Του Λεωνίδα Βατικιώτη
Περίσσευαν τα μεγαλόπνοα σχέδια και οι υπερφίαλες εξαγγελίες 20 χρόνια πριν, όταν το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα έκανε το ντεμπούτο του σε λογιστική μορφή την 1η Ιανουαρίου 1999, για να ακολουθήσει τρία χρόνια μετά κι η έκδοσή του σε φυσική μορφή χαρτονομισμάτων και κερμάτων.

Κοινός παρονομαστής των δηλώσεων που έκανε η πολιτική και οικονομική ελίτ της Ευρώπης ήταν πώς το ευρώ θα ενισχύει τις τάσεις σύγκλισης εντός της Ευρώπης, που σήμαινε ότι τα φτωχότερα κράτη μέλη θα έρθουν πιο κοντά στα πλουσιότερα.

Ποιος δε θυμάται άλλωστε εκείνα τα χρόνια τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Κ. Σημίτη να ανακοινώνει κάθε τρεις και λίγο το ποσοστό σύγκλισης που επιτεύχθηκε μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ, δημιουργώντας την προσδοκία ότι σε 10-20 χρόνια θα φτάσουμε το μέσο ευρωπαϊκό όρο;

Είκοσι χρόνια μετά, η σιωπή που επέλεξαν να ακολουθήσουν οι ευρωπαίοι ηγέτες, αποφεύγοντας πομπώδεις εορτασμούς δείχνει τουλάχιστον ότι έχουν συναίσθηση της κατάστασης. Εν ολίγοις, της όξυνσης των αντιθέσεων που δημιούργησε το ενιαίο νόμισμα στις 19 χώρες της ευρωζώνης. Αυτή η εξέλιξη ήταν προβλέψιμη και αναμενόμενη για μια ένωση που περιείχε στους κόλπους της τόσο διαφορετικές οικονομίες όπως από τη μια την Ολλανδία και τη Γερμανία με το ήμισυ και πλέον του ΑΕΠ τους να εξάγεται κι από την άλλη χώρες όπως οι μεσογειακές με ασθενείς κι ευάλωτες παραγωγικές δομές όπου οι εξαγωγές μόλις και μετά βίας φτάνουν το ένα τρίτο του προϊόντος τους.

Πηγή: ECB, The international role of the euro, The interim report, σελ. 5

Η ένταση των αντιθέσεων ήταν προβλέψιμη κι αναμενόμενη από τη στιγμή που τα φτωχότερα κράτη μέλη της Ευρωζώνης έχασαν το όπλο της υποτίμησης, το οποίο επί δεκαετίες τους επέτρεπε να βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των γερμανικών επιχειρήσεων. Επρόκειτο για εργαλείο που προφανώς συνοδευόταν από κοινωνικό κόστος, υπό τη μορφή των ανατιμήσεων στα εισαγόμενα προϊόντα το οποίο κατέβαλλαν τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.

Επ’ ουδενί όμως το κόστος δεν ανήλθε στο ύψος που έφτασε με την κρίση χρέους του 2010-2011, όταν οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης και δη Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος πετάχτηκαν στα βράχια με τα χέρια δεμένα, χωρίς δηλαδή εργαλεία για να διαχειριστούν μια κρίση. Έτσι τάχιστα μια κρίση πιθανά ρουτίνας έλαβε τη μορφή χιονοστιβάδας.

Το ευρώ επομένως έκανε τις πλούσιες χώρες πλουσιότερες και τις φτωχές φτωχότερες μαζί φυσικά με όλους τους εργαζόμενους από το βορά μέχρι το …νότο. Οι δε εξαγγελίες της πολιτικής ηγεσίας αποδείχθηκαν ψέματα που μοναδικό σκοπό είχαν να αποσπάσουν τη συναίνεση των λαών για ένα ολέθριο οικονομικό πείραμα που θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη, με τη μορφή της λιτότητας διαρκείας (βλέπε ευρωπαϊκό εξάμηνο) και των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις και το συνταξιοδοτικό σύστημα.

Το ευρώ αποδείχθηκε επίσης μεγαλειώδες φιάσκο στο εξωτερικό, εκτός δηλαδή της γηραιάς ηπείρου. Το κοινό νόμισμα που ήταν θέμα χρόνου να αντικαταστήσει το δολάριο, σύμφωνα με τις εξαγγελίες των Ευρωπαίων ηγετών στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, 20 χρόνια μετά καταλαμβάνει μόνο το 20% των διεθνών αποθεμάτων σε συνάλλαγμα, όταν το δολάριο καταλαμβάνει το 63%. Ακόμη δε χειρότερα, τίποτε δεν προμηνύει ότι το ευρώ θα κατακτήσει στο ορατό μέλλον ακόμη κι εκείνη την αίγλη που είχε το 2008 πριν το ξέσπασμα της κρίσης, όταν καταλάμβανε το 28% στα συναλλαγματικά αποθέματα και μουσικοί και μοντέλα όπως ο JayZ και η Giselle Bundschen ζητούσαν να πληρώνονται σε ευρώ κι όχι σε δολάρια. Αυτοί τουλάχιστον συνεχίζουν να πληρώνονται, αντίθετα με χιλιάδες ανέργους…