Ογδόντα χρόνια συμπληρώνονται αυτές τις ημέρες από το θάνατο του «Λόρενς της Αραβίας». Όχι βέβαια του ρομαντικού επαναστάτη, που μας παρουσίασε στην μεγάλη οθόνη ο Πίτερ Ο’Τούλ με την ομώνυμη ταινία του 1962, αλλά του Βρετανού πράκτορα Τόμας Εντουαρντ Λόρενς, που έδρασε στα εδάφη της Συρίας στις απαρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Του ανθρώπου δηλαδή που ανέλαβε να ενώσει ομάδες ατάκτων εναντίον της παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με απώτερο στόχο να προσφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο ευνοϊκές συνθήκες για τον έλεγχο των πετρελαϊκών κοιτασμάτων που είχαν ανακαλυφθεί στην περιοχή πριν από μερικά χρόνια.

Αν ζούσε σήμερα ο Λόρενς της Αραβίας πιθανότατα θα βρισκόταν και πάλι στα περίχωρα της Δαμασκού, επιχειρώντας να ενώσει τις δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης απέναντι στο καθεστώς του Άσαντ. Το ερώτημα είναι για λογαριασμό ποιων μεγάλων δυνάμεων θα εργαζόταν αφού η Τουρκία – το διάδοχο σχήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – δεν θα ήταν πλέον εχθρός αλλά σύμμαχός του.

Τις τελευταίες εβδομάδες έγινε γνωστό ότι η Άγκυρα προχωρά σε μια ανίερη συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία με στόχο την όσο το δυνατόν συντομότερη ανατροπή του Ασαντ στη Συρία. Η προσέγγιση πραγματοποιείται σε ένα πολύ ασταθές περιβάλλον όπου κυριαρχούν νέα δεδομένα στα πεδία των μαχών. Καταρχήν οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν χάσει σημαντικό τμήμα των εδαφών, που κατέλαβαν πριν από περίπου ένα χρόνο, και παρά το γεγονός ότι το καθεστώς δεν βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο άμεσης κατάρρευσης – όπως υποστηρίζουν δυτικά μέσα ενημέρωσης – αντιμετωπίζει μια από τις δυσκολότερες στιγμές από την έναρξη του εμφυλίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πληροφορίες του γαλλικού πρακτορείου ειδήσεων ότι το Ριάντ επιχειρεί να συνενώσει το σύνολο των ανταρτών που μάχονται το καθεστώς Άσαντ και για το λόγο αυτό θα διοργανώσει μεγάλη συνάντηση εκπροσώπων τους στα μέσα Ιουνίου. Καταλύτη σε αυτή την προσπάθεια αποτελεί το γεγονός ότι η Σαουδική Αραβία δεν αντιμετωπίζει πλέον την μουσουλμανική αδελφότητα σαν εχθρό και έτσι μπορεί να ανεχθεί τη συνένωση δυνάμεων που μέχρι πρότινος μάχονταν μεταξύ τους. Αυτή η εξέλιξη όμως, στα πεδία των μαχών φέρνει πολύ πιο κοντά και τους βασικούς «χορηγούς» των αντάρτικων ομάδων, δηλαδή την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.

Όπως εξηγούσαν πρόσφατα αναλυτές της επιθεώρησης γεωστρατηγικών μελετών Stratfor (που συνδέεται με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και κυρίως την CIA) η νέα συμμαχία της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να έχει βάθος χρόνου καθώς και οι δυο δυνάμεις δίνουν μάχη για την κυριαρχία στη Μέση Ανατολή. Σε επίπεδο τακτικής όμως, η προσέγγιση είναι αρκετή για να ανατρέψει ισορροπίες δεκαετιών στην περιοχή. Το Ριάντ γνωρίζει ότι δεν μπορεί να ελέγξει αποτελεσματικά τον πόλεμο στη Συρία εάν η Άγκυρα δεν επιβάλλει αυστηρό έλεγχο στα σύνορά της (πρακτικά δηλαδή να επιτρέπει την είσοδο οπλισμού για τους αντάρτες και να τους προσφέρει προσωρινό καταφύγιο όταν δέχονται επιθέσεις από τις κυβερνητικές δυνάμεις). Η Τουρκία είναι επίσης η μόνη γειτονική δύναμη της Συρίας που μπορεί να αναπτύξει άμεσα στρατεύματα και μέσα στο συριακό έδαφος – με πιθανότερο σενάριο τη δημιουργία μιας μεγάλης «ζώνης ασφαλείας» στην οποία ουσιαστικά θα λειτουργεί σαν στρατός κατοχής.

Από την πλευρά της η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά, από τα χρόνια του Λόρενς της Αραβίας, ότι δεν έχει καμία ελπίδα να επηρεάσει τις εξελίξεις σε μια αραβική χώρα εάν δεν έχει εξασφαλίσει τη συνεργασία μιας άλλης αραβικής δύναμης.

Το μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό η Ουάσιγκτον θα στηρίξει ή θα ανεχθεί αυτή την ανίερη συμμαχία των δυο στρατηγικών της συμμάχων σε περίπτωση που αποφασίσουν να λάβουν πιο ενεργή στρατιωτική δράση. Παρά το γεγονός ότι οι τρείς χώρες μοιράζονται τον ίδιο στόχο, της ανατροπής του Ασαντ, οι ΗΠΑ μετρίασαν αρκετές φορές την επιθετικότητά τους για δυο κυρίως λόγους: Καταρχήν γιατί συνάντησαν σφοδρότατες αντιδράσεις από δυτικούς συμμάχους τους και από το παγκόσμιο αντιπολεμικό κίνημα. Κατά δεύτερον γιατί η προσωρινή έστω προσέγγιση με το Ιράν αλλά και η προσπάθεια να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και την προσοχή τους απέναντι στη Ρωσία, άφηνε τη Συρία σε δεύτερη μοίρα.

Επίσης η Ουάσιγκτον, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν ενίσχυσε ομάδες τζιχαντιστών γνωρίζει πολύ καλά ότι αν η ανατροπή του Ασάντ επέλθει με πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας, ολόκληρη η χώρα μπορεί να περάσει στον έλεγχο ακραίων ισλαμικών δυνάμεων. Ο κίνδυνος δημιουργίας ενός νέου Αφγανιστάν στην καρδιά της Μέσης Ανατολής είναι πιο υπαρκτός από ποτέ καθώς οι συνθήκες προσομοιάζουν αυτές που επικρατούσαν εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 90. Όσο τεράστια και αν είναι η ευθύνη της Ουάσιγκτον για την ανθρωποσφαγή στην περιοχή, στόχος την ήταν η επιβολή μιας (έστω και ψευδεπίγραφής) δημοκρατικής κυβέρνησης, η οποία βέβαια θα έπρεπε να λειτουργεί σαν μαριονέτα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Όσο όμως αυξάνεται η εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας ακόμη και αυτό το σενάριο απομακρύνεται.

Για τις χώρες της Μεσογείου και ιδίως την Ελλάδα η προσωρινή έστω συμμαχία της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία μπορεί να έχει καταστροφικές επιπτώσεις σε πολλά επίπεδα, κυρίως όμως θα αυξήσει την αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή ενώ θα γιγαντώσει τις ροές προσφύγων προς τα σύνορα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Τουρκία φιλοξενεί ήδη σχεδόν δυο εκατομμύρια Σύρους πρόσφυγες και ακόμη και αν ήταν διατεθειμένη να αυξήσει αυτό τον αριθμό (ως παράπλευρο κόστος των στρατιωτικών της επιχειρήσεων) είναι αμφίβολο ότι μπορεί να το καταφέρει πρακτικά.

Ο σύγχρονος Λόρενς της Αραβίας, λοιπόν, ο οποίος επιχειρεί να συνενώσει ομάδες ανταρτών για να περάσει τις πύλες της Δαμασκού δεν είναι κάποιος απόφοιτος βρετανικού πανεπιστημίου. Ούτε φυσικά ενδιαφέρεται να ανατρέψει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για την ακρίβεια έρχεται σαν άνθρωπος της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας για να μετατρέψει ότι απέμεινε από την ηρωική εξέγερση του συριακού λαού σε έναν εφιάλτη με πρωταγωνιστές τζιχαντιστές που μάχονται άλλοτε με την στήριξη και άλλοτε με την ανοχή δυτικών δυνάμεων.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Μάιος 2015

20
CLOSE
CLOSE