Οι λέξεις «προδραστικός ειρηνισμός – proactive pacifism» ενδεχομένως να μην λέει πολλά στους περισσότερους. Για τον εθνικιστή πρωθυπουργό της Ιαπωνίας όμως, ο συγκεκριμένος όρος συνοψίζει τη «μάχη για την απελευθέρωση του ιαπωνικού έθνους από την μεταπολεμική ιστορία».

Αν μια από τις υπόλοιπες χώρες του άξονα και κυρίως η Γερμανία τολμούσε να κάνει λόγο για μάχη απέναντι στην μεταπολεμική ιστορία όλος ο κόσμος θα μιλούσε δικαίως για αναβίωση του ναζισμού. Η Ιαπωνία όμως δεν φαίνεται πλέον να φοβάται το παρελθόν της.

Εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς ανακαλύπτοντας κάθε φορά νέα «παραθυράκια» για να παρακάμπτουν το σύνταγμα που απαγορεύει ρητά την ανάπτυξη Ιαπωνικών δυνάμεων έξω από τα σύνορα της χώρας. Οι πρόσφατες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τις ΗΠΑ, που οδήγησαν σε πρωτοφανή ύψη το θερμόμετρο της έντασης με την Κίνα, αποτέλεσαν μόνο την κορυφή του παγόβουνου για την απόφαση της Ιαπωνίας να επιστρέψει στο παγκόσμιο γεωπολιτικό παιχνίδι… με πλήρη στρατιωτική εξάρτηση.

Οι στρατηγικοί συνασπισμοί που επιδιώκει το Τόκιο σε παγκόσμιο είναι ακόμη ρευστοί. Ακόμη και η αντιπαλότητα με την Κίνα δεν ήταν δεδομένη πριν από μερικά χρόνια όταν ο πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε επιχείρησε ορισμένα δειλά βήματα προσέγγισης στις σχέσεις των δυο χωρών που είχαν διαρρηχθεί επί πρωθυπουργίας Κοϊζούμι. Χρειάστηκε η δυναμική μεσολάβηση της Ουάσινγκτον ώστε η ιαπωνική διπλωματία να αλλάξει οριστικά στρατόπεδο και σήμερα να αποτελεί τον μεγαλύτερο αντίπαλο της Κίνας σε τοπικό επίπεδο.

Η ένταση βρίσκεται πλέον σε τέτοια επίπεδα ώστε δεκάδες αναλυτές να μιλούν για συνθήκες πρώτου παγκοσμίου πολέμου στις σχέσεις των δυο χωρών – μια κατάσταση δηλαδή, την οποία ακόμη και ένα ασήμαντο γεγονός θα αρκούσε για να οδηγήσει σε ολομέτωπη πολεμική σύρραξη.

Οι νέες οικονομικές και διπλωματικές βλέψεις της Ιαπωνίας όμως δεν περιορίζονται πλέον μόνο στην περιοχή του ειρηνικού Ωκεανού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθεια οικονομικής και διπλωματικής διείσδυσης στην Αφρική, η οποία δημιουργεί ένα ακόμη ανοιχτό μέτωπο με το Πεκίνο. Πριν από ένα χρόνο ο Ιάπωνας πρωθυπουργός υποσχέθηκε οικονομική βοήθεια και επενδύσεις από τον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα ύψους 32 δισεκατομμυρίων σε χώρες της Αφρικής ενώ παράλληλα έστειλε τον υπουργό Εξωτερικών να οργώνει τις χώρες από όπου περνούσαν μέλη κινέζικων αντιπροσωπειών.

Μερικές από τις πιο φτωχές χώρες του πλανήτη έβλεπαν πολυμελείς αποστολές από την Κίνα και την Ιαπωνία να προσγειώνονται, με διαφορά λίγων ημερών στα αεροδρόμιά τους υποσχόμενες επενδύσεις και συμφωνίες εμπορικής συνεργασίας. «Εμείς δεν θα χτίσουμε επαύλεις για τους πλούσιους και τους πολιτικούς αλλά θα επενδύσουμε στο ανθρώπινο δυναμικό», έλεγαν οι Ιάπωνες αξιωματούχοι καυτηριάζοντας ουσιαστικά την πολιτική των Κινέζων να προσφέρουν πολυτελέστατα δώρα στους συνεργάτες τους. «Εμείς δίνουμε χρήματα χωρίς να αναμένουμε πολιτικά ανταλλάγματα» απαντούσαν οι Κινέζοι που σημείωναν ότι εκτός από την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Αφρικής η Ιαπωνία ενδιαφέρεται να κερδίσει τις ψήφους των αφρικανικών χωρών για μια θέση στο συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ. Προχωρώντας ένα βήμα περισσότερο το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων σε τηλεγράφημά του ανέφερε ότι αποκλειστικός στόχος της επίσκεψης του Ιάπωνα πρωθυπουργού στην Αφρική είναι να «ανακόψει» την κινεζική διείσδυση στην περιοχή.

Ο ίδιος ο Άμπε πραγματοποίησε πολυήμερη περιοδεία στην Αφρική δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στο Σουδάν, το οποίο αποτελεί ένα από τα θερμότερα μέτωπα της διπλωματικής αντιπαράθεσης των ΗΠΑ με την Κίνα στην Αφρική.

Καθώς βέβαια το Τόκιο δεν μπορεί ακόμη να ανταγωνιστεί την κινεζική οικονομική διεύσδυση, η οποία έχει ξεκινήσει εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, αλλά ούτε και την αμερικανική κυριαρχία, η οποία στηρίζεται ως επί το πλείστον στην προβολή στρατιωτικής ισχύος, αναζήτησε από πολύ νωρίς συμμαχίες. Και όπως όλα δίνουν τις βρήκε στο Παρίσι.

Η ολοένα και πιο επιθετική στάση του γαλλικού στρατού στη Μαύρη Ήπειρο, με τις διαδοχικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λιβύη, το Μάλι, την Ακτή Ελεφαντοστού και την Κεντροαφρικανική δημοκρατία προξένησε το ενδιαφέρον των Ιαπώνων επιχειρηματιών και πολιτικών. Ουσιαστικά η Ιαπωνία φιλοδοξεί να λειτουργήσει σαν το «πορτοφόλι» του γαλλικού στρατού στην Αφρική με αντάλλαγμα να ενταχθεί στην γεωπολιτική ομπρέλα του Παρισιού. Μόνο για τις επιχειρήσεις στο Μάλι το Τόκιο προσέφερε στη Γαλλία 735 εκατομμύρια ευρώ ενώ αρκετοί αναλυτές πιστεύουν ότι θα βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να στηρίξει τη γαλλική εκστρατεία και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Στις αρχές Ιανουαρίου οι δυο χώρες δημιούργησαν μια κοινή επιτροπή Άμυνας και Εξοπλισμών που θα επιβλέπει τη συνεργασία και τις εξαγωγές αμυντικών συστημάτων προς την Ιαπωνία. Η χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου έχει ήδη εκφράσει ενδιαφέρον για την αγορά υπερσύγχρονων στρατιωτικών ελικοπτέρων και μη επανδρωμένων υποβρυχίων από την γαλλική πολεμική βιομηχανία. Ένα χρόνο νωρίτερα, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Γάλλου προέδρου, Φρανσουά Ολάντ, στο Τόκιο οι δυο χώρες είχαν συμφωνήσει τη μεταφορά γαλλικής τεχνογνωσίας και εξοπλισμού για πυρηνικά εργοστάσια και κοινά προγράμματα κατασκευής οπλικών συστημάτων.

Η συνεργασία Τόκιο – Παρισιού ίσως θυμίζει το παλαιότερο modus operandi μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας, όπου το Βερολίνο λειτουργούσε σαν οικονομική ατμομηχανή και η Γαλλία προσέφερε την στρατιωτική της ισχύ και την σφαίρα επιρροής που διατηρούσε στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πάντως η Ιαπωνία, αν και επιθυμεί να εξαπλώσει τα διπλωματικά της φτερά από την Ευρώπη έως και τη Λατινική Αμερική, δεν φαίνεται να τα καταφέρνει εξίσου καλά και στις σχέσεις της με τη Βερολίνο. Η γερμανική διπλωματία, εμμέσως πλην σαφώς έχει τοποθετηθεί υπέρ της Κίνας για τα διαμφισβητούμενα νησιά Σενκάκου/ Ντιαογιού που αποτελούν το μήλον της έριδος στις σχέσεις Τόκιο – Πεκίνου και η Ιαπωνική κυβέρνηση δεν δείχνει διατεθειμένη να τη συγχωρέσει.

Σε κάθε περίπτωση για τη Γερμανία και τη Γαλλία η κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης στην Ασία αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αυξήσουν τις πωλήσεις όπλων στην περιοχή. Το γερμανικό περιοδικό Spiegel έκανε ανοιχτά λόγο για τις «μεγάλες μπίζνες» που ετοιμάζει η γερμανική πολεμική βιομηχανία στον ειρηνικό ωκεανό. Σύμφωνα με πρόσφατες εκθέσεις του σουηδικού κέντρου ερευνών, τρεις από τους πέντε μεγαλύτερους αγοραστές όπλων του πλανήτη (η Κίνα, η Νότια Κορέα και η Σιγκαπούρη) βρίσκονται στην περιοχή του Ειρηνικού. Και η Ιαπωνία θα αποτελέσει σύντομα έναν από τους καλύτερους αγοραστές στην περιοχή.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Ιανουάριος 2014

20
CLOSE
CLOSE