Με την πολιτική ορθότητα να θέτει συνεχώς εμπόδια στην ελευθερία του λόγου καθώς και τη διαρκή λογοκρισία απόψεων που θεωρούνται «προσβλητικές», το πολιτικό σκίτσο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια από τις πιο δύσκολες περιόδους των τελευταίων δεκαετιών.

Ο Καναδός σκιτσογράφος Μάικλ ντε Άντερ ισχυρίστηκε ότι το συμβόλαιο του τερματίστηκε την προηγούμενη εβδομάδα μετά από 17 χρόνια, έπειτα από τη δημοσίευση ενός σκίτσου του που ασκούσε κριτική στον Ντόναλντ Τραμπ και έγινε viral.

To συγκεκριμένο σκίτσο απεικόνιζε τη μικρή Βαλέρια και τον πατέρα της, Όσκαρ, μετανάστες από το Ελ Σαλβαδόρ, τα πτώματα των οποίων ξεβράστηκαν στις όχθες του Ρίο Γκράντε την προηγούμενη εβδομάδα και η εικόνα του έκανε τον γύρο του κόσμου συγκλονίζοντας την κοινή γνώμη. Πατέρας και κόρη πνίγηκαν κατά τη προσπάθεια τους να διασχίσουν το ποτάμι και να λάβουν άσυλο στις ΗΠΑ. Το σκίτσο δείχνει τον άντρα και το μικρό κορίτσι να κείτονται με το πρόσωπο προς τα κάτω στο ποτάμι ενώ ο Τραμπ στέκεται από πίσω τους με ένα μπαστούνι του γκολφ στο χέρι λέγοντας τη φράση: «Σας πειράζει αν παίξω;»

Σε ένα tweet του ο ντε Άντερ εξήγησε πως η εφημερίδα που δούλευε απέρριπτε συστηματικά κάθε σκίτσο το οποίο ήταν επικριτικό προς τον πρόεδρο Τραμπ. Σε άλλο tweet του, συνέδεσε τη συγκεκριμένη απόφαση με το γεγονός ότι ο Blaine Higgs, πρόεδρος του εκδοτικού ομίλου που ανήκει η εφημερίδα του, New Brunswick, ήταν πρώην διοικητικό στέλεχος της Irving Oil, ομίλου που κατέχει το μονοπώλιο στα μίντια.

«Έφτασα στο σημείο να μην στέλνω κανένα σκίτσο μου με τον Τραμπ υπό τον φόβο της απόλυσης μου», συμπλήρωσε ο ντε Άντερ σε άλλο tweet.

Η εφημερίδα με δήλωση της είπε πως το να συνδέεται η απόλυση του σκιτσογράφου με το συγκεκριμένο σκίτσο αποτελεί μια «λανθασμένη αφήγηση» και ότι σχεδίαζαν από καιρό, πολύ πριν δημοσιευτεί το σκίτσο με τον Τραμπ, να αντικαταστήσουν το συγκεκριμένο σκιτσογράφο.

Ο Τζέφρι Ντβόρκιν, επικεφαλής του τμήματος Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο, δήλωσε σε τοπικό δίκτυο πως η απόλυση του ντε Άντερ φαίνεται να είναι μέρος μιας συνολικής τάσης που υπάρχει στις εφημερίδες να κόβουν τα σκίτσα λόγω ανησυχιών για ενοχλήσεις προς κάποιους από τους αναγνώστες τους.

«Στόχος είναι να μην ενοχλήσουν το κοινό», είπε ο Ντοβόρκιν

Αποτελεί μια τάση που υπάρχει εδώ και κάποια χρόνια. Παλαιότερη έρευνα, του 2012, σημείωσε ότι εκείνη τη χρονιά προσλήφθηκαν μόλις 40 σκιτσογράφοι σε έναν κλάδο όπου στις αρχές του 20ου αιώνα είχε 2.000 μέλη.

Τα πολιτικά σκίτσα πρέπει να είναι καυστικά, να προκαλούν σκέψεις και να μιλάνε στο συναίσθημα του αναγνώστη με τρόπο που ένα άλλο δημοσιογραφικό μέσο να μην μπορεί να κάνει. Αλλά πλέον φαίνεται ότι οι εφημερίδες ξεκινούν να αμφισβητούν την παράδοση της δημοσίευσης των αιχμηρών σκίτσων που χρησιμοποιούν το χιούμορ για να προκαλέσουν αντιδράσεις.

Τον προηγούμενο μήνα, η εφημερίδα New York Times ανακοίνωσε πως θα σταματήσει τα πολιτικά σκίτσα αφού έλαβε έντονη κριτική όταν ένα σκίτσο που δημοσιεύτηκε θεωρήθηκε «αντισημιτικό».

Ένας σκιτσογράφος, ο Πατ Τσαπάτε, που έχασε τη δουλειά του (παρά το γεγονός ότι δεν ήταν δικό του το συγκεκριμένο σκίτσο) είχε σχολιάσει μέσω Twitter πως τα ΜΜΕ πρέπει να σταματήσουν να «φοβούνται το άγριο πλήθος».

«Οι πιο εξαγριωμένες φωνές τείνουν να καθορίζουν τη συζήτηση, και το άγριο πλήθος ακολουθεί», έγραψε ο Τσαπάτα σχετικά με την απόφαση των Times. Σχετικά με την απόλυση του ντε Άντερ από τη καναδική εφημερίδα ο Τσαπάτε έγραψε ότι αποτελεί «ανησυχητικό σημάδι για τη δημοσιογραφία, για τη σάτιρα και τη δημοκρατία».

Με πληροφορίες από το www.rt.com