Δημήτρης Μπελαντής
Πηγή:Rproject

Χρειάζεται να μορφοποιήσουμε κοινωνικά και πολιτικά το μέτωπο του λαϊκού ΟΧΙ μέχρι το τέλος, το μέτωπο της κοινωνικής και πολιτικής ρήξης.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

Μετά την τρα­γι­κή νίκη του να­ζι­σμού στην Γερ­μα­νία το Γε­νά­ρη του ’33, ο Λέον Τρό­τσκι σε μια από τις πολ­λές εύ­στο­χες πα­ρεμ­βά­σεις του για τη Γερ­μα­νία εκεί­νη την πε­ρί­ο­δο είχε προ­βλέ­ψει ότι »το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα θα ανα­γεν­νη­θεί κά­ποια στιγ­μή μέσα από τις στά­χτες του στη Γερ­μα­νία αλλά, όμως, το στα­λι­νι­κό ΚΚ Γερ­μα­νί­ας λόγω της κα­τα­στρο­φι­κής στρα­τη­γι­κής του δεν θα ξα­να­ση­κώ­σει κε­φά­λι ποτέ». Αυτή η εκτί­μη­σή του δι­καιώ­θη­κε, υπό την έν­νοια ότι ακόμη και η σύ­στα­ση της Λα­ο­κρα­τι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας της Γερ­μα­νί­ας δεν ήταν απο­τέ­λε­σμα της εν­δο­γε­νούς δρά­σης του γερ­μα­νι­κού ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος αλλά της έλευ­σης του Κόκ­κι­νου Στρα­τού. Όμοια προς την πε­ρί­ο­δο εκεί­νη και κατ’ ανα­λο­γί­αν των συν­θη­κών, μπο­ρού­με να εκτι­μή­σου­με ότι μετά το Βα­τερ­λώ της ελ­λη­νι­κής Αρι­στε­ράς με τη συμ­φω­νία της 12/7 θα ξα­ναϋ­πάρ­ξει μια μα­χη­τι­κή κομ­μου­νι­στι­κή Αρι­στε­ρά και μια ανά­τα­ση του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος, αλλά η Αρι­στε­ρά της ήττας και της υπο­τα­γής δεν θα ξα­να­ση­κώ­σει κε­φά­λι.

Δεν φτά­νει να ξα­να­πού­με μο­νό­το­να για άλλη μια φορά ότι στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ υπάρ­χουν δύο «ψυχές» και δύο προ­γράμ­μα­τα, η μια του κό­σμου των ορ­γα­νώ­σε­ων και της μα­ζι­κής βάσης του κόμ­μα­τος, του προ­γράμ­μα­τος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και των κι­νη­μά­των, και η άλλη του τα­ξι­κού συμ­βι­βα­σμού, της αστι­κής κρα­τι­κής δια­χεί­ρι­σης και της γρα­φειο­κρα­τί­ας των κομ­μα­τι­κών και κρα­τι­κών μη­χα­νι­σμών. Πράγ­μα­τι, ο λαϊ­κός κό­σμος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και των κι­νη­μά­των πά­λε­ψε με σθέ­νος για την εκλο­γι­κή νίκη του Γε­νά­ρη, πα­ρα­κο­λού­θη­σε με με­γά­λη κα­χυ­πο­ψία τη λε­γό­με­νη «δια­πραγ­μά­τευ­ση» πριν και μετά τη συμ­φω­νία της 20/2 και ως την επο­νεί­δι­στη συμ­φω­νία της 12/7, άντε­ξε στις ηγε­τι­κές πιέ­σεις για μα­ταί­ω­ση του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, άντε­ξε την τε­ρά­στια γκε­μπε­λι­κή προ­πα­γάν­δα των ΜΜΕ, που δεν απα­ντιό­ταν απο­τε­λε­σμα­τι­κά από τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ως κόμμα, και μας έφερε στο αξιο­θαύ­μα­στο 61% του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος. Και μετά τι είδε; Είδε μια τυ­χο­διω­κτι­κή και δε­ξιό­στρο­φη ηγε­σία να «παίρ­νει την αλή­θεια του και να την κάνει ψέμα». Είδε τον πρω­θυ­πουρ­γό μαζί με τους ητ­τη­μέ­νους και χρε­ο­κο­πη­μέ­νους ηγέ­τες των μνη­μο­νια­κών κομ­μά­των να ερ­μη­νεύ­ει την ψήφο του ως «όχι στη ρήξη» και «ναι στο ευρώ με κάθε θυσία» και να κα­τα­σκευά­ζει «εθνι­κή συ­ναί­νε­ση» εκεί όπου μετά το δη­μο­ψή­φι­σμα υπήρ­χε τα­ξι­κό ρήγμα τε­κτο­νι­κών δια­στά­σε­ων. Είδε την κυ­βέρ­νη­ση να ει­ση­γεί­ται ένα υπερ­μνη­μό­νιο με κό­στος κατά 5 δισ. με­γα­λύ­τε­ρο από εκεί­νο που είχε το τε­λε­σί­γρα­φο των δα­νει­στών, αυτό το ίδιο που είχε κα­τα­ψη­φι­στεί με 61%. Είδε την κυ­βέρ­νη­ση να πη­γαί­νει στις Βρυ­ξέλ­λες και να δέ­χε­ται ένα ακόμη πολύ χει­ρό­τε­ρο Υπερ­μνη­μό­νιο με υπέγ­γυα τη δη­μό­σια πε­ριου­σία για το εξω­φρε­νι­κό ποσό των 50 δισ. ευρώ. Είδε να τί­θε­ται θέμα ανα­κε­φα­λαιο­ποί­η­σης των τρα­πε­ζών κατά 25 δισ. με μια στρα­τη­γι­κή που θα οδη­γή­σει στην πλήρη ανά­λη­ψη των τρα­πε­ζών από τον ESM και την από­λυ­τη ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση. Είδε να χτί­ζε­ται μια θω­ρα­κι­σμέ­νη δι­κτα­το­ρία του χρη­μα­τι­στι­κού κε­φα­λαί­ου και της γερ­μα­νο­κί­νη­της Ε.Ε. πάνω στη μι­σθω­τή ερ­γα­σία με τις ευ­λο­γί­ες της Αρι­στε­ράς και του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Ακόμη και αυτά που δεν θα τολ­μού­σαν πι­θα­νόν να δε­χθούν ως κυ­βέρ­νη­ση ο Σα­μα­ράς και ο Βε­νι­ζέ­λος, τα επέ­βα­λε η κυ­βέρ­νη­ση του Αλέξη Τσί­πρα.

Πρό­κει­ται, βε­βαί­ως, για μια κα­τάρ­ρευ­ση κοι­νω­νι­κή και εθνι­κή. Ακόμη και για τον ίδιο τον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό, είναι μια στιγ­μή χρε­ο­κο­πί­ας. Πρό­κει­ται, πι­θα­νό­τα­τα, για μια δια­δι­κα­σία που κα­ταρ­γεί την Ελ­λά­δα ως ορ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νία και ως κρα­τι­κή υπό­στα­ση και τη με­τα­τρέ­πει σε μό­νι­μη αποι­κία χρέ­ους, βαθιά υπο­βαθ­μι­σμέ­νη στο διε­θνή κα­πι­τα­λι­στι­κό κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σί­ας. Οι λόγοι αυτής της κα­τάρ­ρευ­σης ανά­γο­νται κα­ταρ­χήν στη λαν­θα­σμέ­νη δε­ξιό­στρο­φη στρα­τη­γι­κή της ηγε­σί­ας και της πλειο­ψη­φί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, η οποία υπο­στή­ρι­ξε από το 2012 και μετά συ­στη­μα­τι­κά ότι χωρίς ρή­ξεις με τους δα­νει­στές και τα κέ­ντρα οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας, χωρίς αμ­φι­σβή­τη­ση των δομών του αστι­κού κρά­τους, χωρίς το λαϊκό πα­ρά­γο­ντα σε δια­δι­κα­σία κι­νη­το­ποί­η­σης και σύ­γκρου­σης, χωρίς μο­νο­με­ρή δια­γρα­φή του χρέ­ους της χώρας, θα μι­λή­σου­με κα­λό­πι­στα μαζί τους, θα λά­βου­με μια καλή συμ­φω­νία με το κε­φά­λαιο εσω­τε­ρι­κά και με την Ευ­ρω­ζώ­νη, την Ε.Ε. και το ΔΝΤ διε­θνώς. Ότι πρό­κει­ται για κα­λούς και έντι­μους αν­θρώ­πους που θα μας ακού­σουν, θα δια­γρά­ψουν το χρέος, θα μας χρη­μα­το­δο­τή­σουν και θα μας αφή­σουν να κά­νου­με φι­λερ­γα­τι­κές και φι­λο­λαϊ­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις στην Ελ­λά­δα. Ότι μπο­ρού­με και οφεί­λου­με να μεί­νου­με σε αυτήν την οι­κο­νο­μι­κή και νο­μι­σμα­τι­κή ένωση αλ­λά­ζο­ντας «προς τα αρι­στε­ρά» την Ευ­ρώ­πη και με­τα­σχη­μα­τί­ζο­ντας προ­ο­δευ­τι­κά αυτήν την ίδια την ιμπε­ρια­λι­στι­κή ένωση. Ας το πούμε τώρα κα­θα­ρά, δεν υπάρ­χει άλλος χρό­νος πια. Αυτή η στρα­τη­γι­κή ήταν μια αδιέ­ξο­δη ήπια/δεξιά σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή ή και σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρη στρα­τη­γι­κή, αυτή η στρα­τη­γι­κή κα­τα­στρέ­φει τώρα τους ερ­γα­ζό­με­νους, τα πλητ­τό­με­να με­σαία στρώ­μα­τα, την κοι­νω­νία μας ολό­κλη­ρη. Αυτή η στρα­τη­γι­κή οδή­γη­σε σε μια απο­κρου­στι­κή τα­ξι­κή συν­θη­κο­λό­γη­ση και σε μια εθνι­κή κρίση και κα­τα­στρο­φή, ανά­λο­γη του 1922 ή του 1941 στην Ελ­λά­δα. Αυτή η στρα­τη­γι­κή μας οδή­γη­σε να μη δούμε κα­θα­ρά το φρι­κτό και απο­κρου­στι­κό πρό­σω­πο του αντι­πά­λου. Μας οδή­γη­σε σε χα­ζο­χα­ρού­με­να κλί­μα­τα, σε αυ­τα­πά­τες και στη συλ­λο­γή selfies στα Γιού­ρο­γκρουπ. Φτά­νει πια!

Δεν πρό­κει­ται, όμως, μόνο για αυτό. Υπήρ­ξε όχι μόνο ιδε­ο­λη­ψία αλλά και αρ­νη­τι­κό/κα­τα­στρο­φι­κό σχέ­διο από την πλευ­ρά της κυ­βέρ­νη­σης και της ηγε­σί­ας του κόμ­μα­τος. Σχέ­διο από­συρ­σης του λαϊ­κού πα­ρά­γο­ντα, σχέ­διο στε­γα­νο­ποί­η­σης της δια­πραγ­μα­τευ­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας, σχέ­διο συ­νε­χών υπο­χω­ρή­σε­ων που έπρε­πε να τις κα­τα­πιεί το κόμμα μέσω δια­δο­χι­κών «πο­λι­τι­κών μασάζ», σχέ­διο διά­λυ­σης των συλ­λο­γι­κών δια­δι­κα­σιών του κόμ­μα­τος και της εσω­κομ­μα­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Δεν ήταν μόνο ιδε­ο­λη­ψία η 20ή Φλε­βά­ρη, η στε­λέ­χω­ση της κυ­βέρ­νη­σης με κα­θα­ρά συ­στη­μι­κούς «παί­κτες» όπως ο κ. Πα­νού­σης, ο κ. Σα­γιάς, ο κ. Μάρ­δας, η κ. Πα­να­ρί­τη και τόσοι άλλοι/ες, η πα­ρά­δο­ση της ΤτΕ στον Στουρ­νά­ρα, η απε­μπό­λη­ση της εθνι­κο­ποί­η­σης και του ελέγ­χου των τρα­πε­ζών. Δεν ήταν σκέτη ιδε­ο­λη­ψία η απο­δο­χή των ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σε­ων και η από­πει­ρα ει­σα­γω­γής λά­θρας τρο­πο­λο­γί­ας που πα­ρά­δι­νε όλη τη δη­μό­σια πε­ριου­σία στο ΤΑΙ­ΠΕΔ – υπό το πρί­σμα του fund των 50 δισ. ευρώ όλα αυτά απο­κτούν ανα­δρο­μι­κά μια ση­μα­σία. «Παι­χνί­δι στη­μέ­νο και που­λη­μέ­νο» θα το πουν κά­ποιοι. Ίσως, όχι συ­νε­κτι­κό κατά 100% αλλά υπαρ­κτό­τα­το ως σε­νά­ριο, θα το πω εγώ. Η κυ­βέρ­νη­ση εμπι­στεύ­τη­κε τον ΣΕΒ, το Brookings, το Κόμο, το Levy, τον Γιουν­κέρ, τον Ομπά­μα, τη Μέρ­κελ, ακόμη και το «σοφό Σόι­μπλε» αλλά όχι τον ίδιο τον ελ­λη­νι­κό λαό και την ερ­γα­τι­κή τάξη – και αυτό ήταν σχέ­διο. Αυτές οι επι­λο­γές ήταν τα­ξι­κές επι­λο­γές και δια­πλο­κή με τα κέ­ντρα εξου­σί­ας, δεν ήταν απλώς μια σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή ιδε­ο­λη­ψία.

Θα το πάω και κάπως πα­ρα­πέ­ρα από τη σκο­πιά της θε­ω­ρί­ας και της ιστο­ρί­ας των πο­λι­τι­κών κομ­μά­των. Όταν πι­στεύ­εις βαθιά στο με­ταρ­ρυθ­μι­σμό και στην πρό­ο­δο προς το σο­σια­λι­σμό με διαρ­κείς ει­ρη­νι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις, και μά­λι­στα με «άνε­τες» με­ταρ­ρυθ­μί­σεις συμ­βι­βα­σμού και όχι ρήξης με την αστι­κή τάξη, στα­δια­κά αλλά στα­θε­ρά, όπως έχει δεί­ξει ο Ρό­μπερτ Μί­χελς, χά­νεις την ψυχή σου. Ο στό­χος χά­νε­ται, οι συμ­βι­βα­σμοί μέ­νουν. Αυτό το σχέ­διο επι­τάσ­σει ανα­γκα­στι­κά αργά ή γρή­γο­ρα το συμ­βι­βα­σμό και τη συ­νερ­γα­σία με το κε­φά­λαιο και τα κέ­ντρα εξου­σί­ας. Αυτό το σχέ­διο επι­τάσ­σει ανα­γκα­στι­κά την πα­ρου­σία της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας στην κυ­βέρ­νη­ση και, άρα, το συ­νε­χή διά­λο­γο και συμ­βι­βα­σμό με το κε­φά­λαιο και το κρά­τος του. Οι Σάι­ντε­μαν, Νόσκε και Έμπερτ, πολύ προ­τού σφα­γιά­σουν τον Λή­μπ­κνε­χτ και τη Λού­ξε­μπουργκ, πολύ προ­τού κα­τα­στεί­λουν με τα Φράι­κορ­πς τους σπαρ­τα­κι­στές το 1919, ήταν στι­βα­ροί αρ­χη­γοί σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών και συν­δι­κα­λι­στι­κών φρα­ξιών που επέ­λε­ξαν χάριν του προ­ο­δευ­τι­κού με­ταρ­ρυθ­μι­σμού με κάθε κό­στος, του κρα­τι­σμού με κάθε κό­στος και του «γερ­μα­νι­σμού» με κάθε κό­στος να στη­ρί­ξουν το κρά­τος τους καθώς και να στη­ρί­ξουν κά­ποια στιγ­μή τον ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο/σφαγή. Αυτή η επι­λο­γή θα φέρ­νει στη συ­νέ­χεια όλο και χει­ρό­τε­ρες επι­λο­γές, αφού η λάθος στρα­τη­γι­κή όχι μόνο σε εγκλω­βί­ζει αλλά και σε υπο­χρε­ώ­νει να συν­δια­χει­ρι­στείς το αστι­κό κρά­τος σε κρίση και στη συ­νέ­χεια να κα­τα­στεί­λεις το ρι­ζο­σπα­στι­κό τομέα του κόμ­μα­τος και του κι­νή­μα­τος που στέ­κε­ται εμπό­διό σου. Από ένα ση­μείο και μετά -και πά­ντο­τε έγινε έτσι- η αρ­χι­κή ιδε­ο­λη­ψία και στρα­τη­γι­κή πλάνη με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται σε επι­λο­γή, σε αστι­κό σχέ­διο επι­βί­ω­σης και ανα­πα­ρα­γω­γής της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής ομά­δας και σε πρα­κτι­κές απο­προ­σα­να­το­λι­σμού και κα­τα­στο­λής κάθε θε­με­λια­κής αντι­πο­λί­τευ­σης. Έτσι έγινε το 1919 στη Γερ­μα­νία, έτσι έγινε με τον Βίλι Μπραντ κατά του φοι­τη­τι­κού κι­νή­μα­τος και της νε­ο­λαί­ας του κόμ­μα­τός του στα 1965-1970, έτσι έγινε με τις δια­γρα­φές στο ΠΑΣΟΚ στα 1974-1985, έτσι έγινε με τη δια­γρα­φή του «Μα­νι­φέ­στο» από το ιτα­λι­κό ΚΚ το 1969, έτσι είναι πολύ πι­θα­νό να γίνει και σή­με­ρα στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Οι «ει­ρη­νι­κοί» με­ταρ­ρυθ­μι­στές ως προς την αστι­κή τάξη κα­τα­λή­γουν σε «βί­αιες ωρι­μάν­σεις» όσον αφορά το ρι­ζο­σπα­στι­κό τομέα του κι­νή­μα­τος. Ευ­τυ­χώς, δεν ζούμε στη στα­λι­νι­κή Ρωσία, γιατί τότε και τα κε­φά­λια μας ακόμη δεν θα στέ­κο­νταν σί­γου­ρα στους ώμους τους.

Ένα σχό­λιο τέλος πάνω στο αγνοη­μέ­νο και προ­δο­μέ­νο ηρω­ι­κό 61% του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, ένα πο­σο­στό που σε πολύ με­γά­λο βαθμό θα απο­δε­χό­ταν τη ρήξη με τους δα­νει­στές με κάθε κό­στος και δια­κύ­βευ­ση: ο χει­ρι­σμός της κυ­βέρ­νη­σης και της πλειο­ψη­φί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ήταν ένας απο­λύ­τως τυ­χο­διω­κτι­κός χει­ρι­σμός. Δεν πί­στε­ψαν στο ΟΧΙ, ήλ­πι­σαν στο ΝΑΙ, και στη συ­νέ­χεια δια­χει­ρί­στη­καν το πο­λι­τι­κό και συμ­βο­λι­κό κε­φά­λαιο που συ­γκέ­ντρω­σε ο ίδιος ο πρω­θυ­πουρ­γός ως κε­φά­λαιο για να εγκρι­θεί το Υπερ­μνη­μό­νιο. Ακόμη και αν δεν είχαν «δό­λιες προ­θέ­σεις» -και αυτό δεν μπορώ να το ξέρω- κα­τά­φε­ραν ένα καί­ριο πλήγ­μα στο λαό και αυτό επει­δή, αν δεν έχεις κα­νέ­να εναλ­λα­κτι­κό σχέ­διο δια­φυ­γής, δεν πας σε μια κατά μέ­τω­πο επί­θε­ση, που απλώς θα εκνευ­ρί­σει/εξορ­γί­σει τον αντί­πα­λο και θα ανε­βά­σει σε κρί­σι­μο μέτρο το «λο­γα­ρια­σμό» της τε­λι­κής συμ­φω­νί­ας. Τε­λι­κά, δη­λα­δή, γιατί έκα­ναν το δη­μο­ψή­φι­σμα; Για να μπο­ρούν να πουν το ΝΑΙ με πέντε δισ. ευρώ φορ­τω­μέ­νο λο­γα­ρια­σμό και με πλήρη υπο­θή­κευ­ση της χώρας; Ας πάρει κά­ποιος την ευ­θύ­νη από την κυ­βέρ­νη­ση να απα­ντή­σει σε αυτό το πολύ απλό ερώ­τη­μα.

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΩΡΑ – ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ

Όμως, τώρα, δεν μπο­ρού­με να κλαί­με τη μοίρα μας, τώρα είναι η ώρα της αντί­στα­σης και της δρά­σης. Χρειά­ζε­ται να μορ­φο­ποι­ή­σου­με κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά το μέ­τω­πο του λαϊ­κού ΟΧΙ μέχρι το τέλος, το μέ­τω­πο της κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ρήξης. Έχου­με ως όπλο εντός ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ την Αρι­στε­ρή Πλατ­φόρ­μα και τις αντι­στά­σεις της στο κόμμα και εντός της Βου­λής, αλλά αυτό δεν είναι πια αρ­κε­τό. Η Πλατ­φόρ­μα κα­ταρ­χήν έχει και αυτή σο­βα­ρές πο­λι­τι­κές ευ­θύ­νες για την κα­τάρ­ρευ­ση. Βε­βαί­ως, ασύμ­με­τρες προς εκεί­νες της ηγε­σί­ας αλλά, όμως, υπαρ­κτές και μη αγνο­ή­σι­μες. Η Πλατ­φόρ­μα ορθά το­πο­θε­τή­θη­κε πάνω στο εναλ­λα­κτι­κό σχέ­διο, στην παύση πλη­ρω­μών, την κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση των τρα­πε­ζών και την έξοδο από την Ευ­ρω­ζώ­νη. Όμως, η Πλατ­φόρ­μα δεν έκανε, δυ­στυ­χώς, αυτό που από πολύ καιρό έπρε­πε να κάνει, που σε μι­κρο­γρα­φία έχουν κάνει άλλες δυ­νά­μεις όπως η ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ και το ΜΑΡΣ. Δεν εξει­δί­κευ­σε τα βή­μα­τα και τους στό­χους της εξό­δου, δεν εξει­δί­κευ­σε την αντι­με­τώ­πι­ση των πρώ­των με­γά­λων δυ­σκο­λιών, δεν κα­θη­σύ­χα­σε ικα­νο­ποι­η­τι­κά τους ερ­γα­ζό­με­νους και το λαό για το τι μέλ­λει γε­νέ­σθαι, δεν έβαλε σαφώς το πε­ρί­γραμ­μα για ένα τα­ξι­κό και αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κό σχέ­διο εξό­δου από το ευρώ και όχι γε­νι­κώς για ένα σχέ­διο εξό­δου από το ευρώ. Δεν απά­ντη­σε με θάρ­ρος στην πε­ρί­ο­δο πριν από το δη­μο­ψή­φι­σμα ότι σε με­γά­λο βαθμό το δί­λημ­μα είναι όντως ευρώ ή εθνι­κό νό­μι­σμα, ότι χωρίς τον κρίκο του ευρώ δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει στρα­τη­γι­κή αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κής και αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής ρήξης. Δεν κι­νή­θη­κε με θάρ­ρος μέσα στην κοι­νω­νι­κή και λαϊκή δυ­να­μι­κή.

Αυτή η πλημ­μέ­λεια της Πλατ­φόρ­μας οφεί­λε­ται σε όψεις της κά­ποιας ατολ­μί­ας της και της δο­μι­κής σχε­δόν γρα­φειο­κρα­τι­κής της φο­βι­κό­τη­τας, δεν είναι ένα αυ­στη­ρά οι­κο­νο­μο­τε­χνι­κό ζή­τη­μα. Όμως, ακόμη και τώρα, παρά τις με­γά­λες δυ­σκο­λί­ες, δεν είναι αργά. Πρέ­πει να μι­λή­σου­με ανα­λυ­τι­κά στο λαό για το εναλ­λα­κτι­κό σχέ­διο και να το πα­λέ­ψου­με ως απο­κλει­στι­κή γραμ­μή εξό­δου από την κοι­νω­νι­κή κα­τα­στρο­φή.

Μετά από μια κα­τάρ­ρευ­ση της Αρι­στε­ράς και της χώρας οι συ­νο­λι­κές απα­ντή­σεις, όσο και αν είναι ανα­γκαί­ες, είναι ταυ­τό­χρο­να και δύ­σκο­λες. Η χώρα και η Αρι­στε­ρά χρειά­ζο­νται μια νέα ηγε­σία, όπως ακρι­βώς συ­νέ­βη και το 1941. Η παλιά τόσο ως κυ­βερ­νη­τι­κό κέ­ντρο -προ­σω­ρι­νό και αυτό- όσο και ως ηγε­σία του κόμ­μα­τος ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έχει πο­λι­τι­κά και ηθικά συ­μπα­ρα­συρ­θεί από την κα­τα­στρο­φή και πι­θα­νό­τα­τα θα πα­ρα­συρ­θεί από το ωστι­κό κύμα της έκρη­ξης και σε όλο και πιο κε­ντρο­α­ρι­στε­ρές ή και σκέτα κε­ντρώ­ες πο­λι­τι­κές επι­λο­γές. Δεν μας ευ­χα­ρι­στεί αυτό, αλλά δεν είναι και το βα­σι­κό μας πρό­βλη­μα. Μπο­ρού­με να προ­χω­ρή­σου­με σε κά­ποιες πρώ­τες σκέ­ψεις προς συ­ζή­τη­ση, οι οποί­ες είναι σε δια­δι­κα­σία επε­ξερ­γα­σί­ας:

Δη­μιουρ­γία ενός κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­κού με­τώ­που για να μην πε­ρά­σουν και να μην εφαρ­μο­στούν τα Υπερ­μνη­μό­νια που έρ­χο­νται. Στοι­χειώ­δης ενό­τη­τα της Αρι­στε­ράς με επί­κε­ντρο την Αρι­στε­ρά του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για να υπάρ­ξει αυτή η άμυνα στο κοι­νο­βου­λευ­τι­κό και στο κι­νη­μα­τι­κό επί­πε­δο, ιδίως όμως στο δρόμο. Ανυ­πα­κοή των βου­λευ­τών του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, που ακόμη πι­στεύ­ουν στο πρό­γραμ­μά του και που σέ­βο­νται την δυ­να­μι­κή του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, στην επι­τα­γή ψή­φι­σης της συμ­φω­νί­ας και των εφαρ­μο­στι­κών νόμων.
Δη­μιουρ­γία ενός δι­κτύ­ου αλ­λη­λο­ε­νη­μέ­ρω­σης με διε­θνή κι­νή­μα­τα και προ­σω­πι­κό­τη­τες της Αρι­στε­ράς που θα ενη­με­ρώ­σουν τις κοι­νω­νί­ες τους για τον αρ­νη­τι­κό και όχι τον δήθεν ανα­γκαίο χα­ρα­κτή­ρα της κα­τα­στρο­φι­κής αυτής συμ­φω­νί­ας. Άνοιγ­μα δια­λό­γου στη διε­θνή Αρι­στε­ρά για τον αρ­νη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα των τε­λι­κών κι­νή­σε­ων της κυ­βέρ­νη­σης. Ανα­στο­χα­σμός πάνω σε αυτήν την αρ­νη­τι­κή εμπει­ρία. Οι Podemos, ή όποιος άλλος ακο­λου­θή­σει, πρέ­πει να δια­γρά­ψουν μια ρι­ζι­κά άλλη τρο­χιά.
Κή­ρυ­ξη, στο­χευ­μέ­νη, αλ­λη­λέγ­γυα και υπεύ­θυ­νη μορ­φών κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ανυ­πα­κο­ής.
Δη­μιουρ­γία Επι­τρο­πής σε εθνι­κή κλί­μα­κα για την υπε­ρά­σπι­ση του ΟΧΙ στους δα­νει­στές και στη συμ­φω­νία και δη­μό­σιες πρω­το­βου­λί­ες προς αυτήν την κα­τεύ­θυν­ση. Συμ­με­το­χή συν­δι­κά­των, φοι­τη­τι­κών πα­ρα­τά­ξε­ων, κοι­νω­νι­κών και κι­νη­μα­τι­κών πρω­το­βου­λιών, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κών φο­ρέ­ων και ορ­γα­νώ­σε­ων, αγω­νι­στών της Αρι­στε­ράς και δη­μό­σιων δια­νο­ου­μέ­νων σε αυτήν την Επι­τρο­πή.

ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;

Υπό ομα­λές συν­θή­κες, τώρα θα ήταν η ώρα του κομ­μα­τι­κού απο­λο­γι­σμού. Τα κα­τά­φε­ρε η κυ­βέρ­νη­ση ή έχασε το τρένο; Τα κα­τά­φε­ρε το κόμμα να αντε­πε­ξέλ­θει ή έγινε ένας μι­κρός και πρα­κτι­κά ανύ­παρ­κτος ιμά­ντας με­τα­βί­βα­σης; Τα κα­τά­φε­ρε ο πρω­θυ­πουρ­γός ή έγινε ένας ανα­ξιό­πι­στος και πτω­χευ­μέ­νος ηγέ­της, ένας ανά­με­σα και μετά από τους άλ­λους; Θα έπρε­πε, λοι­πόν, να συ­γκλη­θεί η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή και να γίνει Έκτα­κτο Συ­νέ­δριο, το οποίο ανα­πό­φευ­κτα θα έπρε­πε να απα­ντή­σει και στο θέμα της ηγε­σί­ας. Μετά από μια με­γά­λη ήττα και οι ηγε­σί­ες, προ­σω­πι­κές ή συλ­λο­γι­κές, κρί­νο­νται και αξιο­λο­γού­νται. Σε κάθε στοι­χειω­δώς πο­λι­τι­σμέ­νη χώρα.

Θα ήταν καλό να γί­νουν όλα αυτά, αλλά εν­δέ­χε­ται, αν υπάρ­ξουν σκλη­ρυ­μέ­νες κομ­μα­τι­κές και κυ­βερ­νη­τι­κές απο­φά­σεις, να μην γίνει και τί­πο­τε από όλα αυτά. Κα­τά­στα­ση εκτά­κτου ανά­γκης, state of exception. Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, θα πρέ­πει όλες οι ΟΜ πα­νελ­λα­δι­κά να συ­ζη­τή­σουν για αυτό που έγινε και να λά­βουν πο­λι­τι­κές απο­φά­σεις. Θα πρέ­πει να μη δια­λυ­θεί αυτός ο πο­λι­τι­κός και ορ­γα­νω­τι­κός ιστός στα εξ ων συ­νε­τέ­θη.

Πρέ­πει, εδώ, να ει­πω­θεί ότι πι­θα­νό­τα­τα θα υπάρ­ξει πλή­ρης απα­ξί­ω­ση του κόμ­μα­τος και τε­ρά­στια αι­μορ­ρα­γία του σε μέλη και στε­λέ­χη. Η συμ­φω­νία δί­καια κρί­νε­ται από τους σ. μας ως ο από­λυ­τος αμο­ρα­λι­σμός. Αυτό ως κα­τά­στα­ση δεν απα­ντιέ­ται με γρα­φειο­κρα­τι­κές αμη­χα­νί­ες και ψέ­μα­τα. Χρειά­ζο­νται ορι­σμέ­νες βα­σι­κές αλή­θειες και απο­τρο­πές συγ­χύ­σε­ων, μια πο­λι­τι­κή αλή­θειας στο λαό του κόμ­μα­τος, αφού δεν υπάρ­χει πια το κόμμα του λαού:

Αυτή η κυ­βέρ­νη­ση δεν είναι πια μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς με τα­ξι­κό πρό­ση­μο, αλλά ούτε και μια κυ­βέρ­νη­ση πραγ­μα­τι­κής «εθνι­κής ή κοι­νω­νι­κής σω­τη­ρί­ας». Μπο­ρεί να είναι -και αυτό με έντο­νο ερω­τη­μα­τι­κό- κα­λύ­τε­ρα αυτή στο τι­μό­νι αυτήν τη στιγ­μή από μια άλλη, αλλά δεν είναι η δική μας κυ­βέρ­νη­ση. Είναι μια κυ­βέρ­νη­ση δια­χεί­ρι­σης Υπερ­μνη­μο­νί­ων, έστω και με τις «κα­λύ­τε­ρες προ­θέ­σεις». Ας σκε­φτού­με, όμως, και την τε­ρά­στια πο­λι­τι­κή το­ξι­κό­τη­τα που θα αφή­σει στην κοι­νω­νία η δια­χεί­ρι­ση των Υπερ­μνη­μο­νί­ων από αυτήν την κυ­βέρ­νη­ση, που ανα­φέ­ρε­ται στην Αρι­στε­ρά. Η άποψη ότι αυτές τις πο­λι­τι­κές πρέ­πει να τις εφαρ­μό­σουν οι φυ­σι­κοί τους εκ­φρα­στές και όχι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν είναι πα­ρά­λο­γη. Επί­σης, αν υπάρ­ξει απο­μά­κρυν­ση των υπουρ­γών της Πλατ­φόρ­μας από την κυ­βέρ­νη­ση, θα είναι και αυτό ένα βήμα προς την πα­γί­ω­ση μιας με­τα­βο­λής στην κοι­νω­νι­κή/τα­ξι­κή φύση του κυ­βερ­νη­τι­κού κέ­ντρου.
Το κόμμα ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ως πο­λι­τι­κό και ορ­γα­νω­τι­κό πλαί­σιο πε­ρι­λαμ­βά­νει ση­μα­ντι­κές κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις ακόμη, απο­λύ­τως χρή­σι­μες για μια στρα­τη­γι­κή ρι­ζο­σπα­στι­κής διε­ξό­δου. Αυτό, όμως, δεν αναι­ρεί το γε­γο­νός ότι το brandname ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έχει υπο­στεί -και δι­καιο­λο­γη­μέ­να- τε­ρά­στιο κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό δια­συρ­μό και απα­ξί­ω­ση. Ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο, ακόμη και η έν­νοια της Αρι­στε­ράς έχει υπο­στεί τε­ρά­στιο πο­λι­τι­κό και ηθικό δια­συρ­μό, ανά­λο­γο με του «1989». Δεν φτά­νει να λες είμαι αρι­στε­ρός ή αρι­στε­ρή και θα τα κάνω κα­λύ­τε­ρα εκ των γο­νι­δί­ων μου. Πρέ­πει πια να απο­δει­κνύ­εις έμπρα­κτα αυτά που λες. Ίσως, η έν­νοια του κομ­μου­νι­στή ή έστω του μαρ­ξι­στή είναι σή­με­ρα μια πιο υπε­ρα­σπί­σι­μη έν­νοια από την Αρι­στε­ρά.
Χρεια­ζό­μα­στε, είτε στο πλαί­σιο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ είτε και πέρα από αυτό, μια λο­γι­κή ανα­βάθ­μι­σης της δη­μο­κρα­τι­κής συλ­λο­γι­κής λει­τουρ­γί­ας, της αντι­γρα­φειο­κρα­τι­κής θέ­α­σης και πρω­το­βου­λί­ας, της αυ­το­ορ­γά­νω­σης. Ο πο­λι­τι­σμός της κο­ο­πτά­τσιας και του γρα­φειο­κρα­τι­σμού, ο πο­λι­τι­σμός της εκτρο­πής της λαϊ­κής βού­λη­σης, όπως έκανε ο πρω­θυ­πουρ­γός μετά το δη­μο­ψή­φι­σμα, έχει συμ­βά­λει ση­μα­ντι­κά στην πα­ρού­σα απο­διορ­γά­νω­ση και κρίση. Μπο­ρεί να συ­γκλί­νουν μαζί μας σε ένα μέ­τω­πο αγώνα άν­θρω­ποι από την κοι­νω­νία και την Αρι­στε­ρά που δεν μπο­ρού­με να φα­ντα­στού­με, όπως επί­σης και να μας εγκα­τα­λεί­ψουν άν­θρω­ποι που θε­ω­ρού­με δε­δο­μέ­νους. Μόνο μέσα από μια πλα­τιά με­τω­πι­κή συ­μπό­ρευ­ση του αγω­νι­στι­κού τμή­μα­τος της Αρι­στε­ράς μπο­ρούν να υπάρ­ξουν λύ­σεις και διέ­ξο­δοι σε ρι­ζο­σπα­στι­κή, αντι­συ­στη­μι­κή και αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Οι μορ­φές κά­ποια στιγ­μή στο άμεσο μέλ­λον θα κα­θο­ρι­σθούν ή και θα επι­νοη­θούν, καθώς η φύση απε­χθά­νε­ται το κενό.
Τέλος, μια πα­ρα­τή­ρη­ση για το ΚΚΕ. Ο δια­κη­ρυ­κτι­κός αντι­κα­πι­τα­λι­σμός του ΚΚΕ από μόνος του δεν έχει καμία αξία, όσο και αν θε­ω­ρη­τι­κά κά­ποιες επι­ση­μάν­σεις του έχουν ιστο­ρι­κό και ανα­λυ­τι­κό εν­δια­φέ­ρον. Το ΚΚΕ έχει με έναν ιδιό­τυ­πο τρόπο απο­χω­ρή­σει από την πο­λι­τι­κή σκηνή, από τη δη­μό­σια σφαί­ρα γε­νι­κώς. Δεν του επι­τρέ­πε­ται, όμως, σε καμία πε­ρί­πτω­ση, μέσα στον ανα­χω­ρη­τι­σμό του, να καλ­λιερ­γεί όχι μόνο την άρ­νη­ση στο επί­και­ρο θέμα της εξό­δου από την Ευ­ρω­ζώ­νη αλλά και τη λο­γι­κή ότι ο λαός δεν έχει κα­νέ­να μέσο, καμία λύση, καμία διέ­ξο­δο για να αμυν­θεί πέρα από το να ρί­χνει στην κάλπη ΚΚΕ. Είναι μια στάση όχι απλώς αντια­ρι­στε­ρή αλλά και μη κομ­μου­νι­στι­κή, αφού ο κομ­μου­νι­σμός δεν είναι μια θε­ω­ρη­σια­κή στάση μέσα στην κρίση αλλά «το πραγ­μα­τι­κό κί­νη­μα που ανα­τρέ­πει την υπάρ­χου­σα τάξη πραγ­μά­των».

20
CLOSE
CLOSE