Στην πλατεία Αζαντί της Τεχεράνης νεαροί εργάτες κάνουν τις τελευταίες προετοιμασίες για τον μεγάλο εορτασμό της 10ης Φεβρουαρίου. Τρείς δεκαετίες νωρίτερα στους ίδιους δρόμους συγκεντρωνόταν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο άνθρωποι για να υποδεχθούν τον Αγιατολάχ Χομεϊνί.

Σχεδόν κανένας από τους εργάτες που βλέπω σήμερα δεν έζησε εκείνη τη στιγμή. Οι περισσότεροι δεν έχουν κλείσει τα 30 χρόνια – όπως άλλωστε και το 70% του πληθυσμού του Ιράν. Κι όμως δείχνουν να δουλεύουν με κέφι. Στήνουν την εξέδρα όπου θα μιλήσει ο πρόεδρος Αχμεντινετζάντ. Κάποιοι μεταφέρουν ένα τεράστιο κιλλίβαντα με ένα ακριβές αντίγραφο του πυραύλου που πριν από μερικά 24ωρα έθεσε σε τροχιά τον πρώτο ιρανικό δορυφόρο.

Το Ιράν προετοιμάζεται για μια επίδειξη ισχύος. Και οι περισσότεροι δυτικοί δημοσιογράφοι που θα καλύψουν τους εορτασμούς φαίνεται να συμφωνούν ότι η Τεχεράνη έχει πλέον κάθε δικαίωμα να αυτοπροβάλλεται ως τοπική υπερδύναμη. Στο μυαλό μου έρχεται μια φράση που μου είχε πει πριν από μερικά χρόνια ο αναλυτής της Washington Post Ντέιβιντ Ιγκνάτιους. «Κάναμε στο Ιράν το μεγαλύτερο δώρο. Διαλύσαμε τους δυο μεγαλύτερους αντιπάλους του, το Ιράκ και το Αφγανιστάν».

Σήμερα όμως δεν θέλω να ακούσω τις αναλύσεις ξένων δημοσιογράφων. Θέλω να γνωρίσω τα παιδιά της ιρανικής επανάστασης. Τα αγόρια που δεν γνώρισαν ποτέ το αυταρχικό καθεστώς του Σάχη. Τα κορίτσια που δεν ξέρουν πως είναι να φυσάει ο αέρας τα μαλλιά τους χωρίς τη μουσουλμανική μαντίλα.

Αφήνω το κέντρο της πόλης και κινούμαι με ταξί προς τη βόρεια Τεχεράνη – ένα διαφορετικό σύμπαν στον ιρανικό χωρόχρονο. Είμαι καλεσμένος σε ένα από τα περιβόητα (και κατ άλλους διαβόητα) πάρτυ της ιρανικής ελίτ. Εκεί όπου το απαγορευμένο αλκοόλ ρέει άφθονο και συχνά συμπληρώνεται από μαλακά και λιγότερο μαλακά ναρκωτικά. Εκεί όπου οι μουσουλμανικές μαντίλες δίνουν τη θέση τους σε κοντές φούστες και ψηλά τακούνια.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας ο θυρωρός μού χαμογελά συνωμοτικά. Με προτρέπει να ακολουθήσω τη δυνατή μουσική για να βρω το διαμέρισμα. Ούτε εδώ υπάρχουν άνθρωποι που να γεννήθηκαν πριν από το 1979. Διάσημοι ηθοποιοί, web designers, διαφημιστές και συγγραφείς λικνίζονταν υπό τους εκκωφαντικούς ήχους ηλεκτρονικής μουσικής. Θέλω να σηκώσω τη φωτογραφική μηχανή αλλά δεν τολμώ. Μια δημοσίευση από εδώ μέσα ίσως να έστελνε όλους του θαμώνες στο κρατητήριο για αρκετές ώρες ή και ημέρες – και ας ανήκουν όλοι στην κυρίαρχη οικονομική ελίτ της χώρας.

Αρκούμαι να αλιεύω όσα σχόλια μπορώ να ακούσω κάτω από τη μουσική. Οι περισσότεροι αδιαφορούν για την επέτειο της επανάστασης. Οι γονείς τους και οι συγγενείς τους ίσως να είχαν συμμετάσχει στις κινητοποιήσεις ενάντια στο Σάχη. Και ποιος δεν είχε άλλωστε. Η ιρανική επανάσταση είχε την ευρύτερη λαϊκή συμμετοχή στην ιστορία της ανθρωπότητας – πολύ μεγαλύτερη από τη γαλλική και σχεδόν δέκα φορές περισσότερη από την Οκτωβριανή. Αυτά τα παιδιά όμως θέλουν απλώς να καταθέσουν τη δυσφορία τους για το σημερινό καθεστώς. Κάποιοι δηλώνουν ενθουσιασμένοι που ο πρώην πρόεδρος Χαταμί αποφάσισε να διεκδικήσει και πάλι την προεδρία – και ας γνωρίζουν ότι δεν τους προσέφερε τις ατομικές ελευθερίες που τους είχε υποσχεθεί. Άλλοι δεν συγκινούνται ούτε από αυτό.

Οι ανταποκρίσεις των περισσότερων Δυτικών δημοσιογράφων ίσως να τελείωναν εδώ. Θα μιλούσαν για μια ασφυκτιούσα νεολαία που αναζητά «τη δικιά της κοντινή Αμερική». Ότι ακριβώς έλεγαν δηλαδή και το 2005. Κι ύστερα έμειναν εμβρόντητοι από τον εκλογικό θρίαμβο του Αχμεντινετζάντ με 62% των ψήφων. Έπρεπε, υπέθεσαν, να υπήρξε τρομακτική νοθεία. Πώς αλλιώς να έκαναν τέτοιο λάθος. Κι όμως, ήταν προφανές ότι τα αληθινά παιδιά της επανάστασης δεν ζούσαν στη βόρεια Τεχεράνη. Έπρεπε να κινηθώ ελαφρώς νοτιότερα.

Την επόμενη ημέρα, στη μεγάλη συγκέντρωση για τα τριάντα χρόνια της επανάστασης είχα την ευκαιρία να δω την πραγματική πληβειακή βάση του Αχμεντινετζάντ. Στεκόμουν σε απόσταση λίγων μέτρων από τον Ιρανό πρόεδρο και τον άκουγα να τείνει χείρα φιλίας προς τις ΗΠΑ, απαντώντας σε σχετικό κάλεσμα του Μπάρακ Ομπάμα. Το πλήθος όμως συνέχιζε να φωνάζει «Θάνατος στις ΗΠΑ- θάνατος στο Ισραήλ». Σαν να μην έδινε σημασία στους πολιτικούς ελιγμούς που πραγματοποιούσε αυτός ο μικρωκαμωμένος άνθρωπος. Αυτή ήταν, όμως, η πραγματική κοινωνική βάση του Αχμεντινετζάντ. Νέοι, φτωχοί, συντηρητικοί και βαθιά θρησκευόμενοι. Ίσως να μην το γνώριζαν αλλά ήταν οι πραγματικά ωφελημένοι από τα τριάντα χρόνια της επανάστασης. Η Ισλαμική Δημοκρατία των μουλάδων τους είχε προσφέρει ένα στοιχειώδες «κοινωνικό συμβόλαιο»: πρόσβαση στα πανεπιστήμια, ένα καλύτερο σύστημα υγείας και ένα απειροελάχιστο, αλλά πάντως υπαρκτό, μερίδιο από τα κέρδη του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Οι κοπέλες που περνούν δίπλα μου όχι μόνο δεν δυσανασχετούν από τη μουσουλμανική μαντίλα αλλά φορούν την ολόσωμη μαύρη φορεσιά. Οι νέοι άντρες φωνάζουν «Αλαχού Άκμπαρ – Ο θεός είναι μεγάλος». Εδώ οι υποσχέσεις του Χαταμί για ατομικά δικαιώματα δεν έχουν την ίδια ανταπόκριση. Ο Αχμντινετζάντ υποσχέθηκε τουλάχιστον μια πιο φιλολαϊκή πολιτική. Και η υπόσχεσή του φάνταζε αληθινή, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που έπεσαν οι τιμές του πετρελαίου.

H εικόνα μου για τα «παιδιά της επανάστασης» άρχιζε να ξεκαθαρίζει. Ακόμη όμως λείπει ένα μεγάλο κομμάτι του πάζλ. Η βόρεια Τεχεράνη φιλοξενούσε κάποτε τους διανοούμενους που στήριξαν την επανάσταση και η νότια τα φτωχά στρώματα που κίνησαν τα γρανάζια της ιστορίας. Η καρδιά της εξέγερσης όμως χτυπούσε αλλού. Την αναζήτησα το επόμενο πρωινό στο περίφημο Μπαζάρ της Τεχεράνης, τη μεγαλύτερη κλειστή αγορά της χώρας. «Σημασία δεν έχει τι κάνει το χρηματιστήριο, σημασία έχει πως κινείται το παζάρι» μου είχε πει πριν από μερικά 24ωρα ένας δυτικός διπλωμάτης, που έζησε για χρόνια στην Τεχεράνη. Εδώ σε αυτές τις πολυδαίδαλες στοές της αγοράς χτυπούσε κάποτε η καρδιά της επανάστασης. Εάν οι λεγόμενοι «μπαζαρί» δεν είχαν συμμαχήσει το 1979 με τον ισλαμικό κλήρο ίσως ο Σάχης να ήταν ακόμη στην εξουσία.

Στη σύγχρονη ιστορία του Ιράν όποιος τόλμησε να τα βάλει με τα μεσαία στρώματα των εμπόρων ηττήθηκε κατά κράτος – ακόμη και αν ήταν το ίδιο το κράτος. Ακόμη και ο Αχμεντινετζάντ πήρε πριν από ένα μήνα μια μικρή δόση εξέγερσης όταν το μπαζάρ κατέβηκε σε απεργία αμφισβητώντας την οικονομική του πολιτική.

Ο Αλί, ένας 25χρονος καταστηματάρχης αναλαμβάνει να μου εξηγήσει πως κινείται σήμερα ο «Ντάου Τζόουνς» της ιρανικής κοινωνίας. «Η αγορά σχεδόν κατέρρευσε εδώ και ένα μήνα» μου λέει. Τίποτα άλλο δεν τον αφορά. Δεν δείχνει ενδιαφέρον για τον 30η επέτειο της επανάστασης αν και θυμάται ιστορίες από τον πατέρα του και τον παππού του που πήραν παίρνουν ενεργά μέρος στον ξεσηκωμό. «Για εμένα πολιτική είναι ό,τι επηρεάζει την τσέπη μου» λέει ο Αλί. Παρόλα αυτά εξομολογείται ότι ακόμη και αν η οικονομική κατάσταση είναι άσχημη η χώρα σήμερα είναι ανεξάρτητη. «Με τον Σάχη ήμασταν όπως είναι σήμερα η Σαουδική Αραβία και η Ιορδανία. Εξαρτημένοι από τη Δύση».

Ποιο είναι τελικά το πραγματικό πρόσωπο των παιδιών της επανάστασης. Η ασφυκτιούσα νεολαία της Βόρειας Τεχεράνης, τα πληβειακά στρώματα της Νότιας ή η μεσαία τάξη των νέων εμπόρων και επαγγελματιών; Ίσως όλες αυτές οι τάξεις μαζί. Ίσως καμία. Το Ιράν δεν δείχνι ποτέ το πραγματικό του πρόσωπο, τις αγωνίες και τα αδιέξοδά του στο εξωτερικό. Μέχρι τη στιγμή που κάποια επανάσταση αναλαμβάνει να σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά της.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Φεβρουάριος 2009

Σχετικά θέματα:
Ιράν: πορεία προς δυσμάς
Argo: Μυστικά και ψέμματα

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR