Ο κατ’ οίκον περιορισμός που επιβλήθηκε στον αναρχικό Γρηγόρη Τσιρώνη φέρνει και στην Ελλάδα μια πρόγευση των συνθηκών που επικρατούν στις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Κάθε σπίτι και κάθε γειτονιά είναι μια εν δυνάμει φυλακή που προσφέρει εκατομμύρια δολάρια σε ιδιωτικές εταιρείες.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας του, ένας ειδικός φρουρός με πολιτικά προσπαθούσε να κάνει αισθητή την παρουσία του. Ο Γρηγόρης Τσιρώνης με περίμενε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του, το οποίο ορίζει και τα σύνορα της «ελευθερίας» του. Οταν άνοιξε την πόρτα περίμενα να δω τον διαβόητο «ληστή με τα μαύρα», όπως τον περιέγραφαν για χρόνια τα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και μετά την ομόφωνη αθώωσή του για μια ληστεία Εθνικής Τράπεζας το 2006. Το μόνο μαύρο που είδα ήταν μια μικρή γάτα που του είχε δώσει ένας συγκρατούμενός του… η Μαιρούλα.

Ο Γρηγόρης Τσιρώνης βρίσκεται σήμερα σε κατ’ οίκον περιορισμό με αστυνομική φρούρηση. Εχει ήδη περάσει δυόμισι χρόνια στη φυλακή αναμένοντας αποφάσεις δικαστηρίων τα οποία δεν βρίσκουν μέχρι σήμερα κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του. Καθώς όμως η αστυνομία και τα ΜΜΕ συνεχίζουν να του φορτώνουν κατηγορίες, ο ίδιος βιώνει μια καφκική περιπέτεια χωρίς τέλος.

Για τους περισσότερους από εμάς οι λέξεις «κατ’ οίκον περιορισμός» φέρνουν στον νου κάποιου είδους ευνοϊκή μεταχείριση – ίσως γιατί στην Ελλάδα συνδέθηκαν με την κράτηση πραξικοπηματιών, που θα θέλαμε να πεθάνουν στη φυλακή, ή δολοφόνων όπως ο Ρουπακιάς. Ηδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ο κατ’ οίκον περιορισμός παρουσιαζόταν σαν «ανθρωπιστική» μορφή σωφρονισμού (συνήθως από τους ίδιους ανθρώπους που θεωρούσαν ότι η γκιλοτίνα αποτελεί την ανθρωπιστική εκδοχή της αγχόνης).

Προσπάθησα να δώσω την ελευθερία σε άλλους και βρέθηκα με ένα βραχιολάκι σε κατ’ οίκον περιορισμό
– Τζούλιαν Ασάνζ

Η κράτηση στο σπίτι συνδέεται μάλιστα στο συλλογικό υποσυνείδητο και με γνωστές προσωπικότητες: από τον Απόστολο Παύλο και τον Γαλιλέο (που καταδικάστηκε σε ισόβιο περιορισμό στο σπίτι του) μέχρι ανατραπέντες πρωθυπουργούς σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Οπως αποδεικνύει όμως η περίπτωση του Τσιρώνη και δεκάδων χιλιάδων κρατουμένων στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, δεν υπάρχει τίποτα το ανθρωπιστικό στο να κρατάς έναν άνθρωπο έγκλειστο στο σπίτι του προσποιούμενος ότι του προσφέρεις ευνοϊκή μεταχείριση.

«Στη φυλακή», μου εξηγεί Τσιρώνης, «είχα τη δυνατότητα να σπουδάσω, τα έξοδά μου καλύπτονταν από το κράτος και αν μη τι άλλο υπήρχε η δυνατότητα προαυλισμού». Σήμερα ο «προαυλισμός» γίνεται στο στενό μπαλκόνι ενός διαμερίσματος, οι σπουδές στο ΤΕΙ Γραφιστικής των φυλακών διακόπηκαν, ενώ ο «ελεύθερος» κρατούμενος δεν έχει πρακτικά τη δυνατότητα να εργαστεί για να συντηρεί τον εαυτό του. Τα έξοδά του τα καλύπτει μιας «συγκρατούμενή» του – η μητέρα του, που κοιμάται στον καναπέ για να του προσφέρει μια ελάχιστη αίσθηση ιδιωτικότητας. Περισσότερο από όλα όμως τον ενοχλεί πως όταν θα έρθει η μικρή κόρη του να τον επισκεφθεί δεν θα μπορέσει να την πάει μέχρι την παιδική χαρά της γειτονιάς. Για έναν άνθρωπο που σήμερα έχει λευκό ποινικό μητρώο πρόκειται για σκέτο παραλογισμό.

Εδώ και χρόνια χιλιάδες άνθρωποι στις ΗΠΑ βιώνουν τη σωφρονιστική μόδα τού κατ’ οίκον περιορισμού. Στις περισσότερες Πολιτείες πληρώνουν μόνοι τους το ηλεκτρονικό βραχιολάκι για 15 δολάρια την ημέρα. Μαζί με τα ειδικά τεστ χρήσης ναρκωτικών, που είναι υποχρεωμένοι να πραγματοποιούν ακόμη και αν η καταδίκη τους δεν σχετίζεται με εξαρτησιογόνες ουσίες, το ετήσιο κόστος ξεπερνά τα 5.500 δολάρια, μόνο για τον εξοπλισμό επιτήρησης.

Ανθρωποι που συχνά καταλήγουν στη φυλακή ακριβώς λόγω της απόλυτη φτώχειας τους, καλούνται να πληρώσουν δεκάδες χιλιάδες δολάρια σε ιδιωτικές εταιρείες φύλαξης. Και αυτές με τη σειρά τους κάνουν λόμπι στο Κογκρέσο και στους κυβερνήτες των Πολιτειών για να αυξήσουν τον αριθμό των κρατουμένων-πελατών τους.

«Αμα ξεπουλάνε λιμάνια και δημόσιες υπηρεσίες θα έρθει η ώρα που θα προσπαθήσουν να βγάλουν ξίγκι και από τους κρατούμενους», μου λέει ο Γρηγόρης Τσιρώνης. Αν και ο ίδιος δεν φορά ηλεκτρονικό βραχιολάκι, πιστεύει ότι ο κατ’ οίκον περιορισμός είναι μια κερκόπορτα για τη σταδιακή ιδιωτικοποίηση του σωφρονισμού.

Στη Βρετανία, όπου τα βραχιολάκια πληρώνονται από το κράτος, αποκαλύφθηκε γιγαντιαίο σκάνδαλο υπερκοστολόγησης από την εταιρεία G4S, η οποία συνέχιζε να χρεώνει τα δημόσια ταμεία για κρατούμενους που είχαν απελευθερωθεί, που είχαν επιστρέψει στη φυλακή ή που είχαν… πεθάνει. Πρόκειται για την ίδια εταιρεία που προσέφερε τις υπηρεσίες της στο κολαστήριο του Γκουαντάναμο αλλά και στο ισραηλινό απαρτχάιντ πριν υπογράψει και στην Ελλάδα συμβόλαια για βραχιολάκια και φύλαξη κέντρων κράτησης μεταναστών.

Πέρα όμως από τα υπερκέρδη των εταιρειών η εξάπλωση του κατ’ οίκον περιορισμού θολώνει τα όρια μεταξύ της ελευθερίας και του εγκλεισμού. Η προστασία που παραδοσιακά προσέφερε ένα σπίτι καταργείται καθώς η αστυνομία έχει ένα διαρκές ένταλμα ελέγχου.

Το επόμενο βήμα, που δοκιμάζεται πειραματικά σε αμερικανικά γκέτο με τα προγράμματα της λεγόμενης προβλεπτικής αστυνόμευσης (predictive policy) μετατρέπει ολόκληρες γειτονιές σε «ανοιχτές φυλακές». Η αστυνομία αυξάνει τις περιπολίες και τα μέτρα ηλεκτρονικής παρακολούθησης σε τέτοιο βαθμό ώστε οι δρόμοι θυμίζουν προαύλια φυλακών.

«Εγώ είμαι απλώς ένα πειραματόζωο σωφρονισμού», μου εξηγεί ο Γρηγόρης Τσιρώνης.

Και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πρώτα ήρθαν για τους αναρχικούς. Αλλά δεν ήμουν αναρχικός…

 

INFO
Ακούστε:
Ο Γρ. Τσιρώνης μιλά στο INFO-WAR από τη φυλακή του σπιτιού του
Ολόκληρη η συνέντευξη του Γρηγόρη Τσιρώνη

Διαβάστε:
Locked Down, Locked Out
H δημοσιογράφος Maya Schenwar στα άδυτα της κρατικής και ιδιωτικοποιημένης βιομηχανίας σωφρονισμού

 

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 20/1/2018