Φουκουσίμα καταστροφή πυρηνικό εργοστάσιο

Δέκα χρόνια μετά τη Φουκουσίμα: Μια καταστροφή λόγω κέρδους

Πηγή: Ben McGrath – wsws.org
Μετάφραση/Επιμέλεια: Ανδρέας Κοσιάρης

Την περασμένη Πέμπτη 11 Μαρτίου συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον Μεγάλο Σεισμό της Ανατολικής Ιαπωνίας. Ο μεγέθους 9,1 βαθμών κλίμακας Ρίχτερ σεισμός, ο ισχυρότερος στην Ιαπωνική ιστορία, πυροδότησε ένα τεράστιο τσουνάμι που έφτασε σε ύψος 16,7 μέτρων, και η συνδυασμένη ισχύς τους διέλυσε την βορειοανατολική Ιαπωνική περιοχή Τοχόκου. Το τσουνάμι χτύπησε το ανεπαρκώς προστατευμένο Πυρηνικό Εργοστάσιο Φουκουσίμα Νταΐιτσι, οδηγώντας σε τήξη τρεις από τους έξι πυρηνικούς αντιδραστήρες και στη χειρότερη πυρηνική καταστροφή από το Τσέρνομπιλ το 1986. Η τριπλή αυτή καταστροφή είναι επί της ουσίας ένα κατηγορητήριο κατά του καπιταλισμού, που υποβαθμίζει την ασφάλεια και την ανθρώπινη ζωή στο όνομα του κέρδους.

Υπολογίζεται ότι 18.500 χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ περίπου 2.500 παραμένουν επισήμως αγνοούμενοι. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι αναγκάστηκαν να αφήσουν τις εστίες τους. Σήμερα, 41.000 είναι ακόμα κατηγοριοποιημένοι ως εκτοπισμένοι, ενώ 23.000 δεν μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους γύρω από το εργοστάσιο της Φουκουσίμα. Η ανακατασκευή της περιοχής έχει κοστίσει περισσότερα από 30 τρισ. γιεν (275 δισ. δολάρια) και πιστεύεται ότι η απόσυρση και ο καθαρισμός του πυρηνικού εργοστασίου θα διαρκέσει τρεις ακόμα δεκαετίες.

Νερό συνεχίζει να αντλείται και να διοχετεύεται στους κατεστραμμένους αντιδραστήρες, ώστε να τους διατηρήσει σε χαμηλή θερμοκρασία, και μεγάλες ποσότητες υψηλά ραδιενεργού ύδατος αποθηκεύονται σε ατσάλινες δεξαμενές έξω από τις εγκαταστάσεις. Η Ιαπωνική κυβέρνηση και ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου, η Tokyo Electric Power Company (TEPCO), σχεδιάζουν να αδειάσουν το ραδιενεργό νερό στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η επιθυμία αυτή συναντά τις έντονες αντιδράσεις των Ιαπώνων ψαράδων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το στίγμα και την πιθανή απώλεια εσόδων λόγω της ανησυχίας του κοινού για την ασφάλεια των αλιευμάτων τους.

Στη συμπλήρωση δέκα χρόνων από την καταστροφή, ο κοινός τόπος των αστικών ΜΜΕ είναι πως το συμβάν ήταν διδακτικό. Στην πραγματικότητα, η μία μετά την άλλη καταστροφή στην Ιαπωνία και σε άλλες χώρες, επιδεινώνονται από τον καπιταλισμό. Δεν είναι θέμα «διδαχής μαθημάτων», καθώς ο καπιταλισμός από την ίδια του τη φύση υποβαθμίζει τα πάντα στο κυνήγι του κέρδους. Τα γεγονότα αυτά δεν ήταν απρόβλεπτα ή κάποιο αποτέλεσμα της ιαπωνικής «αγελαίας σκέψης», όπως το έθεσε ένα πρόσφατο σχόλιο στην εφημερίδα Japan Times. Τα προειδοποιητικά σημάδια αγνοήθηκαν συνειδητά.

Η ιδέα πως ο ιαπωνικός πολιτισμός ήταν με κάποιο τρόπο υπεύθυνος για την καταστροφή της Φουκουσίμα έχει χρησιμοποιηθεί για να εκτρέψει την ευθύνη από το σύστημα κέρδους. Το 2012, ο διευθυντής της Ανεξάρτητης Επιτροπής Ερευνών Πυρηνικών Ατυχημάτων (NAIIC) Κιγιόσι Κουροκάβα, ισχυρίστηκε πως τα αίτια της καταστροφής έπρεπε «να αναζητηθούν στις εγγενείς συμβάσεις της Ιαπωνικής κουλτούρας: την αντανακλαστική μας υπακοή· τη διστακτικότητά μας να αμφισβητήσουμε την εξουσία· την υποχωρητικότητά μας στην “επιμονή στο σχέδιο”· την ομαδοποίησή μας· και τη στενομυαλιά μας».

Αυτό δεν είναι παρά ένα τέχνασμα. Η καταστροφή ήταν αποτέλεσμα δεκαετιών συμπαιγνίας μεταξύ κυβερνήσεων, της βιομηχανίας πυρηνικής ενέργειας και των λεγόμενων ρυθμιστικών φορέων, ώστε να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη.

Όταν η καταστροφή πρωτοχτύπησε το εργοστάσιο της Φουκουσίμα, η άμεση μέριμνα της TEPCO ήταν για τα περιουσιακά της στοιχεία. Καθυστέρησε να διοχετεύσει θαλασσινό νερό στους αντιδραστήρες — κάτι που θα μπορούσε να είχε αποτρέψει διαρροές ραδιενέργειας — διότι το θαλασσινό νερό τους διαβρώνει. Οι πυροσβεστικοί πόροι επίσης καθυστέρησαν για σχεδόν μία εβδομάδα. Η TEPCO περίμενε δύο μήνες προτού παραδεχτεί πως υπήρχαν τήξεις στο εργοστάσιο, κάτι που δεν αναγνώρισε επισήμως μέχρι το 2016. Η καθυστέρηση συνέβαλε στη χαοτική εκκένωση και πιστεύεται πως οδήγησε άμεσα στον θάνατο τουλάχιστον 44 ανθρώπων.

Όταν χτίστηκαν οι εγκαταστάσεις το 1971, κατασκευάστηκαν για να αντέξουν τσουνάμι μονάχα 5,7 μέτρων, με την εταιρεία να αφαιρεί 25 μέτρα από ένα φυσικό θαλάσσιο τείχος που υπήρχε στην περιοχή. «Είναι μια συνηθισμένη πράξη βασισμένη στον τρόπο σκέψης της εποχής της μεγάλης ανάπτυξης», είχε πει ο σεισμολόγος Καζούο Όικε το 2011, μέλος της κρατικής επιτροπής έρευνας του ατυχήματος. Με άλλα λόγια, η ασφάλεια είχε αγνοηθεί στο όνομα του κέρδους. Το 15μετρο τσουνάμι που χτύπησε το εργοστάσιο το 2011 υπερίσχυσε του υπάρχοντος 10μετρου θαλάσσιου τείχους.

Μετά την καταστροφή, αποκαλύφθηκε πως η TEPCO είχε τουλάχιστον 200 αποδεδειγμένες περιπτώσεις πλαστογραφίας επιθεωρήσεων ασφαλείας. Το 2002, για παράδειγμα, η TEPCO είχε συγκαλύψει την ύπαρξη ρωγμών στα περιβλήματα των αντιδραστήρων που υπήρχαν τουλάχιστον από το 1993. Τον Ιούλιο του 2012, η Επιτροπή Ερευνών αποκάλυψε πως η TEPCO δεν είχε ενισχύσει τους αντιδραστήρες της για να πληρούν τις σεισμικές προϋποθέσεις και η ρυθμιστική αρχή δεν είχε κάνει τίποτα για να επιβάλλει τους κώδικες ασφαλείας.

Μέχρι σήμερα, κανείς δεν έχει θεωρηθεί υπεύθυνος για τις πράξεις της TEPCO. Ο πρώην διευθυντής της εταιρείας, Τσουνεχίσα Κατσουμάτα και τα πρώην στελέχη, Ιτσίρο Τακεκούρο και Σακάε Μούτο, κατηγορήθηκαν για εγκληματική αμέλεια το 2016, σε μία δίκη που ήταν σχεδιασμένη για να εκτρέψει τη δημόσια κριτική, αλλά όλοι τους κρίθηκαν αθώοι τον Σεπτέμβρη του 2019.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, αποδείχτηκε πως, ενώ υπήρχαν σχέδια για βελτίωση των μέτρων ασφαλείας το 2008, τα τρία στελέχη έπαυσαν την εφαρμογή τους, ανησυχώντας πως αν αυτά γίνονταν γνωστά, οι πολίτες θα ζητούσαν το σταμάτημα της λειτουργίας του εργοστασίου λόγω φόβων για την ασφάλειά του. Γνωρίζοντας δηλαδή ότι υπήρχε κίνδυνος, τα διευθυντικά στελέχη της TEPCO αποφάσισαν να βάλουν το κέρδος πάνω από τις ζωές των ανθρώπων της περιοχής.

Πιο πρόσφατα, τον Φεβρουάριο του 2019, το Ανώτατο Δικαστήριο του Τόκιο αποφάσισε πως και η κεντρική κυβέρνηση έχει εξίσου την ευθύνη για την καταστροφή. Είχε αγνοήσει έκθεση που υποδείκνυε την πιθανότητα ενός μεγάλου τσουνάμι στην περιοχή και δεν προχώρησε στην κατασκευή παράκτιων επιχωμάτων και την αδιαβροχοποίηση καίριου εξοπλισμού που θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την καταστροφή στη Φουκουσίμα.

Έπειτα από την καταστροφή στη Φουκουσίμα, όλα τα πυρηνικά εργοστάσια της Ιαπωνίας τέθηκαν εκτός λειτουργίας. Σήμερα λειτουργούν μόνο εννέα, υποτίθεται υπό αυστηρότερες προδιαγραφές ασφαλείας, σε σχέση με τα 54 που λειτουργούσαν πριν τον Μάρτιο του 2011.

Σε πρόσφατο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Ατομικών Επιστημόνων, με τίτλο «10 χρόνια μετά την Φουκουσίμα: Είναι τα Ιαπωνικά πυρηνικά εργοστάσια ασφαλή;», ο ερευνητής Τζουν Τατένο ανέλυσε λεπτομερώς αυτές τις νέες «προδιαγραφές ασφαλείας».

Το άρθρο του κατέληγε με τα εξής λόγια: «Θα μπορέσουν τα πυρηνικά εργοστάσια, που τέθηκαν ξανά σε λειτουργία έπειτα από την αξιολόγηση συμμόρφωσης με τους νέους κανονισμούς που ακολούθησαν την καταστροφή της Φουκουσίμα, να αντέξουν έναν τέτοιου μεγέθους σεισμό; Λαμβάνοντας υπόψη τις πρακτικές αξιολόγησης, υπάρχει λόγος για ακραία απαισιοδοξία».