Ανταπόκριση από τον Γιώργο Ξενάκη
Πέντε αιώνες μετά την άφιξη των πρώτων Πορτογάλων ναυτικών στις όχθες της Δυτικής Αφρικής, μια μικρή και σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό χώρα γιόρτασε τον περασμένο Σεπτέμβριο 45 χρόνια από την επίσημη αναγνώρισή της ως κράτος. Γνωστή παλαιότερα και ως Πορτογαλική Γουινέα, η Γουινέα-Μπισσάου κέρδισε την ανεξαρτησία της μετά από πολυετή αγώνα και χάρη στην επανάσταση των γαρυφάλλων του 1974 που έβαλε τέλος στη δικτατορία της Πορτογαλίας και εν συνεχεία στους τελευταίους αποικιοκρατικούς πολέμους του 20ου αιώνα.

Οι εκδηλώσεις συνοδεύονται από παραδοσιακούς χορούς, μουσική και γιορτές. Το γεγονός ότι η περιοχή παραμένει μια από τις λιγότερο αναπτυγμένες του πλανήτη (177η θέση παγκοσμίως με βάση το Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ) δεν αποτρέπει τον κόσμο να γιορτάζει με κάθε ευκαιρία. Σε αντίθεση με τις κλισέ εικόνες που έχουμε στο μυαλό μας για την Αφρική, εδώ κυριαρχούν ο ρυθμός και τα χρώματα, ακόμα κι αν το μέλλον δεν προδιαγράφεται αισιόδοξο.

γουινέα-μπισσάου εορταστικές εκδηλώσεις

Εορταστικές εκδηλώσεις εις μνήμη της ανεξαρτησίας και του Αμίλκαρ Καμπράλ

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες πορτογαλικές αποικίες της Αφρικής, ιστορικά οι Πορτογάλοι δε δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ενδοχώρα της Γουινέας-Μπισσάου και αξιοποιούν κυρίως τις παραθαλάσσιες περιοχές ως εμπορικούς σταθμούς για προϊόντα και σκλάβους. Η αύξηση των Πορτογάλων αποίκων στις αρχές του 20ου αιώνα οδηγεί στη δημιουργία κάποιων υποδομών σε αστικά κέντρα, η πλειοψηφία της ενδοχώρας όμως παραμένει σχετικά απομονωμένη. Ταξιδεύοντας στη σύγχρονη Γουινέα-Μπισσάου, τα παλιά αποικιοκρατικά κτήρια σπανίζουν όπως και η χρήση των πορτογαλικών, παρά τη θέσπισή τους ως επίσημη γλώσσα, καταδεικνύοντας την ουσιαστική απουσία της Πορτογαλίας που αρνείται διαχρονικά να αναπτύξει την περιοχή πέρα από τα συμφέροντα της μητρόπολης, στερώντας από τους γηγενείς κατοίκους βασικές υποδομές και ελευθερίες.

Σε αυτό το πλαίσιο και με αφορμή την απελευθέρωση των αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας στην Αφρική, εντείνεται τη δεκαετία του ‘50 το κίνημα της ανεξαρτησίας του οποίου ηγείται ο Αμίλκαρ Καμπράλ, επικεφαλής του Αφρικανικού Κόμματος για την Ανεξαρτησία της Γουινέας και του Πρασίνου Ακρωτηρίου (PAIGC) και πρωτοπόρος του απελευθερωτικού και αντιιμπεριαλιστικού μετώπου στην Αφρική. Το 1959 ο πολιτικός αγώνας για την απελευθέρωση μετατρέπεται σε στρατιωτικό, με αιτία τη διαρκή άρνηση των Πορτογάλων για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση και αφορμή την εκτέλεση απεργών από τις πορτογαλικές αρχές κατά τη διάρκεια ειρηνικής διαμαρτυρίας στο λιμάνι της Μπισσάου. Πλησιάζοντας στο λιμάνι και στην παλιά πόλη, στην πλατεία των μαρτύρων και σημείο της επονομαζόμενης σφαγής του Πιτζιγκουιτί δεσπόζει σήμερα ως σύμβολο αντίστασης το μνημείο της γροθιάς, γνωστό και ως Mon de Timba.

Γουινέα-Μπισσάου Mon de Timba

Μνημείο Mon de Timba

Το ιδεολογικό στίγμα που δίνει ο Καμπράλ στον αγώνα δεν είναι εθνικό, αλλά αντιιμπεριαλιστικό, τονίζοντας ότι ο εχθρός δεν είναι οι Πορτογάλοι που στέλνονται χωρίς της θέλησή τους στο μέτωπο, αλλά η φασιστική και αποικιοκρατική εξουσία της μητρόπολης. Ο Καμπράλ θα δολοφονηθεί στις αρχές του 1973, χωρίς να προλάβει να βιώσει την ανεξαρτησία της Γουινέας-Μπισσάου, αλλά καταφέρνει να αποτρέψει με τις ιδέες του τη δημιουργία εθνικού μίσους εναντίων των αποίκων. Σε αντίθεση με άλλες πρώην αποικίες και παρά τη σκληρότητα του πολέμου και τις βόμβες ναπάλμ που αφήνουν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς και καμένη γη, οι ξένοι δεν ενοχοποιούνται μαζικά και σήμερα γίνονται δεκτοί με σεβασμό.

Ωστόσο η δημιουργία και η οργάνωση ενός κράτους διαλυμένου από τον πόλεμο, ελλείψει στοιχειωδών υποδομών και με ελάχιστο καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Η εξωτερική βοήθεια από σοσιαλιστικές χώρες υπό μορφή υποδομών και τεχνικής κατάρτισης δεν είναι αρκετή για να υπερκεραστούν τα βασικά προβλήματα και οι πολιτικές κρίσεις οδηγούν σε διαρκή πολιτική αστάθεια και πραξικοπήματα. Μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ τη δεκαετία του ‘90 η Γουινέα-Μπισσάου βυθίζεται σε νέα κρίση που θα έχει ως συνέπεια τον εμφύλιο πόλεμο της περιόδου 1998-1999.

Έκτοτε, η ειρήνη επανέρχεται αλλά η πολιτική και οικονομική κρίση συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, με αποτέλεσμα η χώρα να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανθρωπιστική βοήθεια των διεθνών οργανισμών. Οι εγχώριες και ξένες ΜΚΟ, έχοντας πρόσβαση στα κεφάλαια της ανθρωπιστικής βοήθειας του εξωτερικού, υποκαθιστούν την ουσιαστική απουσία κρατικών και οικονομικών θεσμών. Μια βοήθεια που είναι πλέον απαραίτητη για την οικονομία, χωρίς όμως να προσφέρεται άνευ κόστους και προϋποθέσεων, παρά τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της.

Οι διεθνείς οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΗΕ και η ΕΕ είναι οι κύριοι χρηματοδότες των προγραμμάτων ανάπτυξης, τα οποία όμως σχεδιάζονται κυρίως με βάση τη δικιά τους ατζέντα αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τη θέληση των τοπικών παραγόντων, που δεν έχουν άλλωστε τη δύναμη να διαπραγματευτούν διαφορετικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο τομέας της αλιείας, όπου η ΕΕ με βάση τη χρηματοδότηση προγραμμάτων ανάπτυξης που δεν ξεπερνούν τα 10 εκατ. € το χρόνο και την άμεση εξαγορά δικαιωμάτων αλιείας ύψους 400 εκατ. € στην ευρύτερη περιοχή, εξασφαλίζει τζίρο για τις ευρωπαϊκές εταιρίες αλιείας που ξεπερνά τα 3 δισ. €.

Όπως αναφέρει ο Guy Arnold στο εξαιρετικό βιβλίο «Africa: A Modern History: 1945-2015», η έννοια της ανθρωπιστικής βοήθειας δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ‘60, όχι γιατί τότε ξεκίνησαν τα ανθρωπιστικά προβλήματα στην Αφρική, αλλά γιατί τότε ήταν αναγκαία η επινόηση ενός προσχήματος διατήρησης της πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης μεταξύ του δυτικού κόσμου και των πρώην αποικιών. Το γεγονός αυτό δε μειώνει τη σημασία της ανθρωπιστικής βοήθειας, προκαλεί όμως ερωτήματα σχετικά με τις προθέσεις των διεθνών οργανισμών που για πάνω από 60 χρόνια χρηματοδοτούν προγράμματα ανάπτυξης που αποφέρουν κέρδη για συγκεκριμένους παράγοντες, με ελάχιστα οφέλη για το γηγενή πληθυσμό.

Γουινέα-Μπισσάου Καμπράλ

“Ο Καμπράλ δεν πέθανε, ας χτίσουμε τη Γουινέα-Μπισσάου”

Σε αυτό το φαύλο κύκλο, βρίσκεται παγιδευμένη η Γουινέα-Μπισσάου, που 45 χρόνια μετά την ανεξαρτησία της αντιμετωπίζει παρεμφερείς προκλήσεις απαγκίστρωσης από την πολιτική και οικονομική εξάρτηση που αντιμετώπιζε επί αποικιοκρατίας. Το μέλλον της χώρας ουσιαστικά δε σχεδιάζεται στην Αφρική, αλλά στα διεθνή κέντρα λήψης αποφάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και οι πιο αγνές προθέσεις ανθρωπιστικής βοήθειας αποτελούν σταγόνες στο ωκεανό.

Σχεδόν μισό αιώνα μετά το τέλος της αποικιοκρατίας, η νέο-αποικιοκρατία έχει ριζώσει βαθιά στον αφρικανικό χάρτη καθορίζοντας το μέλλον της ηπείρου και ίσως η μόνη ουσιαστική ελπίδα για την περιοχή να έρχεται από την αλλαγής της νοοτροπίας των διεθνών οργανισμών. Η ιδεολογική παρακαταθήκη του Καμπράλ κατά της αποικιοκρατίας παραμένει επίκαιρη και ο ρυθμός συνεχίζεται να δίνεται από τα τραγούδια του Ζε-Κάρλος για όσους αγωνίζονται.

Βιβλιογραφία:
Unity & Struggle: Speeches and Writings of Amilcar Cabral; Amilcar Cabral
O fazedor de utopias; Antonio Tomas
Africa, a modern history: 1945-2015; Guy Arnold

CLOSE
CLOSE