Όταν το 2001 ο διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs Τζιμ Ο’νιλ, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ακρωνύμιο BRIC, για να περιγράψει τις αναδυόμενες οικονομίες της Βραζιλίας, της Ρωσίας, της Ινδίας και της Κίνας, δεν μπορούσε μάλλον να φανταστεί ότι σε λιγότερο από δυο δεκαετίες η πρόβλεψή του για μετατόπιση της οικονομικής κυριαρχίας του πλανήτη προς τις συγκεκριμένες χώρες θα άρχιζε να παίρνει σάρκα και οστά. Από το 2010, όμως, όταν οι ηγέτες αυτών των χωρών πραγματοποίησαν την πρώτη τους διεθνή διάσκεψη (προσκαλώντας μάλιστα και τη Νότια Αφρική) η προφητεία του Αμερικανού τραπεζίτη άρχισε να τρομάζει τους ιθύνοντες της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Τα χαμόγελα πάγωσαν οριστικά όταν συνειδητοποίησαν ότι οι «μεγάλοι φτωχοί» του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος είναι θεωρητικά σε θέση να δημιουργήσουν το δικό τους διεθνές νομισματικό ταμείο και μια νέα παγκόσμια τράπεζα, με την οποία θα αμφισβητήσουν την αρχιτεκτονική του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, όπως αυτή καθορίστηκε από τους νικητές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. «Θα έχει πολύ μεγάλη σημασία αν ανακοινώσουν μια τράπεζα των BRICS» έλεγε ο νονός του εγχειρήματος, Τζιμ Ο’νιλ, συμπληρώνοντας ότι «αν μη τι άλλο θα αποδείξουν ότι μπορούν να λειτουργήσουν σαν μια ενιαία πολιτική ομάδα».

Το σχέδιο, που συζητούνταν εδώ και αρκετά χρόνια, άρχισε να κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα κατά τη διάρκεια της ετήσιας διάσκεψης των ηγετών των BRICS που φέτος πραγματοποιήθηκε στην πόλη Ντουρμπάν της Νότιας Αφρικής. Η πρώτη κίνηση ήταν η ιδέα δημιουργίας μια τράπεζας ανάπτυξης, η οποία θα λειτουργεί στο πρότυπο της παγκόσμιας τράπεζας με μια μικρή αλλά καθοριστική διαφορά: Από τις μέχρι στιγμής διαρροές προκύπτει ότι τα αναπτυξιακά δάνεια που θα χορηγεί η τράπεζα δεν θα κατευθύνονται στο εσωτερικό των BRICS αλλά σε έργα υποδομής σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Η κίνα, λόγου χάρη, θα μπορεί να χρησιμοποιεί τα σχετικά κεφάλαια για να ενισχύσει την οικονομική της διείσδυση στην Αφρική – αμφισβητώντας την οικονομική αλλά και γεωπολιτική κυριαρχία της Ουάσινγκτον και του Παρισιού στην περιοχή.

Μέχρι σήμερα τα δάνεια της Παγκόσμιας Τράπεζας χορηγούνταν με την ανομολόγητη συμφωνία ότι τα αναπτυξιακά έργα θα πραγματοποιούνταν από πολυεθνικές που είχαν την έδρα τους στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Υπό αυτή την έννοια αποτελούσαν μια συνέχεια του σχεδίου Μάρσαλ, που εξασφάλισε την πρωτοκαθεδρία των αμερικανικών κατασκευαστικών στην ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο Ευρώπης. Η δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας τράπεζας όμως υπόσχεται να προσφέρει έργα δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κατασκευαστικές και άλλες εταιρείες που μέχρι σήμερα έμεναν εν πολλοίς αποκλεισμένες από ολόκληρες περιοχές του πλανήτη.

Μια τέτοια ανατροπή όμως στους οικονομικούς όρους του παιχνιδιού μπορεί θεωρητικά να μετουσιωθεί πολύ σύντομα και σε γεωπολιτική κυριαρχία στις χώρες που θα πραγματοποιούνται τα νέα έργα υποδομής από τα BRICS.

Παράλληλα με τη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας τράπεζας αποφασίστηκε ήδη και η δημιουργία ενός κοινού αποθεματικού ταμείου συναλλάγματος, το οποίο τα κράτη μέλη θα μπορούν να χρησιμοποιούν κατά τη διάρκεια νομισματικών κρίσεων για να εξισορροπούν το ισοζύγιο πληρωμών τους. Το ταμείο θα ξεκινήσει με αποθεματικό 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο αναμένεται να αυξηθεί τα αμέσως επόμενα χρόνια. Αν και το ποσό αυτό απέχει αισθητά από τα 369.52 δισεκατομμύρια δολάρια, που έχει στη διάθεσή του το ΔΝΤ, μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο από επαρκές δεδομένου ότι αναλογεί σε πέντε χώρες ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καλύπτει τις «ανάγκες» 188 χωρών.

Η δυνατότητα των πέντε αναπτυσσόμενων χωρών να έχουν πρόσβαση σε ένα τέτοιο αποθεματικό μπορεί να αποτελέσει ένα πανίσχυρο όπλο σε έναν επερχόμενο οικονομικό πόλεμο. Το υπουργείο οικονομικών της Βραζιλίας έχει ήδη προειδοποιήσει για μια νομισματική σύγκρουση, η οποία θα μπορούσε να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή αν οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και της ΕΕ συνεχίσουν την πολιτική των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων η οποία προκαλεί σημαντικές στρεβλώσεις στην αξία των νομισμάτων χωρών όπως η Βραζιλία και η Τουρκία. Στην προσπάθειά τους να κρατήσουν χαμηλά την αξία των νομισμάτων τους, προκειμένου να διασώσουν τον εξαγωγικό τους τομέα, αρκετές οικονομίες αναπτυσσόμενων χωρών εισέρχονται σε πορεία σύγκρουσης με την ακολουθούμενη πολιτική στις σημερινές μητροπόλεις του καπιταλιστικού συστήματος. Η ύπαρξη του κοινού ταμείου θα δίνει τη δυνατότητα στις συγκεκριμένες οικονομίες όχι μόνο να επιβιώνουν από τη μαζική φυγή κεφαλαίου που μπορεί να προκαλεί η χαλαρή νομισματική πολιτική των ΗΠΑ αλλά και να συντηρούνται σε περιπτώσεις σημαντικών υποτιμήσεων των εθνικών τους νομισμάτων. Υπό μια έννοια δηλαδή το ταμείο θα προσφέρει όλα όσα θα έπρεπε να παρέχει και η ΕΚΤ στις χώρες μέλη της ευρωζώνης εάν δεν είχε μετατραπεί σε ένα εργαλείο για την επιβολή της οικονομικής κυριαρχίας του Βερολίνου.

Ισχύς εν τη ενώσει

Αθροιστικά τα BRICS, τα οποία εκπροσωπούν περίπου το 43% του παγκόσμιου πληθυσμού, κατέχουν ήδη συναλλαγματικά αποθέματα ύψους 4.4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρά την ολοένα αυξανόμενη οικονομική τους δύναμη όμως, παρακολουθούν εδώ και δεκαετίες την Ουάσινγκτον και την ΕΕ να μοιράζονται μεταξύ τους την ηγεσία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως ακριβώς προέβλεπε η άτυπη συμφωνία του 1944 – σε μια εποχή δηλαδή που οι οικονομίες τις ΗΠΑ και της Ευρώπης είχαν την απόλυτη κυριαρχία στο στρατόπεδο των καπιταλιστικών χωρών. Συγκεκριμένα οι ΗΠΑ αρνούνται πεισματικά από το 2010 να υπογράψουν συμφωνία η οποία θα δώσει μεγαλύτερο δικαίωμα λόγου στις αναπτυσσόμενες οικονομίες εντός του ΔΝΤ ενώ παράλληλα επέβαλαν ως πρόεδρο της Παγκόσμιας Τράπεζας τον Αμερικανό, Τζιμ Γιονγκ Κιμ, αγνοώντας τις προτάσεις των ηγετών των BRICKS που έριχναν το βάρος τους στις υποψηφιότητες της Νιγηρίας και της Κολομβίας.

Εβδομήντα χρόνια κυριαρχίας

Το διεθνές νομισματικό ταμείο, ήδη από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του, λειτούργησε σαν ένας δείκτης της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ. Γεννημένο στις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από τις συνθήκες του Μπρέτον Γούντς ανέλαβε αρχικά να εξασφαλίζει τη νομισματική σταθερότητα, πάνω στην οποία στηριζόταν η κυριαρχία του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος της νέας οικονομικής αρχιτεκτονικής του πλανήτη. Από τη δεκαετία του ’70, με την κατάρρευση των συμφωνιών του Μπρέτον Γουντς και την κυριαρχία στο εσωτερικό του της νεοφιλελεύθερης σχολής του Σικάγου, το ΔΝΤ αρχίζει να λειτουργεί σαν χωροφύλακας των μεγάλων τραπεζών της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ απέναντι στις υπερχρεωμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Η κυριαρχία της Ουάσινγκτον στο εσωτερικό του ήταν πάντα δεδομένη, σχεδόν όσο αναμφισβήτητη ήταν και η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο εσωτερικό της βορειοατλαντικής συμμαχίας. Σε γενικές γραμμές πάντως και παρά τις επιμέρους οικονομικές διαφορές με τη Γηραιά Ήπειρο, το ΔΝΤ εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και τα συμφέροντα ευρωπαϊκών τραπεζών, όπως αποδείχθηκε άλλωστε και από την απόφαση του Βερολίνου να καλέσει το Ταμείο να λάβει δράση και στο εσωτερικό της ΕΕ.

Καθώς λοιπόν συμπληρώνονται επτά δεκαετίες από τις συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς, που γέννησαν το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα στη σκιά του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου οι εξελίξεις ίσως σηματοδοτούν την απαρχή μιας νέας σύγκρουσης, η οποία δεν θα πραγματοποιηθεί με συμβατικά και πυρηνικά όπλα αλλά με… νομισματικά.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Απρίλιος 2014

20
CLOSE
CLOSE