Τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για στενότερη συνεργασία με τη Λιβύη στο μεταναστευτικό μπορεί να συμβάλλουν στην πυροδότηση ανεξέλεγκτης κακομεταχείρισης και αυθαίρετης κράτησης υπό άθλιες συνθήκες χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών, δήλωσε η Διεθνής Αμνηστία.

Τον προηγούμενο μήνα, η ΕΕ ανακοίνωσε τα σχέδιά της για παράταση της ναυτικής αποστολής της στη Μεσόγειο εναντίον των διακινητών, της Επιχείρησης Σοφία, για ακόμη μία χρονιά, αλλά και τα σχέδιά της για την εκπαίδευση της ακτοφυλακής της Λιβύης, την ενίσχυση των ικανοτήτων της και την ανταλλαγή πληροφοριών, μετά το αίτημα της νέας κυβέρνησης της Λιβύης. Ωστόσο, οι μαρτυρίες που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια επισκέψεων στη Σικελία και την Πούλια τον Μάιο του 2016 αποκαλύπτουν περιστατικά συγκλονιστικής κακομεταχείρισης από την ακτοφυλακή της Λιβύης, όπως επίσης και στα κέντρα κράτησης μεταναστών στη χώρα αυτή.

Η Διεθνής Αμνηστία μίλησε με 90 ανθρώπους που επέζησαν από το επικίνδυνο θαλάσσιο ταξίδι από τη Λιβύη στην Ιταλία, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 20 προσφύγων και μεταναστών, που περιέγραψαν σκηνές πυροβολισμών και ξυλοδαρμών κατά τη στιγμή της περισυλλογής τους από την ακτοφυλακή ή οδυνηρά βασανιστήρια και κακομεταχείριση στα κέντρα κράτησης. Σε μία περίπτωση η ακτοφυλακή της Λιβύης εγκατέλειψε ένα πλοίο με περίπου 120 άτομα πάνω, αντί να προβεί στη διάσωσή τους.

«Η Ευρώπη δεν θα έπρεπε καν να εξετάζει το ενδεχόμενο συμφωνίας συνεργασίας με τη Λιβύη, εάν αυτή η συνεργασία έχει σαν αποτέλεσμα, άμεσα ή έμμεσα, τόσο ωμές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ΕΕ έχει επανειλημμένα δείξει την επιθυμία της να διακόψει την εισροή προσφύγων και μεταναστών στην ήπειρο σχεδόν με οποιοδήποτε κόστος, με τα ανθρώπινα δικαιώματα να έρχονται σε δεύτερη μοίρα» δήλωσε η Magdalena Mughrabi, Αναπληρώτρια Διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

«Προφανώς οι ικανότητες έρευνας και διάσωσης της ακτοφυλακής της Λιβύης θα πρέπει να βελτιωθούν ώστε να σώζονται ζωές στη θάλασσα, αλλά η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι αυτή τη στιγμή η ακτοφυλακή της Λιβύης ανακόπτει την πορεία χιλιάδων ανθρώπων και τους επιστρέφει στα κέντρα κράτησης όπου υποφέρουν από βασανιστήρια και άλλες μορφές κακοποίησης. Είναι πολύ σημαντικό οποιαδήποτε στήριξη προερχόμενη από την ΕΕ να μην τροφοδοτεί ή διαιωνίζει τις κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις οποίες οι αλλοδαποί που βρίσκονται στη Λιβύη τόσο απεγνωσμένα προσπαθούν να ξεφύγουν».

Στις 7 Ιουνίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε τα επιπρόσθετα σχέδιά της για την ενίσχυση της συνεργασίας και των συμπράξεων με τρίτες χώρες με κομβικό ρόλο στην περιοχή, με στόχο τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Η Λιβύη είναι ακριβώς μία από τις χώρες που αποτελούν προτεραιότητα.

Παρά τη βία και την ανομία που επικρατεί στη Λιβύη, όπου ξέσπασαν ξανά ένοπλες συγκρούσεις το 2014, εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, κυρίως από την Υποσαχάρια Αφρική, συνεχίζουν να ταξιδεύουν προς τα εκεί, διαφεύγοντας από τον πόλεμο, την καταδίωξη ή την ακραία φτώχεια από χώρες όπως η Ερυθραία, η Αιθιοπία, η Νιγηρία και η Σομαλία, τις περισσότερες φορές με την ελπίδα να φτάσουν στην Ευρώπη. Άλλοι έχουν ζήσει για χρόνια στη Λιβύη, αλλά θέλουν να εγκαταλείψουν τη χώρα, διότι παραμένουν απροστάτευτοι από την εκάστοτε κυβέρνηση και ζουν με τον συνεχή φόβο ότι κάποια τοπική συμμορία ή ακόμα και η αστυνομία θα τους σταματήσει, θα τους ξυλοκοπήσει και θα τους ληστέψει.

Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), περισσότεροι από 2.100 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να διασχίσουν το επικίνδυνο θαλάσσιο πέρασμα προς την Ιταλία, μόνο τους πρώτους πέντε μήνες αυτού του χρόνου. Περισσότεροι από 49.000 επέζησαν από το ταξίδι προς την Ιταλία – σχεδόν όλοι διασώθηκαν από ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις, ΜΚΟ και εμπορικά πλοία.

Κακομεταχείριση από την ακτοφυλακή της Λιβύης
Τουλάχιστον 3.500 άτομα συνελήφθησαν στη θάλασσα από την ακτοφυλακή της Λιβύης μεταξύ 22 και 28 Μαΐου 2016 και μεταφέρθηκαν σε κέντρα κράτησης.

Ο Abdurrahman, 23 ετών, από την Ερυθραία, περιέγραψε την κακομεταχείριση που υπέστη όταν το υπερφορτωμένο πλοίο στο οποίο επέβαινε – με χωρητικότητα 50 ατόμων, αλλά που επέβαιναν σε αυτό 120 – αναχαιτίστηκε από μέλη της ακτοφυλακής της Λιβύης τον Ιανουάριο του 2016. «Τους ανάγκασαν όλους να κατέβουν και τους ξυλοκόπησαν με σωλήνες από καουτσούκ και με ξύλινες ράβδους… Μετά πυροβόλησαν έναν άντρα στο πόδι – ήταν ο τελευταίος που κατέβηκε από τη βάρκα, οπότε τον ρώτησαν πού ήταν ο οδηγός, και όταν τους απάντησε ότι δεν ήξερε εκείνοι του είπαν ”άρα εσύ είσαι ο οδηγός” και τον πυροβόλησαν» είπε.

‘Ένας άλλος άντρας από την Ερυθραία, ο Mohamed 26 ετών, είπε ότι κάποια μέλη της ακτοφυλακής της Λιβύης που τους σταμάτησαν, αργότερα εγκατέλειψαν τη φουσκωτή βάρκα που βυθιζόταν, εγκαταλείποντας 120 άτομα που βρίσκονταν εν πλω αβοήθητα στη θάλασσα. «Ένας από τους άντρες που βρίσκονταν στο πλοίο της ακτοφυλακής (της Λιβύης) ήρθε στη δική μας βάρκα με σκοπό να την οδηγήσει πίσω στη Λιβύη. Την οδήγησε σχεδόν μέχρι τη μέση της διαδρομής, αλλά μετά η μηχανή σταμάτησε να δουλεύει. Θύμωσε πολύ και πήγε πίσω στη δική του βάρκα. Τον άκουσα να λέει ”εάν είναι να πεθάνεις, θα πεθάνεις”, προτού επιστρέψει στη βάρκα του και απομακρυνθεί, εγκαταλείποντάς μας στη θάλασσα» μας είπε. Τελικά κατάφεραν να επισκευάσουν μόνοι τους τη μηχανή, η βάρκα ωστόσο ακόμα ξεφούσκωνε και έτσι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη Λιβύη.

Τον Οκτώβριο του 2013, η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε τη βύθιση ενός αλιευτικού πλοιαρίου που είχε κάποια βλάβη την ώρα που έφευγε από τα χωρικά ύδατα της Λιβύης, όταν κάποια στιγμή ένα σκάφος αγνώστου ταυτότητας άνοιξε πυρ εναντίον του. Το χαλασμένο πλοιάριο άρχισε να γεμίζει νερό και τελικά βυθίστηκε παίρνοντας μαζί του περίπου 200 άντρες, γυναίκες και παιδιά. Μερικοί από τους επιζήσαντες υπέθεσαν ότι τα πυρά προέρχονταν από την ακτοφυλακή της Λιβύης. Τα αποτελέσματα μίας έρευνας που πραγματοποιήθηκε σχετικά με το περιστατικό δεν δημοσιοποιήθηκαν ποτέ.

Φρικτή κακομεταχείριση στα κέντρα κράτησης της Λιβύης
Σύμφωνα με αξιωματούχους της ακτοφυλακής, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που συλλαμβάνονται στην προσπάθειά τους να διασχίσουν το πέρασμα συνήθως επιστρέφονται στα κέντρα κράτησης μεταναστών στη Λιβύη. Από το 2011, η Διεθνής Αμνηστία έχει συλλέξει πληθώρα μαρτυριών από πρώην κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένων αντρών, γυναικών και ασυνόδευτων ανηλίκων, που επισημαίνουν με λεπτομέρεια τις άθλιες συνθήκες, τη βία και τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν σε τέτοιου είδους κέντρα που είναι διάσπαρτα στη Λιβύη. Τα πιο πρόσφατα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι αυτού του είδους η κακομεταχείριση συνεχίζεται αμείωτη.

Τα κέντρα υπάγονται στο Τμήμα για την Καταπολέμηση της Παράτυπης Μετανάστευσης (DCIM), το οποίο θεωρητικά ελέγχεται από το Υπουργείο Εσωτερικών της Λιβύης, αλλά στην πραγματικότητα πολλά από αυτά τα κέντρα ελέγχονται από μέλη ένοπλων ομάδων. Η Κυβέρνηση Εθνικής Συνεννόησης που απολαμβάνει διεθνή στήριξη, αναμένεται να αποκτήσει τον αποτελεσματικό έλεγχο αυτών των κέντρων. Σύμφωνα με την UNHCR, υπάρχουν αυτή τη στιγμή 24 τέτοια κέντρα σε ολόκληρη τη Λιβύη.

Η νομοθεσία της Λιβύης ποινικοποιεί την παράτυπη είσοδο, έξοδο και παραμονή στη Λιβύη και επιτρέπει την επ’ αόριστον κράτηση αλλοδαπών με σκοπό την απέλασή τους. Όσοι βρίσκονται υπό κράτηση συχνά παραμένουν στα κέντρα για μήνες χωρίς πρόσβαση στην οικογένειά τους, σε δικηγόρους ή δικαστές, και τους είναι πρακτικά αδύνατο να αμφισβητήσουν την κράτησή τους ή να έχουν πρόσβαση σε προστασία, δεδομένης της έλλειψης εθνικής νομοθεσίας για το άσυλο και σχετικού συστήματος στη Λιβύη. Οι απελάσεις πραγματοποιούνται χωρίς καμία εγγύηση ή αξιολόγηση των ατομικών ισχυρισμών.

«Είναι εξοργιστικό το γεγονός ότι είναι εφικτό να τεθεί κάποιος υπό κράτηση επ’ αόριστον στη Λιβύη βάσει κυρίως του καθεστώτος του ως μετανάστη. Αντί να τους χορηγείται προστασία, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες καταλήγουν θύματα βασανιστηρίων και αντικείμενα κακομεταχείρισης κατά τη διάρκεια της κράτησής τους. Ως ένα πρώτο βήμα, η Λιβύη θα πρέπει επειγόντως να δώσει ένα τέλος στην παράνομη κράτηση, τα βασανιστήρια και την κακομεταχείριση των αλλοδαπών και να υιοθετήσει νομοθεσία για το άσυλο ώστε να διασφαλίσει ότι παρέχεται καταφύγιο σε όσους βρίσκονται σε άμεση ανάγκη διεθνούς προστασίας» δήλωσε η Magdalena Mughrabi.

Πρώην κρατούμενοι – ανάμεσά τους άνθρωποι που συνελήφθησαν στη θάλασσα, όπως επίσης και αλλοδαποί που συνελήφθησαν στους δρόμους της Λιβύης – είπαν ότι οι φρουροί τους ξυλοκοπούσαν καθημερινά χρησιμοποιώντας ξύλινες ράβδους, σωλήνες, ηλεκτρικά καλώδια και όπλα, όπως επίσης έκαναν και χρήση ηλεκτροσόκ.

Ένας εικοσάχρονος από την Ερυθραία του οποίου η βάρκα αναχαιτίστηκε στη θάλασσα από την ακτοφυλακή της Λιβύης τον Ιανουάριο του 2016, είπε ότι στάλθηκε απευθείας σε ένα κέντρο κράτησης στην al-Zawiya, στη δυτική Λιβύη, όπου υπέστη επανειλημμένους ξυλοδαρμούς.

«Εκείνοι (οι φρουροί) μας χτυπούσαν τρεις φορές την ημέρα χρησιμοποιώντας ηλεκτρικά καλώδια, διπλωμένα τρεις φορές ώστε να προκαλούν μεγαλύτερο πόνο» είπε ένας άντρας που βρισκόταν υπό κράτηση στο κέντρο Abu Slim στην Τρίπολη, όπου σύμφωνα με στοιχεία της Αποστολής Στήριξης του ΟΗΕ στη Λιβύη (UNSMIL), κρατούνται 450 άτομα. Είπε ότι οι κρατούμενοι εκεί κοιμούνται καταγής χωρίς καμία προστασία από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι φρουροί ψέκαζαν συχνά την περιοχή με νερό αναγκάζοντας τους να κοιμούνται στο βρεγμένο κρύο πάτωμα.

Ο Charles, ένας 35-χρονος άνδρας απ’ τη Νιγηρία, τέθηκε υπό κράτηση σε πέντε διαφορετικά κέντρα κράτησης, αφότου τον σταμάτησαν στον δρόμο στην Τρίπολη τον Αύγουστο του 2015. Είπε στη Διεθνή Αμνηστία: «Μας ξυλοκοπούν όλη την ώρα, κάθε μέρα… Μια φορά έσπασε το χέρι μου λόγω του ξυλοδαρμού και με πήγαν στο νοσοκομείο, αλλά δε μου έδωσαν καμία φαρμακευτική αγωγή. Χρησιμοποίησαν ράβδους, τα όπλα τους και μερικές φορές ηλεκτροσόκ». Όταν οι φύλακες τον απείλησαν ότι θα τον απελάσουν, εκείνος απάντησε «Οτιδήποτε είναι καλύτερο από αυτή την κόλαση».

Ένας 28-χρονος άνδρας από την Αιθιοπία, ο οποίος συνελήφθη με τη σύζυγό του σε ένα σημείο ελέγχου, καθώς προσπαθούσαν να φτάσουν στη δυτική Λιβύη, παρέμεινε για 4 μήνες στο κέντρο κράτησης Kufra στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας. Περιέγραψε ότι τον ξυλοκοπούσαν συχνά, πως τον έβαζαν μέσα σε ένα κουτί, πως τον μαστίγωναν και τον έκαιγαν με καυτό νερό. Η σύζυγός του είπε πως ο υπεύθυνος του κέντρου χτυπούσε πολύ συχνά την ίδια αλλά και άλλες γυναίκες που βρίσκονταν εκεί. Τελικά κατάφεραν να πληρώσουν προκειμένου να αφεθούν ελεύθεροι.

Κανένα από τα κέντρα κράτησης που ελέγχονται από το Τμήμα για την Καταπολέμηση της Παράτυπης Μετανάστευσης (DCIM) δεν έχει γυναίκες φύλακες, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο της σεξουαλικής κακοποίησης. Αρκετοί άνθρωποι δήλωσαν πως είδαν με τα ίδια τους τα μάτια πρόσφυγες και μετανάστες να πεθαίνουν κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, είτε να πυροβολούνται είτε να ξυλοκοπούνται μέχρι θανάτου από τους φύλακες.

«Οι φύλακες μας χτυπούσαν, εάν λέγαμε ότι πεινάμε… Μας ανάγκαζαν να ξαπλώνουμε με το στομάχι κάτω και μας χτυπούσαν με σωλήνες… Είδα να πυροβολούν έναν άντρα από το Τσαντ, χωρίς λόγο, μπροστά μου. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, αλλά πέθανε στη φυλακή, αφότου τον έφεραν πίσω. Στα αρχεία τους δήλωσαν ότι σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το ξέρω γιατί με έβαζαν να εργαστώ (αμισθί) όλη μέρα στην αίθουσα αρχειοθέτησης», είπε ένας 19-χρονος άντρας από την Ερυθραία, που βρισκόταν υπό κράτηση στο κέντρο Abu Slim.

Ένας ακόμα άνδρας από την Ερυθραία, που πέρασε πέντε μήνες από τον Οκτώβριο του 2015 σε κέντρο κράτησης μεταναστών στην al-Zawiya, είπε επίσης ότι είδε έναν κρατούμενο να ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου από τους φύλακες. Ύστερα τύλιξαν το πτώμα με μια κουβέρτα και το πέταξαν. Σε ένα άλλο περιστατικό, ο άντρας περιέγραψε τη σκηνή όπου οι φύλακες εισέβαλαν στο κελί του και άνοιξαν πυρ εναντίον 7 ανδρών καθώς οι τελευταίοι δεν κατάλαβαν τις εντολές των φρουρών στα αραβικά να σηκωθούν όρθιοι. Τον Απρίλιο του 2016, η UNSMIL έκανε έκκληση για τη διεξαγωγή ερευνών, όταν τέσσερις άνθρωποι έπεσαν νεκροί από τα πυρά (των φρουρών) την ώρα που επιχειρούσαν να ξεφύγουν από τις άθλιες συνθήκες του κέντρου κράτησης στην al-Zawiya.

Πρώην κρατούμενοι διαμαρτυρήθηκαν επίσης για την έλλειψη φαγητού και πόσιμου νερού, καθώς και για την ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη και τις άθλιες συνθήκες που οφείλονταν στην έλλειψη εγκαταστάσεων υγιεινής, οι οποίες οδήγησαν, όπως είπαν πολλοί, σε δερματικές παθήσεις. Εξήγησαν πως ακόμα κι όταν γιατροί από ανθρωπιστικές οργανώσεις ήρθαν να τους δουν, μπόρεσαν να δουν μόνο έναν μικρό αριθμό κρατουμένων, οι οποίοι συνήθως φοβούνταν να αναφέρουν τραυματισμούς που προκαλούνταν από τους φρουρούς. Η φαρμακευτική αγωγή που τους δόθηκε, κατασχέθηκε επίσης από τους φρουρούς.

«Η ΕΕ δεν μπορεί να αγνοήσει αυτές τις πραγματικές ιστορίες τρόμου, απάνθρωπων κακομεταχειρίσεων που διαπράττονται σε καθημερινή βάση εναντίον των αλλοδαπών στη Λιβύη. Προτού σχεδιαστούν οποιεσδήποτε μεταναστευτικές πολιτικές και προγράμματα, θα πρέπει να υπάρξουν ακράδαντες εγγυήσεις ότι τα δικαιώματα των προσφύγων και των μεταναστών θα γίνονται απολύτως σεβαστά στη Λιβύη – κάτι μάλλον απίθανο να συμβεί στο άμεσο μέλλον» είπε η Magdalena Mughrabi.

Διακρίσεις λόγω θρησκείας
Οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο κακομεταχείρισης στα κέντρα κράτησης της Λιβύης. Ο Ομάρ, ένας 26-χρονος άνδρας από την Ερυθραία που βρισκόταν υπό κράτηση σε κέντρο στην al-Zawiya, δήλωσε: «Μισούν τους χριστιανούς. Εάν είσαι χριστιανός, το μόνο που μπορώ να πω είναι ας σε βοηθήσει ο Θεός, εάν το ανακαλύψουν. Αν δουν σταυρό ή θρησκευτικό τατουάζ σε χτυπούν πολύ περισσότερο».

Ένας άλλος πρώην κρατούμενος από τη Νιγηρία είπε πως οι φρουροί στο κέντρο κράτησης στη Misratah διαχώριζαν τους άνδρες σύμφωνα με τη θρησκεία τους και μαστίγωναν όσους ήταν χριστιανοί. «Στην αρχή είπα πως δεν θα αλλάξω τη θρησκεία μου ακόμα κι αν είμαι σε μια μουσουλμανική χώρα. Με έβγαλαν έξω και με μαστίγωσαν. Την επόμενη φορά είπα ψέματα πως είμαι μουσουλμάνος» ανέφερε.

Ο Semre, ένας άνδρας 22 ετών από την Ερυθραία, ο οποίος ξυλοκοπήθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής του, αφότου η βάρκα του αναχαιτίστηκε στη θάλασσα τον Ιανουάριο του 2015, είπε επίσης πως στους χριστιανούς επιφυλάσσεται πολύ χειρότερη μεταχείριση.
«Με ξυλοκόπησαν, πήραν τα χρήματά μου και πέταξαν τη Βίβλο μου και τον σταυρό που είχα στον λαιμό μου… Πρώτα ελέγχουν αν κάποιος έχει χρήματα στις τσέπες του, μετά παίρνουν ένα ηλεκτρικό καλώδιο και τον μαστιγώνουν», είπε.

Υπήρξαν θύματα εκμετάλλευσης, εκβιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε διακινητές
Οι μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία καταδεικνύουν ότι η μόνη ελπίδα των κρατουμένων για απελευθέρωση είναι η διαφυγή, η αγορά της ελευθερίας τους ή η πώλησή τους σε διακινητές. Πολλοί κακοποιούνται και εξαναγκάζονται να δουλέψουν χωρίς πληρωμή ή δέχονται οικονομικό εκβιασμό. Αναγκάζονται να εργαστούν σε κέντρα κράτησης ή παραδίδονται σε άνδρες από τη Λιβύη οι οποίοι πληρώνουν τους φρουρούς για την εργασία τους.

Ο Daniel, ένας 19-χρονος από τη Γκάνα, ο οποίος τέθηκε υπό κράτηση τον Μάρτιο του 2014, περιέγραψε πως η μόνη του επιλογή για να διαφύγει από τους επαναλαμβανόμενους ξυλοδαρμούς και την κακομεταχείριση που υπέστη κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ήταν να επιχειρήσει να δραπετεύσει, εφόσον δεν διέθετε το ποσό που οι φύλακες απαιτούσαν με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του.

«Έμεινα εκεί για τρεις μήνες, γιατί δεν είχα χρήματα να πληρώσω την αστυνομία. Με πήραν σαν σκλάβο, έπρεπε να κάνω κάθε είδους εργασία, αγροτικές δουλειές, να κουβαλάω άμμο και πέτρες. Δεν πληρωνόμουν ποτέ. Όταν πεινούσα και τους το έλεγα, μου φώναζαν. Μου έδιναν νερό με βενζίνη μέσα. Ή έβαζαν αλάτι μέσα για να σε τιμωρήσουν», είπε. «Μου έδωσαν ένα τηλέφωνο για να καλέσω την οικογένειά μου να στείλει λεφτά για την απελευθέρωσή μου. Δεν έχω οικογένεια, η μητέρα μου και ο πατέρας μου έχουν πεθάνει. Δεν μπορούσα να τηλεφωνήσω σε κανέναν, έτσι με έδειραν και δεν μου έδωσαν καθόλου φαγητό».

Σε μερικές περιπτώσεις, οι κρατούμενοι δραπέτευσαν ή απελευθερώθηκαν από τους άνδρες για τους οποίους αναγκάστηκαν να δουλέψουν και οι οποίοι τους βοήθησαν να ανέβουν σε βάρκες με αντάλλαγμα την εργασία τους. Σε άλλες περιπτώσεις, οι διακινητές διαπραγματεύονταν την απελευθέρωση κρατουμένων – συχνά με το να δωροδοκούν τους φύλακες των κέντρων κράτησης – έτσι ώστε να καταφέρουν να τους αναγκάσουν (σ.σ. τους κρατούμενους) να πληρώσουν για μια ακόμη θαλάσσια διαδρομή, το ποσό των 1000 αμερικάνικων δολαρίων ο καθένας. Ο Mohamed, που βρισκόταν υπό κράτηση σε κέντρο στην al-Zawiya αφότου η βάρκα του αναχαιτίστηκε τον Ιανουάριο του 2016, είπε πως οι διακινητές δωροδοκούσαν τους φύλακες με «αυτοκίνητα γεμάτα προϊόντα» με αντάλλαγμα την απελευθέρωση κρατουμένων.

«Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να αποποιείται τις ευθύνες της σε αυτή την πρωτοφανή προσφυγική κρίση. Εάν θέλει να αποφύγει να θεωρηθεί συνένοχη στις αποτρόπαιες πράξεις κακομεταχείρισης εις βάρος προσφύγων και μεταναστών στη Λιβύη, η ΕΕ πρέπει να επικεντρώσει τις προσπάθειές της ώστε να διασφαλιστεί ότι η ακτοφυλακή της Λιβύης θα διεξαγάγει τις επιχειρήσεις της τηρώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα, ότι κανένας πρόσφυγας ή μετανάστης δεν θα τίθεται υπό παράνομη κράτηση και ότι σε κάθε περίπτωση θα υπάρχουν εναλλακτικές σε αυτό το επικίνδυνο ταξίδι. Αυτό συνεπάγεται σημαντική αύξηση των θέσεων επανεγκατάστασης στην Ευρώπη, εισδοχή και χορήγηση θεωρήσεων εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους» δήλωσε η Magdalena Mughrabi.

CLOSE
CLOSE