιστορίας, όπως επεσήμαναν πρόσφατα και οι Los Angeles Times, είναι ότι οι αποστασιοποιημένοι θεατές που παρακολουθούν το καρναβάλι της φτώχειας δεν εντοπίζονται μόνο στις χώρες της Δύσης αλλά και μέσα στις ινδικές μητροπόλεις. Οι κάτοικοι του Τζούχου, της ακριβότερης συνοικίας της Βομβάης, είναι αμφίβολο εάν μπορούν να εντοπίσουν την παραγκούπολη του Νταράβι στον χάρτη – και ας ζουν μερικά μόλις χιλιόμετρα μακριά της. Τα παιδιά των εύπορων ινδικών οικογενειών, που επισκέπτονται τους ανοιχτούς ζωολογικούς κήπους στα όρια των παραγκουπόλεων, δεν γνωρίζουν ότι ανάμεσα στα δέντρα βρίσκουν καταφύγιο και άστεγοι συμπολίτες τους – οι οποίοι ορισμένες φορές κατασπαράσσονται από τα άγρια ζώα των πάρκων. Για αυτά τα παιδιά, ο κόσμος του Νταράβι είναι τόσο ξένος όσο και για τον κάτοικο του Λος Άντζελες (ο οποίος με τη σειρά του αγνοεί τις συνθήκες διαβίωσης στα γκέτο των μαύρων και των ισπανόφωνων).

Μια τόσο διχασμένη χώρα όπως η Ινδία ήταν φυσικό λοιπόν να αντιδράσει ποικιλότροπα στην προβολή της ταινίας. Για τις μεγάλες εφημερίδες, όπως οι Times of India το Slumdog Millionaire ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. «Μια ινδική ιστορία συναρπάζει την παγκόσμια φαντασία» έγραφαν και οι αγγλόφωνοι Hindustan Times. Για τα μεσαία και κατώτερα στρώματα, όμως, και μόνο η λέξη Slumdog – την οποία χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί κατακτητές – ήταν αρκετή για να προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Ένα μεγάλο τμήμα της Ινδίας αισθάνθηκε ότι η Δύση εξακολουθεί να την παρατηρεί με το βλέμμα του συγγραφέα Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, μια αποικιοκρατική, ρατσιστική ματιά από έναν άνθρωπο που έζησε στη Βομβάη αλλά δεν ήθελε να έχει την παραμικρή σχέση με τους κατοίκους της.

Στην πραγματικότητα οι καλοπληρωμένοι κριτικοί κινηματογράφου της Ινδίας δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τους συναδέλφους τους στη Δύση. Όλοι τους παρακολούθησαν μια συναρπαστική ταινία για μια… ξένη χώρα.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Φεβρουάριος 2009

Σχετικά θέματα:
Πρώτη ύλη: Το ελληνικό Slumdog Millionaire
Ριο ντε Τζανέιρο: Η φαβέλα του θεού
Μανχάταν – Μπαγκλαντές – Ελλάδα

CLOSE
CLOSE