Το κείμενο δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2012 στο περιοδικό Επίκαιρα. Από τότε ο αριθμός των μοναχών που πυρπολήθηκαν ανέβηκε σύμφωνα με πληροφορίες στους 89.

Ο Σεράμπ, ένας 20χρονος βουδιστής μοναχός από το Θιβέτ λούστηκε γρήγορα με βενζίνη και έβαλε φωτιά στον εαυτό του. Φωνάζοντας συνθήματα εναντίον της κινεζικής κυριαρχίας ξεψύχησε ύστερα από μερικά λεπτά. Έντρομοι αστυνομικοί έτρεξαν να μαζέψουν το πτώμα του ώστε να μην μπορέσουν οι συγγενείς να πραγματοποιήσουν την κηδεία, η οποία θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια ακόμη διαδήλωση εναντίον του Πεκίνου.

Η είδηση δεν θα αποτελούσε ούτε μονόστηλο στις σελίδες του διεθνούς Τύπου εάν ο Σεράμπ δεν ήταν ο 30ός μοναχός που αυτοπυρπολείται τους τελευταίους μήνες. Και ίσως ακόμη και έτσι να μην πραγματοποιούσε τόσο θόρυβο εάν αρκετοί από αυτούς τους μοναχούς δεν ζούσαν τα τελευταία χρόνια στην Ινδία. Οι φλόγες των μοναχών, όμως, απειλούν να πυροδοτήσουν ένα νέο κύκλο έντασης ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Πεκίνο αλλά και τις δυο οικονομικές υπερδυνάμεις της περιοχής – την Κίνα και την Ινδία.

Καθώς ο Δαλάι Λάμα έχει δηλώσει από το καλοκαίρι ότι εγκαταλείπει τα πολιτικά του καθήκοντα οι διεργασίες για τη διαδοχή θα μετατρέψουν και πάλι το Θιβέτ σε ένα πιόνι ανάμεσα σε πανίσχυρα κέντρα γεωπολιτικών συμφερόντων. Ούτως η άλλως το βουδιστικό καταφύγιο των Ιμαλάϊων παίζει αυτό το ρόλο εδώ και αιώνες.

Από την βρετανική αυτοκρατορία στη CIA


Από τις αρχές του 19ου αιώνα η Βρετανική αυτοκρατορία και η τσαρική Ρωσία έχουν μετατρέψει το Θιβέτ σε ένα πιόνι για την κυριαρχία στην κεντρική Ασία.

Η σύγχρονη ιστορία της περιοχής ξεκινά τον Οκτώβριο του 1950 όταν η Κίνα εισβάλλει και καταλαμβάνει το Θιβέτ το οποίο θεωρεί τμήμα της κινεζικής επικράτειας. Ο κινεζικός στρατός σκοτώνει χιλιάδες Θιβετιανούς. Οι ευγενείς της περιοχής όμως αλλά και ένα τμήμα του πληθυσμού συμμαχούν με το Πεκίνο. Η ένοπλη αντίσταση στην κινεζικη κατοχή είναι καταδικασμένη, μέχρι τη στιγμή που η CIA αποφασίζει να προσφέρει μια… μικρή βοήθεια. Ο αδελφός του Δαλάι Λάμα έρχεται σε επαφή με τη Ουάσινγκτον και σύντομα φτάνουν στην περιοχή αμερικανικά όπλα και χρήματα. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60 Θιβετιανοί αντάρτες εκπαιδεύονται στο αμερικανικό στρατόπεδο Καμπ Χέιλ του Κολοράντο το οποίο παρουσιάζει παρεμφερές ορεινό τοπίο, θερμοκρασία και κλιματολογικές συνθήκες με το Θιβέτ . Οι Θιβετιανοί έφταναν εδώ με λεωφορεία και εκπαιδεύονταν σε αυτή την περιοχή που βλέπετε. Η περιοχή ήταν αποκλεισμένη και φρουρούνταν από στρατιωτική αστυνομία.

Το 1959 οι αντάρτες αισθάνονται έτοιμοι να επιτεθούν στον κινεζικό στρατό. αλλά η επιχείρησή τους πνίγεται τελικά στο αίμα – όπως και όλες οι επόμενες. Η αμερικανική κυβέρνηση με τις πράξεις της αποδεικνύει τότε ότι δεν είναι διατεθειμένη να κλιμακώσει την ένταση με το Πεκίνο, παρόλα αυτά θα συνεχίσει να εξοπλίζει μαχητές στο Θιβέτ. Όπως θα γίνει αργότερα γνωστό, από μυστική επιστολή της CIA με ημερομηνία 9 Ιανουαρίου του 1964, οι επιχειρήσεις της CIA στο Θιβέτ περιλαμβάνουν, πολιτικές δράσεις, προπαγάνδα και παραστρατιωτικές επιχειρήσεις. Στην ίδια επιστολή μάλιστα περιλαμβανόταν και ο… λογαριασμός. Το κόστος υποστήριξης 2.100 ανταρτών με έδρα το Νεπάλ ανερχόταν στα 500.000 δολάρια, τα έξοδα του μυστικού προγράμματος εκπαίδευσης στο Κολοράντο τις 400.000 δολάρια ενώ ο ίδιος ο Δαλάι Λάμα έλαβε «επιδότηση» 180.000 δολαρίων.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα θα τερματιστεί στη δεκαετία του ’70 όταν ο Χένρι Κίσσινγκερ εγκαινιάζει την περίφημη διπλωματία του Πινγκ Πονγκ με στόχο να χρησιμοποιήσει το Πεκίνο ως ανάχωμα για την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής στην Ασία.

Έκτοτε η Δύση συνέχισε να θυμάται το Θιβέτ μόνο όταν υπήρχαν εντάσεις στις σχέσεις με την Κίνα. Μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η αμερικανική NED -που χρηματοδοτείται από το Κογκρέσο – τροφοδοτούν το διεθνή τύπο με πληροφορίες σχετικά με το Θιβέτ. Πρόκειται συχνά για τις ίδιες μη κυβερνητικές οργανώσεις που χρηματοδότησαν τις πολύχρωμες εξεγέρσεις  στην Ουκρανία και τη Γεωργία.

Για άλλη μια φορά όμως η συγκεκριμένη «προπαγάνδα» εδράζεται σε πραγματικά δεδομένα. Το Πεκίνο καταπιέζει τον ντόπιο πληθυσμό του Θιβέτ ενώ έχει ήδη καταφέρει να αλλοιώσει τα εθνολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής με την αποστολή χιλιάδων εποίκων από διαφορετικές περιοχές της κινεζικής επικράτειας. Οι αντιδράσεις των ντόπιων αντιμετωπίζονται με τρομακτική αγριότητα από τις δυνάμεις καταστολής.

Παρόμοιες καταστάσεις όμως παρατηρούνται και σε άλλες κινεζικές επαρχίες με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την επαρχία Ξινγιάνγκ, όπου κατοικούν εκατομμύρια τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι. Η επαρχία Ξινγιάνγκ είναι πλούσια σε κοιτάσματα πετρελαίου ενώ αποτελεί κομβικό σημείο για τους αγωγούς που θα μεταφέρουν κοιτάσματα από την Κασπία στη διψασμένη αγορά τη Κίνας αλλά και της Ιαπωνίας.

Παρόλα αυτά από το 2001, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν και κατέλαβαν το Αφγανιστάν η Ουάσινγκτον φάνηκε διατεθειμένη να εξαγοράσει την ανοχή της Κίνας προσφέροντας ως αντάλλαγμα τη δική της σιωπή για ό,τι συνέβαινε στην επαρχία Ξινγιανγκ.

Ο παράγοντας Ινδία

Η κατάσταση για το καθεστώς του Θιβέτ φαίνεται πάντως να περιπλέκεται τα τελευταία χρόνια και ανάμεσα στην Κίνα και την Ινδία. Καθώς οι δυο αναδυόμενες οικονομικές αυτοκρατορίες αναζητούν τον «ζωτικό» τους χώρο στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας, οι βουδιστές μοναχοί των Ιμαλάϊων φαίνεται πως ξαναμπαίνουν, με ή παρά τη θέλησή τους, στη μεγάλη γεωστρατηγική σκακιέρα.

Η Ινδία δεν κρύβει την ανησυχία της για την ενίσχυση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων και πολύ περισσότερο για την ολοένα στενότερη συνεργασία του Πεκίνου με παραδοσιακούς εχθρούς του Νεου Δελχί όπως το Πακιστάν, η Μυανμάρ και η Σρι Λάνκα. Από την πλευρά του το Πεκίνο δυσφορεί με την ανάπτυξη ινδικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, που θα μπορούσαν να πλήξουν κινεζικό έδαφος – και συνεπώς ανατρέπουν τις ισορροπίες στρατιωτικής ισχύος στην περιοχή – αλλά και με τις έρευνες για πετρέλαιο που πραγματοποιεί η Ινδία στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Επίσης οι δυο χώρες έχουν οδηγηθεί το 1962 σε πολεμική σύγκρουση για την διαμφισβητούμενη επαρχία του Αρουνατσάλ Πραντές. Σήμερα το βόρειο τμήμα της επαρχίας, που συνορεύει με το Θιβέτ εξακολουθεί να προκαλεί εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Καθώς η Ινδία φιλοξενεί εδώ και χρόνια την έδρα του Δαλάι Λάμα ενώ στη χώρα ζουν και περίπου 100.000 θιβετιανοί, το ζήτημα μπορεί να μετατραπεί ανά πάσα στιγμή σε αφορμή για το ξέσπασμα μιας διπλωματικής κρίσης μεταξύ των δυο χωρών. Η πρώτη τροχιοδεικτική βολή μιας τέτοιας αντιπαράθεσης έπεσε πριν από μερικούς μήνες όταν το Πεκίνο απείλησε να διακόψει επίσημες συνομιλίες των δυο χωρών εάν η Ινδία δεν απαγόρευε την πραγματοποίηση ενός βουδιστικού συνεδρίου στο οποίο θα συμμετείχε και ο Δαλάι Λάμα.

Με ή παρά τη θέλησή τους οι βουδιστές μοναχοί του Θιβέτ τοποθετούνται στο κέντρο μιας διαμάχης που αναμένεται να κλιμακώνεται διαρκώς καθώς οι νέοι συσχετισμοί οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος αλλάζουν τα δεδομένα σε ολόκληρη την Ασία.

Άρης Χατζηστεφάνου

Επίκαιρα 25/4/2012