Σε ημέρα θλίψης και οργής μετατράπηκε στην Πορτογαλία η 25η Απριλίου, επέτειος για τα 40 χρόνια της επανάστασης των γαρυφάλλων, που είχε τερματίσει το δικτατορικό καθεστώς Καετάνο και είχε ανοίξει το δρόμο για την κατοχύρωση εργασιακών δικαιωμάτων και τη δημιουργία δομών κράτους πρόνοιας.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα η κυβέρνηση συνασπισμού Δεξιάς και Ακροδεξιάς του πρωθυπουργού Πέδρου Πάσους Κοέλιου, επιχειρεί, κατ’ εντολή των τραπεζών, να εξαφανίσει και τα τελευταία στοιχεία από την παρακαταθήκη της επανάστασης τροποποιώντας το δημοκρατικό σύνταγμα του 1974 και ισοπεδώνοντας τη δημόσια υγεία και εκπαίδευση αλλά ακόμη και το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας.

Το κίνημα των νεαρών αξιωματικών είχε αποδείξει από την πρώτη στιγμή ότι δεν πρόκειται για ένα λατινοαμερικανικού τύπου πραξικόπημα αλλά για μια γνήσια λαϊκή επανάσταση, στην οποία ο στρατός έπαιξε απλώς το ρόλο πυροκροτητή. Οι καταλήψεις εργοστασίων από εργαζόμενους, που απομάκρυναν τις διοικήσεις του παλαιού καθεστώτος και η απαλλοτρίωση μεγάλων γεωργικών εκτάσεων από ακτήμονες, οι οποίοι δημιουργούσαν αυτοδιοικούμενους συνεταιρισμούς, έδιναν τον πραγματικό παλμό της επανάστασης παράλληλα με τις κινήσεις των αξιωματικών.

Εξαντλημένοι από τις ατέρμονες στρατιωτικές αναμετρήσεις με μαρξιστικά, ως επί το πλείστον, κινήματα στις πορτογαλικές αποικίες και βλέποντας τα πραγματικά τους εισοδήματα να ψαλιδίζονται, τα νεαρά στελέχη των ενόπλων δυνάμεων είχαν συσπειρωθεί από τις πρώτες ημέρες του 1974 γύρω από τους πιο ριζοσπάστες αξιωματικούς, στο λεγόμενο κίνημα των λοχαγών. Παρά το γεγονός ότι η πρώτη αμφισβήτηση του λαομίσητου καθεστώτος, είχε προέλθει από μετριοπαθή στελέχη του Γενικού Επιτελείου, τα οποία μάλιστα προέτασαν συντεχνιακά αιτήματα, πολύ γρήγορα οι ισορροπίες στο στράτευμα άρχισαν να αντικατοπτρίζουν τη μεγάλη δύναμη που είχαν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές στην πορτογαλική κοινωνία.

Δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι από την επανάσταση των γαρυφάλλων θα προκύψουν όχι μόνο οι βασικές δημοκρατικές ελευθερίες, που ήταν αυτονόητες τότε για τους περισσότερους λαούς της Ευρώπης αλλά και συγκεκριμένα μέτρα αναδιανομής του πλούτου προς όφελος των αδυνάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια χώρα όπου ο μέσος μισθός κυμαίνονταν στα 1.000 με 1.500 εσκούδος η νέα κυβέρνηση όρισε ως κατώτατο μισθό τα 3.300 εσκούδος. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα και ενώ η χώρα βρίσκεται ακόμη υπό τον ασφυκτικό ελέγχο των Ευρωπαίων κομισάριων και των πιστωτών της ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στα 485 ευρώ – είναι δηλαδή κατά περίπου 50 ευρώ χαμηλότερος από αυτόν του 1974, αν συνυπολογίσει κανείς και τον πληθωρισμό.

Η σύγκριση όμως με το παρελθόν είναι καταθλιπτική για τους Πορτογάλους ακόμη και αν στρέψουν το βλέμμα τους έξω από τα σύνορα της χώρας. Η επανάσταση των γαρυφάλων είχε σηματοδοτήσει και το τέλος της πορτογαλικής αποικιοκρατίας με την απελευθέρωση της Μοζαμβίκης, της Γουινέας Μπισάου (πρώην Πορτογαλική Γουινέα) και με σχετική καθυστέρηση της Αγκόλας. Σήμερα, ύστερα από την επέλαση των Ευρωπαίων αξιωματούχων και των μεγάλων τραπεζών που αξιώνουν το ολοκληρωτικό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, αρκετοί επιχειρηματίες από τις πρώην αποικίες έρχονται για να εξαγοράσουν τα «φιλέτα» της κρατικής περιουσίας.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της «διείσδυσης» επιχειρήσεων από την Αγκόλα, οι οποίες εδώ και μήνες επιχειρούσαν να εξαγοράσουν τα πορτογαλικά ταχυδρομεία, τις κρατικές τράπεζες, το σιδηρόδρομο, την δημόσια επιχείρηση πετρελαίου αλλά και την κρατική τηλεόραση.
Και αν το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας δεν ήταν αρκετά ταπεινωτικό για το λαό της Πορτογαλίας, πριν από μερικούς μήνες η κυβέρνηση ζήτησε από τον οίκο Κρίστις να πουλήσει 85 έργα του καταλανού ζωγράφου Ζουάν Μιρό έναντι 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Για την ιστορία αξίζει να σημειωθεί ότι οι πίνακες ανήκαν στην πορτογαλική τράπεζα BNP, την οποία η κυβέρνηση «εθνικοποιήσε» αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα χρέη της ύψους 700 εκατομμυρίων ευρώ, με χρήματα των Πορτογάλων φορολογούμενων. Η περίπτωση της BNP ήταν εμβληματική της πορείας που ακολούθησε η χώρα από το 2008, όταν η κυβέρνηση υπακούοντας σε εντολές της τοπικής οικονομικής ελίτ και της ΕΕ παρενέβη για τη διάσωση των τραπεζών, μετατρέποντας έτσι μια ιδιωτική κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε δημοσιονομική. Το χρέος της χώρας εκτοξεύτηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στα 211 δισεκατομμύρια ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε τότε στο 130% του ΑΕΠ της Πορτογαλίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο η φετινή επέτειος της επανάστασης των γαρύφαλλων αποτέλεσε μια ευκαιρία για του Πορτογάλους να αναλογιστούν όσα έχασαν μέσα σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση παρέδωσε τη χώρα στην τρόικα, όπως ακριβώς έκανε στην Ελλάδα και ο Γιωργάκης Παπανδρέου. Χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους κεντρικούς δρόμους της Λισαβόνας και άλλων μεγάλων πόλεων ενώ ορισμένοι από τους πρωτεργάτες του στρατιωτικού κινήματος του 1974 αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν για τρίτη συνεχή χρονιά τις επίσημες επετειακές εκδηλώσεις.

«Αισθανόμαστε εξαπατημένοι, σαν να καλούμαστε να υπογράψουμε την θανατική καταδίκη κάθε ελπίδας» ήταν τα λόγια του Οτέλο ντε Καρβάλιο, από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος των αξιωματικών. Σε κοινή ανακοίνωσή τους οι επικεφαλής του κινήματος του 1974 κατηγορούν την κυβέρνηση ότι με την πολιτική λιτότητας μετατρέπει την πορτογαλική κοινωνία «σε πυριτιδαποθήκη ο έλεγχος της οποίας μπορεί πλέον να επιτευχθεί με μια νέα δικτατορία».

«Δεν έζησα την επανάσταση αλλά ζω μια νέα οικονομική δικτατορία» συμπλήρωνε ο Μιγκέλ, ένας 33χρονος καλλιτέχνης που συμμετείχε στις εκδηλώσεις μνήμης παρουσιάζοντας ένα τεράστιο γκράφιτι στο πανεπιστήμιο της Λισαβόνας. Ο Μιγκέλ ανήκει σε μια γενιά που βιώνει επίπεδα ανεργίας άνω του 35% ενώ μπορεί να απολυθεί ανά πάσα στιγμή από την εργασία του «χάρη» στους νέους νόμους που προώθησαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων. Το δημόσιο σύστημα υγείας, που πρόλαβε να γνωρίσει, δέχεται καθημερινά πλήγματα από τις περικοπές και το κλείσιμο νοσοκομείων όπως συμβαίνει και με κάθε μορφή κοινωνικής πρόνοιας που άφησε πίσω της η επανάσταση των γαρυφάλλων. Αρκετοί από τους φίλους τους, που αποτέλεσαν την καλύτερα μορφωμένη γενιά στην ιστορία της χώρας, έχουν ήδη μεταναστεύσει στο εξωτερικό προκαλώντας μια πρωτοφανή αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού, οι οικονομικές συνέπειες της οποίας δεν θα επουλωθούν για αρκετές δεκαετίες.

Τα γαρύφαλλα της πορτογαλικής επανάστασης είχαν ήδη αρχίσει να μαραίνονται από την σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση των τελευταίων χρόνων. Ήρθαν όμως και οι τραπεζικές ερπύστριες ενός ακροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού για να δώσουν το οριστικό τέλος.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα ΠΡΙΝ 27/04/2014

CLOSE
CLOSE