Η δημιουργία των McDonald’s άλλαξε για πάντα την αγορά εργασίας στον χώρο των υπηρεσιών με τρόπους που δεν θα μπορούσε να προβλέψει ούτε ο Κάρολος Μαρξ. Ο κίνδυνος τώρα είναι -εν μέσω πανδημίας- να αρχίσουμε να αναπολούμε τις ημέρες της σκληρής εκμετάλλευσης που προσέφεραν.

Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές συμπληρώνονται ακριβώς 80 χρόνια από τη στιγμή που ένας υπάλληλος παρέδωσε σε έναν πελάτη ένα χάμπουργκερ, στο πρώτο εστιατόριο των αδερφών ΜακΝτόναλντ, που άνοιξε στο Σαν Μπερναντίνο της Καλιφόρνιας.

Σχεδόν 45 χρόνια αργότερα η συγκεκριμένη εργασία είχε λάβει τον τίτλο McJob, την οποία τo Oxford English Dictionary ορίζει ως μια «άχαρη, χαμηλά αμειβόμενη εργασία με μικρές δυνατότητες ανέλιξης, η οποία συνοδεύει συνήθως την εξάπλωση του τομέα των υπηρεσιών». Από το 1991 μάλιστα η λέξη έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο όταν ο Ντάγκλας Κόπλαντ τη συμπεριέλαβε στο θρυλικό βιβλίο του «Generation X».

Ο συγκεκριμένος ορισμός των McJobs εξοργίζει τόσο πολύ τα διευθυντικά στελέχη των McDonald’s, ώστε από το 2007 έχουν ξεκινήσει διεθνή εκστρατεία για να αφαιρεθεί από τα λεξικά. Μάλιστα, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Τζέιμς Κανταλούπο, είχε απευθύνει ανοιχτή επιστολή προς το λεξικό Merriam-Webster’s ζητώντας να αλλάξουν το λήμμα ώστε να αναφέρει ότι «τα McJobs διδάσκουν υπευθυνότητα» στους εργαζομένους (δυστυχώς γι’ αυτόν, πέθανε το 2004 και ακόμη απάντηση δεν έχει πάρει).

Όσο προσβλητικός και αν θεωρήθηκε όμως ο ορισμός των McJobs για τα συμφέροντα της εταιρείας, στην πραγματικότητα απλώς ξύνει την επιφάνεια των ιστορικών αλλαγών στην αγορά εργασίας που επέφερε η εξάπλωση των ταχυφαγείων.

Έχοντας μελετήσει σε βάθος το σύστημα του τεϊλορισμού, που εισήγαγε ο Φορντ στα εργοστάσιά του, οι αδερφοί ΜακΝτόναλντ δημιούργησαν μια αλυσίδα παραγωγής στην οποία ανειδίκευτοι εργαζόμενοι μπορούσαν να ετοιμάζουν δεκάδες χάμπουργκερ με απλές επαναλαμβανόμενες κινήσεις.

Όταν o επιχειρηματίας Ρέι Κροκ κατάφερε να εκπαραθυρώσει τα δυο αδέρφια και να πάρει τον πλήρη έλεγχο της επιχείρησής τους, οι συνθήκες εργασίας είχαν αρχίσει να θυμίζουν τον Τσάρλι Τσάπλιν στην ταινία «Μοντέρνοι Καιροί».

Εκείνη την εποχή μάλιστα ο Κροκ προχώρησε σε μια φαινομενικά αντι-σεξιστική αλλά στην πραγματικότητα ακραία σεξιστική κίνηση: ενώ όλοι οι ανταγωνιστές χρησιμοποιούσαν κοπέλες με κοντές φούστες για να σερβίρουν τα χάμπουργκερ, αυτός απαγόρευσε διά ροπάλου την πρόσληψη έστω και μιας γυναίκας, θεωρώντας ότι η ύπαρξη διαφορετικών φύλων αποσπά το προσωπικό από τη δουλειά του. Ακόμη και όταν αναγκάστηκε να προσλάβει τις πρώτες γυναίκες, ύστερα από δεκαετίες, έδωσε ρητή εντολή στους διευθυντές των καταστημάτων να επιλέγουν γυναίκες με όσο το δυνατόν μικρότερο στήθος!

Εξίσου «επαναστατική» και αποκρουστική ήταν η ιδέα του να προσλαμβάνουν εφήβους, οι οποίοι κατάφερναν να επιβιώνουν με πολύ χαμηλότερους μισθούς, αφού ακόμη ζούσαν με τους γονείς τους που τους προσέφεραν δωρεάν στέγη, φαγητό και μετακινήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η εταιρεία πίεζε το Κογκρέσο να υιοθετήσει νομοσχέδιο (γνωστό ως McDonald’s Bill) που θα της επέτρεπε να πληρώνει υπαλλήλους ηλικίας 16 και 17 ετών με μισθούς 20% χαμηλότερους από το βασικό ημερομίσθιο. Τα σχέδιο δεν έγινε τελικά νόμος. Έγινε όμως πράξη.

Υπό μία έννοια λοιπόν τα McDonald’s κατέρριψαν ακόμη και την περίφημη υπόθεση του Μαρξ ότι οι εργάτες λαμβάνουν ακριβώς τόσα χρήματα όσα απαιτούνται «για να συντηρούν τους εαυτούς τους και να αναπαράγουν την τάξη τους».

Πολύ συχνά οι McJobs όχι μόνο δεν εξασφάλιζαν την επιβίωση των εργαζομένων αλλά επιβάρυναν την εθνική οικονομία, αφού οι υπάλληλοι ζούσαν χάρη σε επιδόματα και κουπόνια τροφίμων που λάμβαναν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ.

«Τα χρήματα που κερδίζω δουλεύοντας 40 ώρες την εβδομάδα στα MacDonald’s, δεν αρκούν για να μπορώ να φάω εδώ», εξηγούσε πριν από μερικά χρόνια μια υπάλληλος, μιλώντας στο δίκτυο Bloomberg. Την ίδια περίοδο εργαζόμενοι αναγκάζονταν να κοιμούνται στα αυτοκίνητά τους για να μην πληρώνουν ενοίκιο ενώ σε πολλές περιπτώσεις πουλούσαν αίμα για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους.

Φυσικά όταν πλέον ο όρος McJob μπήκε στο λεξιλόγιο αναλυτών και επιστημόνων, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, δεν αφορούσε μόνο το McDonald’s αλλά δεκάδες επιχειρήσεις στον χώρο των υπηρεσιών, που αντιμετώπιζαν τους νεαρούς υπαλλήλους τους σαν πειθήνιο, αναλώσιμο και ιδιαίτερα φτηνό εργατικό δυναμικό. Παρ’ όλα αυτά, όταν το 2012 δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ το κίνημα «Fight for $15», το οποίο διεκδικούσε κατώτατο ωρομίσθιο 15 δολαρίων, κανένας δεν εξεπλάγη από το γεγονός ότι ξεκίνησε από εργαζομένους στα McDonald’s πριν επεκταθεί στα Burger King, τα Wendy’s, την Domino’s, τα Kentucky Fried Chicken, την Pizza Hut κ.ά.

Ακόμη και έτσι όμως οι συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στο πρώτο εστιατόριο των McDonald’s πριν από 80 χρόνια ίσως να αποτελούν εργασιακό παράδεισο για τα δεδομένα της λεγόμενης διαμοιραστικής οικονομίας. Σε αντίθεση με έναν εργαζόμενο σε εταιρείες όπως η Uber ή η Deliveroo, οι οποίες αντιμετωπίζουν τους υπαλλήλους τους σαν «εξωτερικούς συνεργάτες» προκειμένου να μην τους πληρώνουν ασφάλεια και άδειες (ενώ τώρα χάνουν και τα επιδόματα ανεργίας), όσοι εργάζονταν στα McDonald’s ήταν τουλάχιστον πραγματικοί υπάλληλοι.

Διαβάστε
«Fast Food Nation»
Παλιό αλλά διαχρονικό βιβλίο (και στη συνέχεια ντοκιμαντέρ) από τον δημοσιογράφο Eρικ Σλόσερ για τις επιπτώσεις των φαστφουντάδικων στην παγκόσμια αγορά εργασίας.

Άρης Χατζηστεφάνου | Εφημερίδα των Συντακτών 16/05/2020