Αυτό που έγινε στην Αθήνα ήταν συγκλονιστικό. Η συγκέντρωση θύμιζε ποίημα, «ένας λαός σαν κεριά σκορπισμένα στην άσφαλτο», που έγραφε και ο Λειβαδίτης. Αυτό που προετοίμασε την συγκέντρωση, όμως, το βλέπεις μονάχα στα βιβλία. Στις στάσεις των λεωφορείων, στο φούρνο, στο πεζοδρόμιο ο κόσμος συζητούσε με πάθος πώς θα πάει στα δικαστήρια να βάλει τους ναζί στη φυλακή. Αυτό που έγινε πρέπει να το μελετήσουμε, πώς το δημιουργήσαμε, τι κάναμε λάθος, και τι προοπτικές αφήνει.

  1. Την Τετάρτη δεν πέθανε μονάχα η Χρυσή Αυγή. Ολόκληρο το φασιστικό φαινόμενο χάνει έδαφος πολλών δεκαετιών. Όλες οι σποραδικές ρατσιστικές ή εθνικιστικές συγκεντρώσεις θα κάνουν χρόνια να βρουν ένα πολιτικό υποκείμενο να τις συνενώσει. Ο Βελόπουλος είναι καλός για να πουλά ματζούνια, αλλά δεν μπορεί να προετοιμάσει κινητοποίηση ανθρώπων. Ούτε είναι διατεθειμένος να οργανώσει βίαιες αντιπαραθέσεις. Ειδικά μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής. Οι απάνθρωποι που δεν δίνουν φαγητό σε ασυνόδευτα, δεν θα έχουν ένα «νόμιμο πολιτικό κόμμα» να τους παρέχει πόρους και συμβάλει στην συγκρότηση της ταυτότητάς τους. Δεν θα έχουν έναν φορέα να διοχετεύουν τις εθνικιστικές δυναμικές στις μακρές περιόδους που αυτές δεν θα εκφράζονται στον δρόμο. Δε θα έχουν ένα κόμμα να τους επιστρέφει δυναμική. Φυσικά θα αργήσουν πολύ να εμφανιστούν (αν εμφανιστούν) τάγματα εφόδου που να χτυπούν τους διαφωνούντες και να εγγυώνται την παρουσία των ρατσιστών στο δρόμο. Αυτό θα μπορεί να το κάνει μονάχα η Ελληνική Αστυνομία κάτι που σημαίνει πολιτικό κόστος, όπως είδαμε στην πλατεία Βικτωρίας. Η (παρα)κρατική στήριξη στους φασίστες θα είναι πιο δύσκολη μετά την χθεσινή αναγκαστική οριοθέτηση που δέχτηκε η δικαστική εξουσία. Παράγοντας πολύ σημαντικός με δεδομένο το πόσο μεγάλο ρόλο παίζουν οι πλάτες του κράτους για την ανάπτυξή τους.
  2. Αναπαράγω από το πρωί στο μυαλό μου τις κινούμενες εικόνες του λαού μας και μου έρχεται στο μυαλό ο στίχος, «θα τρέχανε ακόμα αν ήμασταν ενωμένοι». Και το μαγνητικό πεδίο μιας τέτοιας κατάστασης υπερβαίνει κατά πολύ τη Χρυσή Αυγή. Δεν θα τρέχαν μόνο οι ναζί… Αυτό φοβήθηκε η κυβέρνηση και διέλυσε τη συγκέντρωση για δυο πλαστικά μπουκαλάκια νερό. Όμως αυτή η εικόνα των γεμάτων δρόμων μένει και γεμίζει αυτοπεποίθηση. Πρόκειται μάλιστα για ένα κλίμα μη ενσωματώσιμο, όσα άρθρα και αν γράψει ο Σαμαράς. Αυτό το ξέρουν καλύτερα από μας οι Υπουργοί. Για αυτό και δεν έκαναν καν τον κόπο να δείξουν ότι χάρηκαν για την δημοκρατική διαδικασία. Ο Μητσοτάκης πρόλαβε να ψελλίσει κάτι για δύο άκρα, ο Χρυσοχοΐδης διακινούσε fake news για 150 μολότοφ. Κάτι που μόνο πανικόβλητος μπορείς να το γράψεις, αν ξέρεις πως αυτό που έγινε το έχουν δει μερικές χιλιάδες άνθρωποι και όλοι οι δημοσιογράφοι. Και ο Κικίλιας που δεν έχει πει κουβέντα για την επικινδυνότητα στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, σε μια τέτοια ιστορική στιγμή βρήκε να πει μονάχα ότι η συγκέντρωση είναι επικίνδυνη για την πανδημία. Η απρόκλητη καταστολή μαζί με τα παραπάνω δείχνουν ότι μάλλον με έναν συνδυασμό του αφηγήματος «2 άκρα» και των «μέτρων προστασίας για πανδημία» η κυβέρνηση ετοιμάζεται να χτυπήσει τα δημοκρατικά δικαιώματα για να προετοιμάσει το έδαφος πριν έρθουν τα σκληρά οικονομικά μέτρα. Αυτό όμως δεν θα είναι καθόλου εύκολο. Όσο και αν σχεδιάζουν πχ. να βγάλουν εγκληματική οργάνωση τον Ρουβίκωνα, όλοι καταλαβαίνουν πως ο Ρουβίκωνας ήταν απέναντι στους φασίστες, όταν η ΝΔ ήτανε μαζί τους. Και αυτή η κοινωνική νομιμοποίηση είναι το καλύτερο διαβατήριο για να τα βάλεις με τα σχέδια της ΓΑΔΑ.
  3. Αυτό που εμφανίστηκε στον δρόμο ήταν ένα ποτάμι που φούσκωνε για πολλά χρόνια. Δε θα φούσκωνε όμως από μόνο του. Αξίζουν μεγάλα συγχαρητήρια στην Πολιτική Αγωγή που και τεκμηρίωσε νομικά την υπόθεση και έθεσε το ζήτημα στον πολιτικό του πυρήνα. Κινήθηκαν έτσι που τη μία μέρα να προσπαθούσαν να πείσουν το δικαστήριο για το τάδε άρθρο του Π.Κ. και την επόμενη να προσπαθούσαν να ενημερώσουν και να ενεργοποιήσουν νέους ανθρώπους σε κάποια εκδήλωση της Κρήτης. Ταυτόχρονα οι ελάχιστοι δημοσιογράφοι που κάλυπταν τη δίκη καθημερινά αποτέλεσαν τους διαύλους επικοινωνίας με την κοινωνία. Έτσι, κάθε δικάσιμος τροφοδοτούσε τη στάθμη του ποταμού που ερχότανε. Αυτό να μην το ξεχάσουμε. Να μην υπάρξει ξανά δίκη αγωνιστή που να μην μεταδίδονται οι αντιφάσεις της αστυνομίας ζωντανά από το twitter. Με αυτό που έγινε κάθε συνομιλία Χρυσαυγίτη γινότανε γνωστή και δημιουργούσε δυναμικές οι οποίες θα επέστρεφαν στο δικαστήριο ως αφόρητη πίεση. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι αναρχικές και αριστερές συλλογικότητες. Με πολλή δουλειά βάσης και πολλές συζητήσεις δεν ήταν πια αποδεκτό να εκφράζει κάποιος συμπάθεια προς την Χ.Α. Οι χρυσαυγίτες εξουδετερώθηκαν και οι ενδιάμεσοι δρώντες που τους παρείχαν νομιμοποίηση με θετικές δηλώσεις σταμάτησαν να εκφράζονται δημόσια για αυτό, καθώς μπορούσε να τους βγει μονάχα σε κακό. Οι αναρχικές συλλογικότητες βοήθησαν περισσότερο στο επίπεδο του δρόμου και της απελευθέρωσης των γειτονιών. Και λέω απελευθέρωση διότι για πολλούς συμπολίτες μας το να μπορούν να κυκλοφορούν πχ. στον Άγιο Παντελεήμονα μετά το άνοιγμα του στεκιού Δίστομο ήταν απελευθέρωση. Οι αριστερές συλλογικότητες ανέλαβαν κυρίως την εξωστρεφή δράση στις γειτονιές, στα σωματεία και στον δημόσιο λόγο. Εδώ όμως έχουμε μια αμοιβαία ωρίμανση με τα χρόνια. Από τη μία μεγάλο μέρος του αναρχικού χώρου είναι πια πολύ πιο ώριμο από ότι ήταν στο παρελθόν. Η μαχητικότητα συνδυάζεται με την προσπάθεια για συμπεριληπτική κοινωνική απεύθυνση. Από την άλλη μεγάλο μέρος αριστερών συλλογικοτήτων που είχαν υποτιμήσει το φασιστικό φαινόμενο ασχολήθηκε επιτέλους ενεργά. Ενώ, επίσης, ένα μέρος των οργανώσεων δίσταζε όλο και λιγότερο να καλεί σε αντιφασιστικές συγκεντρώσεις παρότι σε αυτές μπορεί να υπήρχε πιθανότητα συγκρούσεων και καταστολής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συγκέντρωση στην Πλατεία Βικτωρίας. Φυσικά πολλά βήματα μένει να γίνουν εκατέρωθεν όμως οι τάσεις που περιγράφω είναι υπαρκτές.
  4. Παρά τις προσπάθειες της Πολιτικής Αγωγής, εναλλακτικών ΜΜΕ και κάποιων λίγων συλλογικοτήτων, η διαδικασία της δίκης θα μπορούσε να έχει γίνει πολύ περισσότερο κτήμα της κοινωνίας. Ή έστω του προοδευτικού της φάσματος. Όμως πολλές συλλογικότητες υποτίμησαν αυτό που συνέβαινε. Είδαν την κρατική κίνηση, αλλά δεν είδαν τις δυναμικές που κυοφορούσε. Το θεώρησαν αποπροσανατολιστικό ή/και ευκαιρία του κράτους να κινηθεί και εναντίον της αριστεράς. Αυτές οι στάσεις έχουν ένα κοινό με την υποτίμηση του φασιστικού κινδύνου. Ακριβώς έτσι λίγα χρόνια πριν έβλεπαν τις σχέσεις συνέχειας ανάμεσα στο αστικό κράτος τον καπιταλισμό και τους φασίστες, αλλά δεν έβλεπαν τις σχέσεις ασυνέχειας. Την σχετική αυτονομία του φασιστικού φαινομένου.

    Έβλεπαν πως χρειάζεται να εκτίθενται δημόσια οι φασίστες για τα deals με τους εφοπλιστές, αλλά δεν έβλεπαν την έμπρακτη παρεμπόδιση των φασιστών να κάνουν κουμάντο στις γειτονιές. Οι όροι που οδήγησαν σε αυτήν την ολιγωρία είναι οι ίδιοι. Μια υπερεπαναστατικότητα που τελικά κατέληγε σε συντηρητικές εκφάνσεις, όπου ενώ νεαροί αντιφασίστες έπαιζαν το κεφάλι τους στον δρόμο, ένα μέρος της αριστεράς δεν καλούσε σε συγκεντρώσεις και δεν παρείχε κοινωνική νομιμοποίηση γιατί μπορεί το περιεχόμενο να μην ήταν πολύ αντικαπιταλιστικό.

    Έτσι αντί για πολύπλευρη πραγματική πολιτική δουλειά έκανε παιδαγωγική δουλειά. Η οποία είναι σημαντικό μέρος της αναχαίτισης του φασισμού, αλλά κατά την όξυνση του φαινομένου, αυτή μπορεί σε κάποιες χρονικές στιγμές να είναι δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την έμπρακτη αντιπαράθεση. Πχ. όταν οι ναζί επιτέθηκαν στην αντιφασιστική συγκέντρωση στην Κομοτηνή και κυνηγούσαν τους αντιφασίστες (με τη βοήθεια των ΜΑΤ), το πρώτο που χρειαζόταν δεν ήταν η ανάδειξη του ναζιστικού χαρακτήρα τους, αλλά να έχουν δημιουργηθεί εκείνοι οι όροι που η αντιφασιστική συγκέντρωση θα ήταν τόσο μεγάλη, κοινωνικά νομιμοποιημένη και μάχιμη που οι φασίστες δεν θα μπορούσαν να επιτεθούν.
  1. Αν η Χρυσή Αυγή είχε καθίσει στο εδώλιο από τις πρώτες επιθέσεις της σήμερα ο Λουκμάν και ο Παύλος Φύσσας θα ήταν ακόμη ζωντανοί και πού ξέρεις, μπορεί να διαδήλωναν μαζί μας έξω απ΄το δικαστήριο. Τον Ρουπακιά δεν τον όπλισε μονάχα η ιδεολογία του ή η εντολή Πατέλη-Λαγού-Μιχαλολιάκου. Τον όπλισε η ασυλία που απολάμβαναν από τη δικαιοσύνη. Η συμπάθεια της Ελληνικής Αστυνομίας. Τον όπλισαν οι πλάτες που έκανε η ΝΔ στη Χρυσή Αυγή για να της κάνει θελήματα στη βουλή, όπως όταν η Χρυσή Αυγή ψήφιζε ενάντια στην έρευνα για το σκάνδαλο της Αγροτικής μετά από sms της ΝΔ. Τον Ρουπακιά της Ιστορίας τον οπλίσαν οι εφοπλιστές που πληρώσανε για να καθαρίσει η περιοχή απ’ τους κομμουνιστές.

Και τώρα που ξεμπλέξαμε με τους ναζί, ήρθε η ώρα να αναμετρηθούμε με όλους αυτούς που οπλίσαν τη Χρυσή Αυγή. Εμείς οι δεκάδες χιλιάδες που ήμασταν στον δρόμο και τα εκατομμύρια που περίμεναν την απόφαση με κομμένη την ανάσα ήρθε η ώρα να αναμετρηθούμε με αυτόν που πραγματικά όπλισε τη Χρυσή Αυγή και μετά αναγκάστηκε να την αφοπλίσει. Να διοχετεύσουμε τη δυναμική ενάντια στο αρρωστημένο σύμπλεγμα που λέγεται Ελληνικό αστικό κράτος και όταν έρχονται τα δύσκολα από το 1946 μέχρι σήμερα του αρέσει να οπλίζει τους ναζί.

ΥΓ. Όταν παίζονται πολύ σοβαρά πράματα και η μοίρα μας εξαρτάται από μια έκβαση τείνουμε στο κίνημα να βγάζουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Αντί για τον χομπισμό της ταυτότητας, επικρατεί ο επαναστατικός ρεαλισμός. Η προσπάθεια να νικήσουμε. Η διάθεση να δράσουμε με τη συμπεριληπτικότητα που χρειάζεται για να τα βάλουμε με τόσο μεγάλους αντιπάλους. Χαρακτηριστικό μιας τέτοιας τοποθέτησης είναι ολόκληρο το βιβλίο του Θανάση Καμπαγιάννη, «Ή με τις μέλισσες ή με τους Λύκους», όμως θα παραθέσω εδώ ένα απόσπασμα για τον Παύλο Φύσσα, μνημείο για το πώς πρέπει να κάνεις πολιτική άμα θες να έχεις μαζί σου όχι μονάχα τους ήδη πιστούς, αλλά και έναν νεαρό εργάτη από το Κερατσίνι:

«Πέρα από τα όσα σας έφερε η πολιτική αγωγή της οικογένειας, δηλώσεις, βίντεο, συνεντεύξεις, που δείχνουν έναν βαθιά πολιτικοποιημένο άνθρωπο, οι στίχοι του για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για τον Τζουλιάνι και τη Γένοβα κλπ, ο Φύσσας είχε και μια πολύ ιδιαίτερη αντίληψη για το τι σήμαινε να είναι κανείς Πειραιώτης, να είναι άντρας, να είναι Έλληνας… Λέει σε ένα τραγούδι.

Μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθαίνεις
όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
με λένε Παύλο Φύσσα από τον Περαία,
Έλληνας κι ο,τι συνάδει αυτό, όχι μια σημαία.

Σε μια αποδεικτική διαδικασία που είδαμε πολλές ελληνικές σημαίες και που ακούσαμε πολλά για το έθνος, την πατρίδα κτλ. υπάρχει κάποιος που λέει «Έλληνας κι ό,τι συνάδει αυτό, όχι μια σημαία.». Ότι δηλαδή η ελληνικότητα δεν είναι ανάλογη με το πόσο πολύ κουνάς μια σημαία, πόσο την επιδεικνύεις. Και συνεχίζει:

Μελανοχίτωνας
γόνος του Αχιλλέα και του Καραϊσκάκη
κι αν όντως ξέρω κάτι
είναι πως γεννήθηκα ήδη
με δυο καταδίκες βαριές φορτωμένος πάνω στην πλάτη
δυο φτερά από γέννα, πάνω στο σώμα μου ραμμένα
που δυστυχώς φτερουγίζουν μόνο μέσα από την πένα

Υπάρχει μεγάλο ιστορικό βάθος στους στίχους αυτούς: Η συζήτηση για την αρχαιότητα και τη νεότερη Ελλάδα, για τη σχέση τους, για το αν θα μείνουμε σε μια προγονοπληξία που θα κάνει το ένδοξο παρελθόν βραχνά («δυο καταδίκες βαριές φορτωμένος πάνω στην πλάτη»). Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την απάντηση του Κωστή Παλαμά στον Περικλή Γιαννόπουλο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα – ο Παλαμάς, αν και βαθιά εθνικός, είπε ότι, «αν είναι να γίνει καταφύγιο αρχαιολατρίας και πνευματικής τεμπελιάς ο Παρθενώνας, καλύτερα να πέσει να συντριβεί», παρά να στέκει σαν «λείψανο». Μια τέτοια αντίληψη για την ελληνικότητα είχε ο Φύσσας, διαμετρικά αντίθετη από τον βιολογικό εθνικισμό της Χρυσής Αυγής».

Χρήστος Αβραμίδης