Πέτρος Παπακωνσταντίνου
iskra.gr
Αισθήματα ανακούφισης κυριαρχούν στα μητροπολιτικά κέντρα του διεθνούς συστήματος. Αν το 2016 έφερε τα διαδοχικά σοκ του Brexit, της νίκης Τραμπ και του ιταλικού δημοψηφίσματος, το 2017 διαγράφεται ως χρονιά επανασταθεροποίησης.

Μετά τη συγκράτηση της Ακροδεξιάς στις εκλογές της Αυστρίας και της Ολλανδίας, ήρθε η πολύ σημαντικότερη νίκη του «κεντρώου» Μακρόν στη Γαλλία. Ενός πολιτικού που διακτινίστηκε από το τίποτα στο Ελιζέ, βάζει το χέρι στην καρδιά, μιμούμενος τους Αμερικανούς προέδρους, στην ανάκρουση της Μασσαλιώτιδας και υποβάλλει, την επομένη της εκλογής του, τα διαπιστευτήριά του στην κ. Μέρκελ, στο Βερολίνο.

Οι οπαδοί της πλανητικής Ορθοδοξίας αναπτερώθηκαν και από την έκβαση των βρετανικών εκλογών. Η Τερέζα Μέι είναι ήδη πρωθυπουργός με ημερομηνία λήξης και ο αντικαταστάτης της, με ή χωρίς νέες εκλογές, πιθανότατα θα πειθαναγκαστεί να εγκαταλείψει το «σκληρό Brexit» και να κρατήσει τη Βρετανία τουλάχιστον στην Ενιαία Αγορά.

Όσο για τον Τραμπ, έχει ήδη τεθεί σε καραντίνα και είναι αμφίβολο αν ελέγχει πολλά πράγματα, πέρα από τον προσωπικό λογαριασμό του στο Twitter, στις ατέλειωτες, μοναχικές ώρες του, στη Δυτική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου. Για την απίθανη περίπτωση που θα τα στυλώσει σε καίρια ζητήματα, η Δαμόκλειος Σπάθη της καθαίρεσης, είτε ως ενεργούμενου της Μόσχας, είτε και ως μισότρελου, κρέμεται διαρκώς πάνω από το κεφάλι του. Τα φαντάσματα του δεξιού και αριστερού «λαϊκισμού» έχουν εξορκιστεί και τα χρόνια της οργής φαίνεται να είναι πίσω μας- ή μήπως όχι;

Στο πολιτικό επίπεδο, οι πανηγυρισμοί για «επιστροφή στην κανονικότητα» ακούγονται τουλάχιστον πρόωροι. Είναι αλήθεια ότι οι πρόσφατες αναμετρήσεις επιβεβαίωσαν την τάση των πολιτών να καταβροχθίζουν τις κυβερνώντες, ακόμη κι αν αυτοί ενδύονται τη λεοντή των «αντισυστημικών»- αλλά τίποτα περισσότερο. Στην πιο πρόσφατη περίπτωση της Βρετανίας, δεν έχασε το Brexit, καθώς όλα τα κόμματα- με μόνη εξαίρεση τους Φιλελεύθερους που πάτωσαν, παρότι υποστηρίχθηκαν ανοιχτά από τον Τόνι Μπλερ- το αποδέχονταν ως τετελεσμένο. Δεν έχασαν ούτε καν οι Συντηρητικοί, που αύξησαν το ποσοστό τους κατά 5,5% σε σύγκριση με τις προγούμενες εκλογές. «Απλώς» εκτινάχθηκαν οι Εργατικοί του Τζέρεμι Κόρμπιν, με ένα πρόγραμμα αντιλιτότητας και εθνικοποιήσεων, που θα το χαρακτηρίζαμε σοσιαλδημοκρατικό τη δεκαετία του 1970, αλλά φαντάζει σχεδόν επαναστατικό στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου και αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού.

Για κάθε σκεπτόμενο αριστερό, το γρήγορο ξεφούσκωμα του δεξιού, εθνικιστικού ρεύματος δεν μπορεί, βέβαια, να προκαλεί μελαγχολία- γιατί μόνο η ακραία απελπισία θα οδηγούσε κάποιον να σκεφτεί ότι ένας Τραμπ, μία Μέι ή ακόμη και μια Λεπέν θα μπορούσαν να δράσουν ως χρήσιμοι ηλίθιοι, που θα μας απαλλάξουν από τους βρόχους της παγκοσμιοποίησης, της ΕΕ και των Μνημονίων. Άλλο τόσο, η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να προκαλεί έκπληξη σε όσους διέκριναν στοιχειωδώς ρεαλιστικά τα ιστορικά και ταξικά χαρακτηριστικά αυτού του ρεύματος.

Όπως ο νεοφιλελευθερισμός υπήρξε η αστική, αντιδραστική απάντηση στην εξάντληση του προηγούμενου, Κεϋνσιανού καθεστώτος κεφαλαιακής συσσώρευσης, η οποία εκδηλώθηκε ανάγλυφα με την κρίση της δεκαετίας του 1970, έτσι και το νέο ρεύμα του δεξιού εθνικισμού- προστατευτισμού αποτελεί απόπειρα αστικής, αντιδραστικής απάντησης στην εξάντληση του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού και της χρηματοποίησης, που οδήγησε στη δραματική κρίση του 2008.

Τα «αιρετικά» αστικά ρεύματα έγιναν πιο ισχυρά σε ΗΠΑ και Βρετανία γιατί οι δύο τελευταίες παγκόσμιες αυτοκρατορίες αφ’ ενός μεν αισθάνονταν με πιο έντονο τρόπο την πίεση των αναδυόμενων δυνάμεων που επωφελούνταν από την παγκοσμιοποίηση- κυρίως Γερμανία και Κίνα- αφ΄ετέρου δε γιατί συγκέντρωναν την κρίσιμη (οικονομική, στρατιωτική και πολιτιστική) μάζα της «Αγγλόσφαιρας» που θα τους επέτρεπε να αναζητήσουν πιο εύκολα βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις.

Η καίρια διαφορά με τη στροφή του Ρίγκαν και της Θάτσερ είναι ότι, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός είχε ήδη αναδειχθεί σε συγκροτημένο, συνεκτικό σύστημα ύστερα από δεκαετίες επώασης και ωρίμανσης στα αστικά επιτελεία, οι θιασώτες του νέου, δεξιού εθνικισμού- προστατευτισμού δίνουν την εικόνα μαθητευόμενων μάγων. Ξέρουν τι δεν θέλουν, αλλά δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν και πώς θα το πετύχουν. Ο κύριος λόγος γι αυτό βρίσκεται στις βαθειές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην παγκόσμια οικονομία στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας και οι οποίες καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την προσφυγή σε κάποιου είδους προστατευτισμό.

Η σημερινή παγκοσμιοποίηση δεν συνίσταται απλώς στη διασύνδεση εθνοκεντρικών καπιταλισμών μέσω της παγκόσμιας αγοράς, στη μείωση των εμπορικών φραγμών ή ακόμη και στις πολυεθνικές επιχειρήσεις παλαιού τύπου (πολυκλαδικών μονοπωλίων με έδρα σε μία χώρα, συνήθως μητροπολιτική και θυγατρικές σε διάφορες άλλες). Το ποιοτικά νέο στοιχείο της «παγκοσμιοποίησης 2.0» είναι η διεθνοποίηση της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, η δημιουργία διεθνών αλυσίδων κατακερματισμένης παραγωγής του ενός ή του άλλου προϊόντος (ιδίως στις τεχνολογίες αιχμής) που διατρέχουν ολόκληρη σειρά χωρών. Το iphone σχεδιάζεται και ελέγχεται στην Κοιλάδα του Πυριτίου, αλλά συναρμολογείται στην Κίνα, με εξαρτήματα που έχουν παραχθεί σε δεκάδες χώρες. Όποιος από τους μεγάλους διεθνείς παίκτες σπάσει αυτές τις αλυσίδες, κινδυνεύει να πυροβολήσει τα ίδια τα πόδια του.

Επόμενο είναι οι πολιτικοί εκπρόσωποι του δήθεν «αντισυστημικού», δεξιού, εθνικιστικού ρεύματος να τρομοκρατούνται από τις επιπτώσεις των ίδιων των διστακτικών επιλογών τους και να αναδιπλώνονται άτακτα, δίνοντας μια εικόνα τραγελαφικής σύγχυσης στους «επάνω» και προδοσίας των δημαγωγικά φιλολαϊκών υποσχέσεων στους «κάτω». Ο Τραμπ φτιάχνει μια κυβέρνηση στρατηγών και δισεκατομμυριούχων που αποδομεί τη (μισή) μεταρρύθμιση Ομπάμα στην Υγεία, αλλά ανακρούει πρύμνα έναντι της Κίνας και της Γερμανίας. Η Μέι ανακοινώνει επιβαρύνσεις στους ηλικιωμένους για την ασφάλιση υγείας στη μέση της προεκλογικής περιόδου. Και η Λεπέν, επιδιώκοντας την ανοχή του συστήματος στη στρατηγική της επιδίωξη να αναδειχθεί στον νέο, βασικό πόλο της γαλλικής Δεξιάς, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη θέση για έξοδο από το ευρώ.

Τούτων δοθέντων, οδεύουμε όχι προς μια μακροπρόθεσμα βιώσιμη επανασταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος, αλλά προς την αποσταθεροποίηση και των αστικών, εναλλακτικών απαντήσεων στην κρίση του- κάτι που μπορεί να σημάνει ακόμη πιο δραματικές, αν και διαφορετικού τύπου, ανατροπές στο όχι μακρινό μέλλον. Με τον κίνδυνο να γίνουμε πληκτικοί, θα επαναλάβουμε ότι η εποχή μας θυμίζει αυτό που ο Γκράμσι χαρακτήριζε ως interregnum, δηλαδή μεσοβασιλεία ή μεσοδιάστημα: μια αρκετά παρατεταμένη περίοδος, όπου η παλιά τάξη πεθαίνει, αλλά δεν έχει ακόμη πεθάνει και η καινούργια πασχίζει να γεννηθεί, αλλά δεν έχει ακόμη εμφανιστεί. Σε τέτοιες εποχές, έγραφε ο Γκράμσι, οι συνήθεις αιτιακές σχέσεις αναστέλλονται, το απρόβλεπτο εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη και πολλά «νοσηρά συμπτώματα» εμφανίζονται.

Οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία είναι πιθανό να καταλύσουν θετικά αυτές τις τάσεις. Στο κύριο άρθρο του, στο τελευταίο τεύχος της Le Monde Diplomatique, ο διευθυντής του γνωστού περιοδικού, Σερζ Αλιμί, παραλληλίζει τη σημερινή φάση με τα «τρελλά χρόνια» της δεκαετίας του 1920- περίοδο ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικής σταθεροποίησης του διεθνούς καπιταλισμού, η οποία ανακόπηκε βίαια με το κραχ του 1929 και όσα Αποκαλυπτικά και κοσμογονικά ακολούθησαν.

Σήμερα, είναι γεγονός ότι η χρόνια κρίση υπερσυσσώρευσης που εκδηλώθηκε δραματικά το 2008 έχει εν μέρει εκτονωθεί με τη μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, ότι τα μητροπολιτικά μέτρα έχουν δημιουργήσει αποτελεσματικότερους μηχανισμούς άμυνας και ότι η οικονομική μεγέθυνση σε ΗΠΑ και Ευρώπη έχει επανέλθει σε όχι αξιοζήλευτους, πάντως αρκετά ταχύτερους από πριν ρυθμούς. Ωστόσο τα σοβαρά, δομικά προβλήματα- χρέος, δραματικές ανισορροπίες στα ισοζύγια, τράπεζες- ζόμπι (ειδικά στην Ιταλία, τον μεγάλο αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης) κ.α.- δεν έχουν αντιμετωπιστεί, αντίθετα επιδεινώνονται, έστω κι αν έχουν μπει κάτω από το χαλί. Η άνοδος των χρηματιστηρίων χωρίς αντιστοιχία με τα επιχειρηματικά κέρδη, οι νέες φούσκες στις αγορές ακινήτων και η υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα επιχειρήσεων και κρατών προοιωνίζονται μια νέα, διεθνή κρίση, την έκταση και τον χρόνο της οποίας δεν μπορούμε, βέβαια, να προβλέψουμε. (Οι συντονισμένες κινήσεις των Κεντρικών Τραπεζών για αύξηση των επιτοκίων και συρρίκνωση της ποσοτικής επέκτασης αποτελούν προληπτικά μέτρα εν όψει ακριβώς του ενδεχόμενου της νέας κρίσης).

Στο μεσοδιάστημα που διανύουμε, οι λαοί μεταβολλίζουν τις πλούσιες εμπειρίες που συσσώρευσαν από τα βάσανα, τα κινήματα, τις πολιτικές απόπειρες αλλαγής και τις αποτυχίες της προγούμενης περιόδου. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκονται σε κατάσταση αφασίας ή απόλυτης παράδοσης, όπως με μεγάλη ευκολία λέγεται και γράφεται από ανθρώπους που προβάλλουν στην κοινωνία τη δική τους πολιτική ή προσωπική αποθάρρυνση. Άφθονα διεθνή παραδείγματα δείχνουν ότι η κρίση της πολιτικής είναι κρίση από την πλευρά της προσφοράς, όχι από εκείνη της λαϊκής ζήτησης.

Η «επιστροφή των καταπιεσμένων» από το περιθώριο στο κέντρο της πολιτικής αποτελεί ένα από τα πιο ελπιδοφόρα χαρακτηριστικά της περιόδου. Οι νέοι και οι μεγαλύτεροι, κυρίως των εργατικών- λαϊκών στρωμάτων, που είχαν απογοητευθεί από την πολιτική και απείχαν από κάθε σχετική διαδικασία, είναι αυτοί που χάρισαν τη μεγάλη εκτίναξη στον Κόρμπιν, όπως και στον Μελανσόν και τον Σάντερς. Όχι γιατί είχαν τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιον «Μεσσία», αλλά γιατί είδαν στα προγράμματα, τα πολιτικά ρεύματα και τις προσωπικότητές τους τα εργαλεία για να σώσουν ό,τι μπορούν να σώσουν και να αρχίσουν να διεκδικούν ξανά ένα διαφορετικό μέλλον.

Χίλιες δυο κριτικές παρατηρήσεις θα μπορούσε να εγείρει κανείς γιαυτά τα αντιφατικά πολιτικά φαινόμενα και κοινωνικά κινήματα- τον «υδραργυρικό» χαρακτήρα τους, την έλλειψη σταθερότητας και συνέχειας, τις προγραμματικές ανεπάρκειες και κυρίως την έλλειψη ενός αρθρωμένου, πολυτασικού πολιτικού φορέα των υποτελών τάξεων. Θέλουμε να πιστεύουμε, όμως, ότι αποτελούν μόνο πρόδρομα φαινόμενα ελπιδοφόρων ανατροπών, τις οποίες καλούμαστε όλοι να συνδιαμορφώσουμε, εγκαταλείποντας άγονες εμμονές και περιχαρακώσεις.