Διονύσης Ελευθεράτος
Πηγή:Εφημερίδα Πριν 7/2/2016

Στην πολιτική χρειάζεσαι φίλους, αλλά πάνω από όλα χρειάζεσαι έναν εχθρό», έλεγε ο παλιός κανα­δός συντηρητικός πολιτικός, Μάρ­τιν Μπράιαν Μαλρόνεϊ. Ο σημε­ρινός ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε κάλλιστα να απο­τελέσει παράδειγμα της διαχρονικής ισχύος του απλού αυτού αξιώματος. Ειδικά όταν στο κοι­νωνικό πεδίο «ξεμένεις» από φίλους και μετράς άφθονους οργισμένους και κινητοποιούμενους, στις τάξεις όσων είχαν εναποθέσει σε εσέ­να προσδοκίες, τότε επείγει η κατάδειξη ενός μεγάλου εχθρού. Από άλλο, όμως, φάσμα. Ποιος είναι αυτός ο αναγκαίος εχθρός; Μα φυσικά η διαπλοκή και η «μι­ντιοκρατία.

Κάπως έτσι το «ταξικό πρόσημο» και τα ψήγματα «αριστερής πολιτικής», πι­κροί ευφημισμοί που συνοδεύουν την τραγωδία της εφαρμογής του τρίτου μνη­μονίου, καλούνται να «αναβαπτιστούν» δια της …καραμπόλας και της «προβο­λής» στο μέλλον: Το σύστημα διαπλο­κής-«μιντιοκρατίας» χτυπά αλύπητα την κυβέρνηση, διότι γνωρίζει πως αν αυ­τή αντέξει, τότε το ίδιο θα αρχίσει αφενός «να πληρώνει τον λογαριασμό» (το άμεσο, πρακτι­κό στοιχείο της υπόθεσης) και αφετέρου να πα­ρακολουθεί κάποια αφόρητη αντεπίθεση αριστε­ρών ιδεών και πολιτικών (το μεσο-μακροπρό­θεσμο…). Πολιτικών οι οποίες θα αρχίσουν σι­γά-σιγά να «ανθίζουν» εν μέσω ξεπουλημένων υποδομών, ανέργων, ξεχαρβαλωμένων εργασι­ακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, πολυποί­κιλης μα αέναης εσωτερικής υποτίμησης, διαλυ­μένου παραγωγικού ιστού. Καταφανώς επίπλα­στο «όραμα», αλλά κατέχει περίοπτη θέση στο κυβερνητικό προπαγανδιστικό «πανόραμα»…

Προτού δει, όμως, κανείς εάν και κατά πόσο ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ΣΥΡΙΖΑ για τις δι­αθέσεις της διαπλοκής – «μιντιoκρατίας» απέ­ναντί του, οφείλει να απαντήσει σε ένα ερώτη­μα: Αλήθεια, από πότε το να σε εχθρεύονται επι­χειρηματικοί-«μιντιακοί» πόλοι, που έχουν λό­γους να προσβλέπουν σε αναδιατάξεις του πο­λιτικού σκηνικού, σου παρέχει αυτοδικαίως πει­στήρια αριστερά ή, έστω, φιλολαϊκά;

Άσκησε μήπως καμία φιλολαϊκή πολιτική ως πρωθυπουργός ο… Κωνσταντίνος Μητσο­τάκης (θου Κύριε…) , που από τον Οκτώβριο του 1993 «καταριέται» για την πτώση της κυβέρνη­σής του, σχεδόν αδιαλείπτως, τη σύμπραξη Σω­κράτη Κόκκαλη –Αντώνη Σαμαρά;

Εφήρμοζε, μήπως, ή σχεδίαζε να εφαρμόσει καμία …επαναστατική πολιτική ο Ανδρέας Πα­πανδρέου στα τέλη της δεκαετίας του 1980, τό­τε που οι εκδότες συνασπίστηκαν εναντίον του, για να αποτρέψουν μια σαρωτική εισβολή του Γ. Κοσκωτά στον επιχειρηματικό-«μιντιακό» χώρο;

Τότε, είχαν ήδη παρέλθει έτη από την απαρ­χή του «σταθεροποιητικού οικονομικού προ­γράμματος», το οποίο ανατέθηκε στον …διάση­μο για τις δεξιόστροφες αντιλήψεις του Κώστα Σημίτη (έγινε υπουργός Εθνικής Οικονομίας τον Ιούλιο του 1985). Επίσης, κανένα «κέντρο» του κατεστημένου δεν ανησυχούσε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 μήπως ο Α. Παπανδρέου «ξή­λωνε» τις αμερικάνικες βάσεις ή κλόνιζε τη θέ­ση της χώρας στην ΕΟΚ. Οι εκδότες όμως πή­ραν απόφαση να «τον ρίξουν». Και ασφαλώς όχι επειδή η δημοκρατική ευαισθησία τους απεφάν­θη με ελαφρά καθυστέρηση πως αδυνατούσε να συμβιβαστεί με τις υποκλοπές του Τόμπρα ή με τον άγριο ξυλοδαρμό των φοιτητών – σπουδα­στών από τα ΜΑΤ, το Νοέμβριο του ’87…

Το «νόστιμο» είναι, μάλιστα, ότι κυρίως από τη δεξιά και κεντροδεξιά προέρχονταν, από τη δε­καετία του ’90 και εντεύθεν, τα συχνότερα – βά­σιμα ή μη – παράπονα, για τη στάση διαπλοκής και «μιντιοκρατίας».

Για τον Μητσοτάκη, είπαμε. Στην προεκλο­γική περίοδο του 1996 ο Μιλτιάδης Έβερτ δι­απίστωνε πως, όντως, οι εκδότες – εργολήπτες «κατακρεουργούσαν» τον ίδιο και «έσπρωχναν με χίλια» τον Κ. Σημίτη προς την πρωθυπουρ­γία. Κατήγγειλε ο τότε αρχηγός της ΝΔ: «Εμάς δεν μας στηρίζουν τα διαπλεκόμενα συμφέρο­ντα. Μας πολεμούν (…). Τα λεφτά από την Ευ­ρώπη τα νέμονται πενήντα οικογένειες» (Καρδί­τσα, 8/9/96). Μια ημέρα αργότερα ο Α. Σαμα­ράς, αρχηγός της Πολιτικής Άνοιξης τότε, διε­κήρυττε: «Εμείς δεν πρόκειται ποτέ να δεχθού­με τις τύχες αυτού του τόπου να τις ρυθμίζει ο κάθε κ. Λαμπράκης (Άργος, 9/9/96). Λίγα χρό­νια αργότερα, ο νεοφιλελεύθερος Κωστής Χα­τζηδάκης διακήρυττε (με ανεπαρκή εμβρίθεια, είναι αλήθεια) ότι ο λόγος για τον οποίο το «εκ­συγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ» κέρδιζε η μάχη «του μεσαίου χώρου» σε βάρος της ΝΔ, ήταν η προ­τίμηση του Τύπου στην κεντροαριστερά.

Εν ολίγοις ούτε οι κατά φαντασία, ούτε οι πραγματικές (πχ περίπτωση Έβερτ) εχθρικές κι­νήσεις εκ μέρους της «μιντιοκρατίας» αποδεί­κνυαν ποτέ ότι οι «στόχοι» ήταν «στόχοι» λόγω της φιλολαϊκής ή της αριστερής πολιτικής τους. Ιδίως όταν τα εκάστοτε «παλιά τζάκια» ενεργού­σαν υπό το κράτος της ανησυχίας ότι θα κέρδι­ζαν έδαφος, σε βάρος τους, κάποια νέα.

Κατά τα άλλα, ο ισχυρισμός του ΣΥΡΙΖΑ ότι η διαπλοκή – «μιντιοκρατία» έχει λυσσάξει ενα­ντίον του, ποντάρει σε κάτι προσβλητικότερο από την «υπόθεση εργασίας» πως η ελληνική κοινω­νία πάσχει από γενικευμένη αμνησία: Ποντά­ρει στην εικασία ότι δεν είμαστε ικανοί να τοπο­θετήσουμε τα πράγματα στη λογική τους σειρά.

Ένα-τουλάχιστον-έτος πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, η «μιντιοκρατία» έδειξε να «παίρνει απόφαση» ότι αργά ή γρήγορα θα είχε να κάνει με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήταν ασφαλώς η ευκταία – για αυτήν- εξέλιξη. Δεν ήταν όμως και για ομαδικό χαρακίρι. Γρήγορα άρχισε, ταχύτατα εντάθηκε η «επίθεση φιλίας» προς την Κουμουνδούρου, με αιχμή την ιδέα ότι ήταν επιβεβλημένη η «προσαρμογή» του ΣΥ­ΡΙΖΑ στον «ρεαλισμό» και αναγκαία η «απαλ­λαγή» του κόμματος από την αριστερή του πτέ­ρυγα. Ειδικά το δεύτερο …αίτημα το πρόβαλ­λαν με ιδιαίτερο ζήλο «αναλυτές », γνω­στοί (και) για τα υψηλόβαθμα πόστα τους στον ΔΟΛ. Κατά το εξάμηνο των συνομι­λιών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με τους δανειστές, η «μιντιοκρατία» πίεζε φυσικά για πλήρη υποταγή σε αυτούς. Η εξαγγελία του δημοψηφίσματος «μετέτρε­ψε» βεβαίως τον Α. Τσίπρα σε «ανεύθυνο λαϊκιστή», σε προσωποποίηση …αναρχο- μπολσεβικισμού, σε επίδοξο «καταστρο­φέα της χώρας», αλλά έπειτα από την άνευ όρων συνθηκολόγηση της 13ης Ιουλίου η διαπλοκή – «μιντιοκρατία» αναγνώρι­σε την «υπεύθυνη» μεταστροφή του, που συντελέστηκε «έστω και την ύστατη ώρα». Γιατί όχι; Ως και ο Άδωνις Γεωργιάδης του το «αναγνώρισε», το «μιντιακό» κατεστημένο θα αποδεικνυόταν μικρόψυχο;

Κι ύστερα; Ύστερα προκηρύχθηκαν οι εκλο­γές του Σεπτεμβρίου, για τους γνωστούς λόγους… Εκστασιασμένος με την κίνηση «μνημονιακού ματ», ο Στ. Ψυχάρης «αφιέρωνε» στον Αλ. Τσίπρα κοτζάμ πρωτοσέλιδη φωτογραφία, με την εξής … ηρωική – αγιογραφική επισήμανση: «Μόνος ενα­ντίον όλων – το στοίχημα της αυτοδυναμίας σε μια καθαρή προσωπική κίνηση που είναι η τελευ­ταία σφυριά στο ελληνικό πολιτικό κατεστημένο, από τα αριστερά ως τα δεξιά» («Νέα» Σαββατο­κύριακου 22-23 Αυγούστου 2015).

Πρωτοσέλιδο-ορόσημο… Με βαθύ κόκκι­νο χρώμα, παρακαλώ, ως φόντο στο πρόσωπο του Αλ. Τσίπρα. Η «μιντιοκρατία» ήταν σαν να άνοιγε μπουκάλια κόκκινου κρασιού, εορτάζο­ντας τα …αυτονόητα. Οι αγνοί και άδολοι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ, πάλι, είχαν (;) την ευχέρεια να θε­ωρούν, εμπαίζοντας τον εαυτό τους, ότι οι Ψυ­χάρηδες «κοκκίνιζαν» από αγωνία, για το τι θα πάθαιναν με κυβέρνηση Αριστεράς…

Τι ακριβώς εννοεί, λοιπόν, σήμερα ο ΣΥΡΙ­ΖΑ, φωνάζοντας πως τον υπονομεύει η διαπλο­κή; Ότι οι οικονομικές – «μιντιακές» ελίτ βλέ­πουν τώρα στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσο­τάκη έναν πιθανό, μελλοντικό καταλύτη επιθυμη­τών για αυτές εξελίξεων; Μα όταν «δικαιώνεις» το καθεστωτικό μπλοκ του «Ναι» της 5ης Ιου­λίου, μοιραία του επιτρέπεις να «αναστηθεί», να αναστυλωθεί, να ανασυγκροτηθεί.

Μήπως εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ ότι η «μιντιοκρα­τία» ευφραίνεται, «γλεντώντας» με την μεταστρο­φή του; Μα αυτό δεν είναι «λυσσαλέος πόλε­μος». Είναι μειωτική συμπεριφορά προς εκεί­νον που παραδόθηκε και κατέστη ήδη αιχμά­λωτος. Προσωρινά χρήσιμος, βεβαίως, καθώς του ανατίθενται «σκληρές δουλειές», που συν τοις άλλοις διασύρουν την Αριστερά. Αλλά αιχ­μάλωτος…

23
CLOSE
CLOSE