Καθισμένος στο γραφείο του, στο 19ο όροφο του κτιρίου Λίπστικ, άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο κεντρικό Μανχάταν. Οι δυο γιοί του, ο Μαρκ και ο Άντριου τον κοιτούσαν αμίλητοι. «Τα βλέπετε όλα αυτά παιδιά μου…» τους είπε – και ύστερα διέκοψε για λίγα δευτερόλεπτα τη φράση του. Εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο θα μπορούσαν να φανταστούν τις λέξεις που θα ακολουθούσαν. «Όλα αυτά μια μέρα θα γίνουν δικά σας» – μια φράση που εδώ και δεκαετίες συνοψίζει το αμερικανικό όνειρο.

Ο Μπέρναρντ Μάντοφ, όμως, ζούσε έναν εφιάλτη. «Όλα αυτά παιδιά μου» τους είπε «είναι ένα ψέμα». Ο άνθρωπος, στον οποίο η αμερικανική ελίτ εμπιστευόταν δισεκατομμύρια δολάρια, είχε πραγματοποιήσει ίσως την μεγαλύτερη οικονομική απάτη στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Αμέσως μετά τη συνάντηση, ο Μάρκ και ο Αντριου βγήκαν ήσυχα από το γραφείο… «Στην υπηρεσία οικονομικού εγκλήματος του FBI» είπαν στον οδηγό που τους περίμενε στην είσοδο. Ήταν 10 Δεκεμβρίου του 2008. Μια ημέρα αργότερα ομοσπονδιακοί πράκτορες έμπαιναν στο κτίριο Λίπστικ για να συλλάβουν τον Μπέρναρντ Μάντοφ.

H είδηση της σύλληψης μεταδόθηκε σαν σεισμική δόνηση στην Αμερικανική επικράτεια. Τα θύματα του «Μπέρνι» μπορούν να διηγηθούν με τρομακτικές λεπτομέρειες που ακριβώς βρίσκονταν όταν άκουσαν το πρώτο έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Όπως θυμόμαστε όλοι που βρισκόμαστε την 11η Σεπτεμβρίου. Όπως θυμούνται κάποιοι την ημέρα της δολοφονίας το Κένεντι. Και αν έκανες λίγη ησυχία και ακολουθούσες τα σεισμικά κύματα μπορούσες εύκολα να εντοπίσεις το επίκεντρο της καταστροφής… τη σύγχρονη καστροπολιτεία του Παλμ Μπιτς– έναν από τους σημαντικότερους θύλακες ευημερίας του πλανήτη. Στα καφέ, τα εστιατόρια και τα γυμναστήρια της Φλόριντα τεράστιες οθόνες πλάσμα μετέδιδαν ξανά και ξανά την είδηση στους αποσβολωμένους θεατές. Αλαφιασμένοι γραμματείς έτρεχαν στα γήπεδα του γκολφ και τις μαρίνες με τα πολυτελή σκάφη για να ενημερώσουν τους εργοδότες τους: «κύριε, η περιουσία σας δεν υπάρχει πια».

Οι δημοσιογράφοι που κατέφθαναν στο Παλμ Μπιτς, αναζητώντας τα διασημότερα θύματα του Μάντοφ, έζησαν σκηνές απείρου κάλους: Εικόνες που θα είχαν αναγκάσει τον Δημήτρη Ψαθά να γράψει μια νέα «Μαντάμ Σουσού» και τον Λουίς Μπουνιούελ να ξανασκηνοθετήσει την «Κρυφή γοητεία της Μπουρζουαζίας». Σεβάσμιοι κύριοι εκλιπαρούσαν τους διευθυντές των διασημότερων κλαμπ να τους επιστρέψουν την ετήσια συνδρομή που είχαν καταβάλει για να γίνουν αποκλειστικά μέλη. Εύπορες χήρες, που είχαν εμπιστευθεί στον Μάντοφ τις μυθικές περιουσίες των πρώην συζύγων τους, έτρεχαν στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών για να πάρουν τα πολύτιμα κοσμήματά τους. Λίγο αργότερα πραγματοποιήθηκαν και τα πρώτα γκαλά στα οποία ξεπουλήθηκαν κοσμήματα εκατομμυρίων δολαρίων.

«Ο άντρας μου, λίγο πριν πεθάνει, μου είπε να τα αφήσω όλα στου Μπέρνι» εξηγούσε η πολυεκατομμυριούχος Μούριελ Σίμπερτ στον έκπληκτο δημοσιογράφο του Vanity Fair που κατέγραφε δεκάδες παρόμοιες ιστορίες. «Ο Μάντοφ είναι π******ς γιός» του είπε μια άλλη κυρία η οποία ξέχασε εν μια νυκτί το savoir vivre που υποτίθεται ότι απομνημόνευε σε όλη της τη ζωή. Ένα άλλο θύμα επικοινώνησε με γνωστό δημοσιογράφο θέλοντας να διηγηθεί το πάθημά του. Πριν ξεκινήσει όμως τη διήγησή του ζήτησε μια μικρή χάρη: «συγγνώμη, μήπως μπορείς να με καλέσεις εσύ γιατί τώρα έχω καρτοκινητό και τελειώνουν οι μονάδες».

Τα θύματα του Μάντοφ δεν ήταν οι φτωχοί μαύροι και ισπανόφωνοι, που πλήρωσαν με τα σπίτια τους την φούσκα της αγοράς ακινήτων γιατί δεν είχαν διαβάσει τα ψιλά γράμματα των συμβολαίων που υπέγραφαν. Ήταν η αφρόκρεμα της αμερικανικής οικονομίας. Άνθρωποι που διαχειρίζονταν δισεκατομμύρια δολάρια με τη βεβαιότητα ότι θα βγουν αλώβητοι από την οικονομική κρίση. Κι όμως, έπεσαν σε μια από τις πιο χοντροκομμένες απάτες της ιστορίας.

Στην ουσία της η επιχείρηση του Μάντοφ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια κλασική «πυραμίδα», όπως αυτές που περιέγραφε στα μυθιστορήματά του ο Κάρολος Ντίκες από το 19ο αιώνα. Οι αγγλοσάξονες το αποκαλούν «σχέδιο Πόνζι» από το όνομα του Ιταλού μετανάστη Τσαρλς Πόνζι, ο οποίος έστησε μια από τις μεγαλύτερες πυραμίδες των αρχών του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ. Ο Μάντοφ υποσχόταν να επενδύσει τα κεφάλαια των πελατών του στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή αγορά ενώ στην πραγματικότητα τα συγκέντρωνε σε λογαριασμούς του στην Τράπεζα Chase Manhattan.

Ένα δαιδαλώδες δίκτυο από επιχειρήσεις – βιτρίνα αναλάμβαναν να ξεπλύνουν τα κέρδη δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι τα χρήματα επενδύονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Για όσο διάστημα έβρισκε νέα θύματα, ο Μάντοφ μπορούσε να αντλεί από το λογαριασμό χρήματα τα οποία επέστρεφε στους πελάτες τους σαν απόδοση κεφαλαίων. Ενώ όμως οι κλασικές πυραμίδες προσφέρουν αποδόσεις 20 έως και 50%, γεγονός που οδηγεί στην γρήγορη κατάρρευση τους, ο Μάντοφ προσέφερε ένα σεμνό και ταπεινό 10-12%, το οποίο δεν προκαλούσε ιδιαίτερες υποψίες. Σε περιόδους οικονομικής άνθισης αυτά τα κέρδη ήταν ασήμαντα. Το μυστικό της πυραμίδας όμως ήταν ότι προσέφερε σταθερές «αποδόσεις» ακόμη και σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όταν δηλαδή τα υπόλοιπα χαρτοφυλάκια παρουσίαζαν ζημιές εκατομμυρίων.

Ύστερα από σχεδόν δυο δεκαετίες απάτης η πυραμίδα είχε περίπου 4.000 πελάτες που έπιναν νερό στο όνομα του Μπέρνι. «Τον θεό μπορείς, αν θέλεις, να τον αμφισβητήσεις, τον Μπέρνι όμως ποτέ» έλεγε ο Μάικλ Μπιένες, συνεργάτης αλλά και πελάτης του Μάντοφ – ο οποίος σήμερα ξεπουλάει το σπίτι του έναντι 6,5 εκατομμυρίων δολαρίων για να γλιτώσει από τα χρέη.

Στο Παλμ Μπιτς θυμούνται ακόμη τους πολυεκατομμυριούχους που εκλιπαρούσαν τον Μάντοφ να πάρει τα χρήματά τους ενώ αυτός αρνούνταν πεισματικά. Επιχειρηματίες πλήρωναν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για να εισέλθουν σε κλειστά κλαμπ μέσω των οποίων πίστευαν ότι θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τον «θείο Μπέρνι». Μάθαιναν γκολφ για να μπορούν να παίξουν μαζί του και σκυλοπνίγονταν στις θάλασσες για να δέσουν τα σκάφη τους δίπλα στο 17μετρο γιοτ του Μάντοφ.

Στην πραγματικότητα το μόνο χαρακτηριστικό που μπορούσε να σου εξασφαλίσει άνετη είσοδο στον μαγικό κόσμο του Μπέρνι ήταν να έχεις γεννηθεί εβραίος. Όχι βέβαια γιατί ο Μάντοφ ενδιαφερόταν για τις θρησκείες ή επειδή έστηνε κάποια μυστηριώδη σιωνιστική συνομωσία. Απευθυνόμενος όμως στην εβραϊκή κοινότητα δημιούργησε μια αίσθηση εμπιστοσύνης και κοινής ταυτότητας ανάμεσα στου πελάτες του. Κορυφαία στελέχη του Ισραηλινού λόμπι πέρασαν την πόρτα της πυραμίδας του Μάντοφ ο οποίος με τη σειρά του προσέφερε κολοσσιαίες δωρεές σε εβραϊκά πανεπιστήμια και ιδρύματα όπως το περιβόητο Elie Wiesel.

Η πυραμίδα του Μάντοφ ανέτρεψε ακόμη και τη θρησκευτική ανθρωπογεωγραφία στο Παλμ Μπιτς. Οι εβραίοι κάτοικοι, που κάποτε ήταν ανεπιθύμητοι στην περιοχή, δημιούργησαν τη δική τους κοινότητα εξοστρακίζοντας τους περίφημους WASP (από τα αρχικά των λέξεων Λευκός, Αγγλοσάξονας, Προτεστάντης). Όταν όμως η απάτη αποκαλύφθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός της Φλόριντα ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της. «Ό,τι δεν πρόλαβε να μας κάνει ο Χίτλερ, μας το έκανε ο Μάντοφ» εξομολογήθηκε μια από τις πελάτισσες του μεγαλοαπατεώνα – συγκρίνοντας προφανώς την φρίκη του ολοκαυτώματος με την απώλεια της προσωπικής της περιουσίας.

Είτε ήταν εβραίοι είτε όχι, οι πελάτες του «θείου Μπέρνι» ζούσαν σε ένα πέπλο μυστηρίου. «Η μέθοδος που ακολουθώ, είναι δύσκολο να εξηγηθεί» τους έλεγε ο Μάντοφ. Και αυτοί δεν ρωτούσαν περισσότερα. Πίστευαν ότι ο άνθρωπός τους έχει «πρόσωπο» στην αγορά και ότι προέρχεται από μεγάλη οικογένεια χρηματιστών.

Στην πραγματικότητα ο Μάντοφ ήταν γιός ενός… Πολωνού υδραυλικού, ο οποίος ένα πρωινό του 1938 αποφάσισε να ασχοληθεί με το χρηματιστήριο. Καθώς ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ετοιμαζόταν να ανασύρει την αμερικανική οικονομία από το βούρκο της Μεγάλης Ύφεσης του ’30 και να την τοποθετήσει στο βάθρο της οικονομικής αυτοκρατορίας, οι Μάντοφ δημιούργησαν ένα μικρό όνομα στην εβραϊκή συνοικία του Κουίνς στη Νέα Υόρκη. Παρόλα αυτά ο Μπέρνι Μάντοφ θα αναγκαστεί να δουλέψει αρκετά χρόνια ως ναυαγοσώστης για να μαζέψει κεφάλαιο πέντε χιλιάδων ευρώ και να ανοίξει το δικό του χρηματιστηριακό γραφείο. «Ήθελε πάντα να βλέπει το όνομά του γραμμένο στην πόρτα του γραφείου του» θυμούνται οι παλιοί του συνεργάτες.

Και από το 1960 αυτή η πόρτα έγραφε Bernard L. Madoff Investment Securities LLC – το όνομα της εταιρείας στην οποία θα προήδρευε μέχρι την ημέρα της σύλληψής του.

Η επιχείρηση του Μάντοφ θα είχε παραμείνει ένας ακόμη παρίας στην πιάτσα των χρηματιστών εάν ο Μπέρνι δεν ξυπνούσε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60 με μια εξαιρετική ιδέα: θα χρησιμοποιούσε ηλεκτρονικούς υπολογιστές για να παρουσιάζει σε πραγματικό χρόνο στους πελάτες του τις διακυμάνσεις των μετοχών και τις διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στην ονομαστική και την πραγματική τιμή πώλησης μια μετοχής. Ουσιαστικά πρόκειται για την ιδέα πάνω στην οποία στηρίχθηκε λίγα χρόνια αργότερα η δημιουργία του χρηματιστηρίου του Nasdaq, στο οποίο ο Μάντοφ έγινε επίτιμος πρόεδρος. Οι κατήγοροι του Μάντοφ επιχειρούν ακόμη και σήμερα να διαπιστώσουν σε ποια φάση ο Μάντοφ εγκατέλειψε τη νόμιμη οδό και άρχισε να οικοδομεί την πυραμίδα του. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Άλλοι εντοπίζουν παρατυπίες ήδη από τα μέσα του ’70. Και όλοι αναρωτιούνται πως γίνεται οι ελεγκτές του αμερικανικού δημοσίου να μην είχαν αντιληφθεί τίποτα εδώ και τόσες δεκαετίες.

Ο Μάντοφ πάντως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να θολώσει περαιτέρω τα νερά και να σώσει τα μέλη της οικογένειάς του, που προφανώς συνεργάζονταν για χρόνια μαζί του. «Κανένας άλλος δεν γνώριζε το παραμικρό» είπε στην απολογία του γνωρίζοντας πως η άρνησή του να καταδώσει τους συνεργάτες του θα του επέφερε την ανώτατη ποινή. Ο δικαστής Ντένι Τσιν, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα στα μάτια και του ανακοίνωσε, ψυχρά, την απόφαση: Εκατόν πενήντα χρόνια στη φυλακή χωρίς αναστολή. Μοναδική παραχώρηση να μπορεί να φοράει τα προσωπικά του ρούχα στη φυλακή.

Αρκετοί αναρωτήθηκαν εάν το έγκλημα του Μάντοφ ήταν χειρότερο από αυτό των αμερικανικών τραπεζών που άφησαν εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά στο δρόμο αφού πρώτα τα έβαλαν σε ένα φαύλο κύκλο δανειοδοτήσεων. Προφανώς ο Μάντοφ υπέπεσε σε ένα θανάσιμο αμάρτημα. Εξαπάτησε τους λάθος ανθρώπους. Και το πλήρωσε ακριβά.

Ο έλληνας κυνηγός του Μάντοφ

«Ένα πράγμα θέλω να σας πω κύριε Μαρκόπουλε και παρακαλώ να γραφτεί στα πρακτικά… είστε ένας σύγχρονος, έλληνας ήρωας». Ο Χάρι Μαρκόπουλος, άκουγε με κρυφή υπερηφάνεια τα λόγια της γερουσιαστή Τζάκι Σπείερ στο Κογκρέσο. Μόλις είχε ολοκληρώσει την κατάθεσή του στην ειδική επιτροπή που εξέταζε την υπόθεση Μάντοφ και ένα αίσθημα ικανοποίησης άρχιζε να τον πλημμυρίζει. Ο ελληνικής καταγωγής ανεξάρτητος επιθεωρητής είχε αφιερώσει τουλάχιστον μια δεκαετία από τη ζωή του προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο Μάντοφ είναι ίσως ο μεγαλύτερος απατεώνας στην ιστορία. Μέχρι το Δεκέμβριο του 2008 όμως κανένας δεν ήθελε να τον ακούσει. «Σας εξηγώ ότι με βάση τα μαθηματικά δεν μπορούν να υπάρξουν τέτοιες αποδόσεις» έλεγε και ξανάλεγε στις επιτροπές διαφάνειας που κατά καιρούς ασχολούνταν επιδερμικά με την επιχείρηση του Μάντοφ. Το 2005 συγκέντρωσε όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν το μέγεθος της απάτης και τα κατέθεσε στην εφημερίδα Wall Street Journal. Η ναυαρχίδα της χρηματιστηριακής ελίτ των ΗΠΑ όμως δεν θέλησε να του προσφέρει ούτε μονόστηλο. «Να φύγετε, να πάτε αλλού» σαν να του έλεγαν τα τσακάλια της αμερικανικής δημοσιογραφίας, όπως άλλωστε και οι ομοσπονδιακοί ελεγκτές τους οποίους ενημέρωνε για κάθε νέο στοιχεία. «Πολεμάω μόνος μου έναν ολόκληρο στρατό» συνήθιζε να λέει ο Χάρι Μαρκόπουλος. Στο καθιστικό της αμερικανικής οικονομίας είχε στρογγυλοκαθίσει ένας ελέφαντας και μόνο αυτός έδειχνε να αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του.

Τα διασημότερα θύματα του Μάντοφ

Στίβεν Σπίλμπεργκ
Η εβραϊκή καταγωγή και η οικονομική του επιφάνεια, του άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες στην πυραμίδα του Μάντοφ. Το ευαγές ίδρυμα Σπίλμπεργκ φημολογείται ότι έχασε αρκετά εκατομμύρια δολάρια.

Κέβιν Μπέικον
Στην ταινία Quicksilver, όπου υποδυόταν ένα νεαρό χρηματιστή έχασε όλη την περιουσία του πατέρα του. Στην πραγματική ζωή έχασε τη δική του χωρίς μάλιστα να περάσει καν από την Wall Street.

Τζον Μάλκοβιτς
Ο υπερσυντηρητικός ηθοποιός, που κάποτε δήλωσε ότι ήθελε να πυροβολήσει φιλοπαλαιστίνιους δημοσιογράφους όπως ο Ρόμπερτ Φισκ, βρέθηκε και αυτός στα πλοκάμια της οικογένειας Μάντοφ. Προφανώς δεν έμαθε τίποτα από τους πρώτους ρόλους της καριέρας του στην τηλεοπτική παραγωγή «Ο θάνατος το εμποράκου»

Λάρι Κινγκ
Το να μην καταφέρεις να εντοπίσεις τη μεγαλύτερη απάτη της ιστορίας, ως δημοσιογράφος, ίσως και να συγχωρείται. Το να πέσεις, όμως, και ό ίδιος θύμα μιας οικονομικής πυραμίδας, χάνοντας τουλάχιστον ένα εκατομμύριο δολάρια, είναι μάλλον ασυγχώρητο.

Χένρι Κίσινγκερ
Το μη κερδοσκοπικό ίδρυμα της οικογένειας Κίσινγκερ, το οποίο ιδρύθηκε από τον λεγόμενο μάγο της αμερικανικής βρέθηκε στην μακρά λίστα των 162 σελίδων με τα θύματα του Θείου Μπέρνι.

Κάρμεν Ντελ’ ορεφις
Η μούσα του Σαλβαδόρ Νταλί και ένα από τα πρώτα super model της ιστορίας συμπεριλαμβάνεται στους προσωπικούς φίλους του Μάντοφ. Έχοντας χάσει το σύνολο της περιουσίας της αναγκάστηκε να δημοπρατήσει στον οίκο Σόθμπις τις φωτογραφίες που τις είχαν βγάλει ορισμένοι από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 20ου αιώνα.

Σάντι Κούφαξ
Το πιο δυνατό αριστερό χέρι στην ιστορία του αμερικανικού μπέιζμπολ συνάντησε, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, το πιο μακρύ χέρι της αμερικανικής χρηματαγοράς. Κάτι σα να κλέβεις την εκκλησία του αμερικανικού αθλητισμού.

Κίρα Σέντγουικ
Το γεγονός ότι ο πατέρας της γνωστή ηθοποιού ήταν χρηματιστής με ειδίκευση στα venture capitals δεν την προστάτευσε από την οικογένεια Μάντοφ. Αντιθέτως η εμμονή της να αυτοπροσδιορίζεται παντού ως μέλος γνωστής εβραϊκής οικογένειας την έφερε ένα βήμα πιο κοντά στην πόρτα της πυραμίδας.

Άρης Χατζηστεφάνου
Πειροδικό Κ, Καθημερινή Ιούλιος 2009