Χρήστος Κάτσικας
Πηγή: Efsyn.gr

Αν κανείς κοιτάξει, τα τελευταία σαράντα χρόνια, τις διακηρύξεις των υπουργών Παιδείας, κάθε φορά που μιλούσαν για αλλαγή ή άλλαζαν το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα εκπλαγεί: Γιατί;

Επειδή τα αποτελέσματα των νέων τρόπων πρόσβασης στα ΑΕΙ – ΤΕΙ ήταν εντελώς αντίθετα από τις υποσχέσεις τους σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να μπορεί κάποιος να υποστηρίξει με στοιχεία ότι όποτε η πολιτεία μιλάει για αλλαγή των πανελλαδικών εξετάσεων πρέπει να περιμένουμε τα αντίθετα ακριβώς από όσα υπόσχεται ότι θα πετύχει.

Σε συνέντευξή του στην Αυγή της Κυριακής (17/4) ο πρόεδρος του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία κ. Α. Λιάκος, κατέθεσε ορισμένες σκέψεις του για τις αλλαγές στις πανελλαδικές – καθώς δεν υπάρχουν ακόμα ειλημμένες αποφάσεις.

Σύμφωνα με τον Α. Λιάκο «το σενάριο με το οποίο εργάζεται η Επιτροπή Διαλόγου, αποσκοπεί στη μελέτη της δυνατότητας σταδιακής απελευθέρωσης των λιγότερο ζητούμενων τμημάτων από τις εξετάσεις. Επειδή το σύστημα των εξετάσεων, παρά το διαστροφικό του χαρακτήρα, χαίρει εκτίμησης ως αντικειμενικό και αμερόληπτο, σε πρώτο στάδιο δεν χρειάζεται να ανατραπεί. Η υπόθεση είναι ότι σε όσα τμήματα οι υποψήφιοι είναι λιγότεροι από τις προσφερόμενες θέσεις θα αρκεί για την εισαγωγή το (αναμορφωμένο) απολυτήριο του Λυκείου. Εκεί όμως όπου οι υποψήφιοι υπερβαίνουν τις προσφερόμενες θέσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ισχύον σύστημα εξετάσεων. Σε δεύτερη φάση, όταν αποδειχθεί το εύρος, η αξιοπιστία και η λειτουργικότητα του νέου συστήματος θα επιχειρηθεί η σταδιακή αλλαγή των εξετάσεων και στις σχολές υψηλής ζήτησης».

Τα παραπάνω δήλωσε ο κ. Λιάκος για να προσθέσει ότι «μια άλλη σκέψη είναι ότι θα μπορούσε να βελτιωθεί το Λύκειο, μέσα από το σύστημα 4 χρόνια Γυμνάσιο + 2 Λύκειο, ώστε να παραγάγει ένα αξιόπιστο δίπλωμα. Το σχήμα 4+2 μπορεί να εξασφαλίσει έναν κορμό εκπαίδευσης στο Γυμνάσιο, ενώ το Λύκειο στο σχήμα αυτό θα γίνει περισσότερο ερευνητικό, με δυνατότητες επιλογών ομάδων μαθημάτων. Ταυτόχρονα, χρειαζόμαστε ένα αξιόπιστο επαγγελματικό διετές λύκειο με δυνατότητες εκπαίδευσης και στους τόπους εργασίας».

Ο κ. Λιάκος δεν παρέλειψε να καταθέσει συμπληρωματικά τις δικές του «υποσχετικές» για το νέο σύστημα που οραματίζεται («μητέρα των αλλαγών» το ονόμασε), συμπυκνώνοντας στην πρόβλεψη ότι η παρέμβαση στο εξεταστικό σύστημα η οποία είναι «εκ των ουκ άνευ για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», θα ανακουφίσει τις οικογένειες ως προς τα έξοδα για φροντιστήρια ενώ θα σταματήσει και τις μετεγγραφές οι οποίες ερημώνουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια και δημιουργούν συνωστισμό στα κεντρικά.

Οργανωτικές λύσεις και ουσία

Να το πούμε καθαρά: όλο και πιο έντονα και όλο και πιο έντεχνα, προβάλλονται με διάφορες ταχυδακτυλουργίες, στην ημερήσια διάταξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, παραδοσιακές πρακτικές ως πρωτότυπα και μαγικά ελιξίρια για την «ανανέωση» του σχολείου.

Ο πρόεδρος του εθνικού διαλόγου μιλώντας για το νέο σχήμα στη δομή Γυμνασίων – Λυκείων – ΕΠΑΛ και στην πρόσβαση στην Ανώτατη εκπαίδευση επιδιώκει να καλλιεργήσει την αυταπάτη ότι το σύνολο της διαδικασίας θα είναι απόλυτα αντικειμενικό και αξιοκρατικό, αποκρύπτοντας έντεχνα το γεγονός ότι όσο «αντικειμενικό» κι αν είναι το διαδικαστικό μέρος της διαδικασίας, τα υπόλοιπα στοιχεία που «συναρμολογούν» τη λογική του, και διαμορφώνουν την κρίση για την επιλογή / πρόκριση – απόρριψη του μαθητικού πληθυσμού δεν μπορούν να «απογαλακτιστούν» από τις ανισωτικές λειτουργίες της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Στη συζήτηση για το σύστημα πρόσβασης των υποψηφίων, οφείλουμε να επισημάνουμε τους οικονομικούς, κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς όρους που επιδρούν, στη διάρκεια της φοίτησης, πολύ πριν οι μαθητές, ως υποψήφιοι, φτάσουν στις πανελλαδικές εξετάσεις, στην έκβαση αυτής της φοίτησης και σε τελευταία ανάλυση στη διαφοροποιημένη κατάταξη των υποψηφίων.

Ουσιαστικά οφείλουμε να στρέψουμε το μικροσκόπιο του ενδιαφέροντός μας και της πολιτικής και εκπαιδευτικής μας ανάλυσης στις λειτουργίες του υπαρκτού σχολείου από την πρώτη μικρή του δημοτικού, πολύ, δηλαδή πιο πριν από το τέλος της Λυκειακής βαθμίδας.

Δεν υπάρχει «φαεινή ιδέα» για το εξεταστικό, πολύ περισσότερο δεν υπάρχει αντίπαλη πρόταση αν δεν τοποθετηθεί κανείς για την ουσία της σχολικής εκπαίδευσης, καθώς, για όσους έχουν μάτια να δουν και την τιμιότητα να πιστέψουν στα μάτια τους είναι σαφές ότι, το σύστημα πρόσβασης δεν μπορεί να βρει δίκαιη λύση στο πλαίσιο των άνισων όρων που δημιουργεί η σημερινή εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα.

Οφείλουμε να μιλήσουμε για την εκπαίδευση και το σχολείο σε συνάρτηση με τις υπαρκτές σχέσεις παραγωγής, με το σύστημα εκμετάλλευσης που προσδιορίζει και καθορίζει τη σχολική εκπαίδευση.

Η εκπαιδευτική κοινότητα πρέπει να κοιτάξει το δάσος και όχι το δέντρο και να μιλήσει για όλα τα παιδιά.

Αλλιώς θα «εγκλωβιστεί» σε μια επιφανειακή συζήτηση που θα επικεντρώνεται σε οργανωτικές αλλαγές (που δεν είναι μάλιστα καθόλου «αθώες»), θα μεγαλοποιεί το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει αυτό καθαυτό το «σύστημα πρόσβασης» και θα αφήνει απέξω τα μεγάλα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος.

Χρειάζεται, επίσης, να αποκαλύψουμε ότι η «αυτονομία» ή «αποδέσμευση του Λυκείου» δεν εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυση, από τις εξετάσεις πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Πρώτα-πρώτα γιατί κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα είναι λογικό να δένεται ως κρίκος μιας αλυσίδας με την επόμενη.

Δεύτερον γιατί όποιο και να είναι η δομή της μέσης εκπαίδευσης, το Λύκειο θα συνεχίσει να είναι προθάλαμος, καθώς η «αξία» των τίτλων του Λυκείου στον υφιστάμενο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας δεν είναι εδώ και χρόνια συνδεδεμένη με κανένα επαγγελματικό δικαίωμα, ουσιαστικά είναι απαξιωμένη εργασιακά.

Από την άλλη η άποψη ότι τα φροντιστήρια υπάρχουν επειδή έχουμε μια κακή δημόσια εκπαίδευση, πέρα από το γεγονός ότι δεν είναι αλήθεια, ουσιαστικά, αποτέλεσε τις τελευταίες δεκαετίες το νομιμοποιητικό λόγο για όλες τις παρεμβάσεις της κυρίαρχης πολιτικής στο Λύκειο και στο σύστημα πρόσβασης τα τελευταία 35 χρόνια.

Σε φροντιστηριακά «στέγαστρα» καταφεύγουν και οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων, ακόμη και εκείνων στα οποία στρατολογείται η οικονομική ελίτ, και η πραγματικότητα της διογκωμένης φροντιστηριακής δραστηριότητας έχει να κάνει κυρίως με εξωεκπαιδευτικούς παράγοντες και πολύ λιγότερο με εκπαιδευτικούς.

Και αυτό, βεβαίως, ο Α. Λιάκος το γνωρίζει, αλλά, όπως και άλλοι πριν από αυτόν, προκειμένου να εξαγοράσει τη συναίνεση της κοινής γνώμης, επιμελώς το αποκρύπτει.

Και κάτι τελευταίο αλλά εξόχως σημαντικό. Είναι φανερό ότι η «σκέψη» του Α. Λιάκου, που στηρίζεται στις «μνημονιακές υποχρεώσεις και στις κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ και της ΕΕ», πριμοδοτεί ένα αριστοκρατικό Λύκειο για «λίγους και εκλεκτούς» και μια «πετσοκομμένη» (δίχρονη) επαγγελματική εκπαίδευση της λεγόμενης μαθητείας για τους πολλούς.

Έτσι, συνδέεται με ένα νήμα και η άλλη «αθώα» σκέψη του για «απελευθέρωση από τις εξετάσεις για τα Τμήματα που δεν έχουν μεγάλη ζήτηση από τους υποψηφίους».

Παράλληλα, αν λάβει κανείς υπόψη τη γενική γραμμή για περικοπές και πως αυτές συνδέονται με λιγότερες σχολικές μονάδες κυρίως στα αστικά κέντρα, μπορεί να καταλάβει ότι η πρόταση για δίχρονο Λύκειο (Γενικό και Επαγγελματικό) νομιμοποιεί τη μαζική συγχώνευση Λυκείων λόγω της μείωσης τμημάτων και μαθητών.

CLOSE
CLOSE