Το τελευταίο βιβλίο του Βρετανού καθηγητή Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Ο Μαρξ, το “Κεφάλαιο” και η τρέλα του οικονομικού λόγου», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος.

Πρόκειται για μια παρουσίαση του “Κεφαλαίου” με απλούς και κατανοητούς όρους, από έναν εκ των πιο επιφανών σύγχρονων μελετητών του Καρλ Μαρξ. Η ελληνική έκδοση είναι σε μετάφραση της Εύης Νεοκοσμίδου και υπό την επιστημονική επιμέλεια του Σπύρου Μαρκέτου.

Το INFO-WAR έχει την χαρά να δημοσιεύσει δύο αποσπάσματα από το βιβλίο του Χάρβεϊ, συγκεκριμένα τον πρόλογο και τον επίλογό του, που μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω.

Πρόλογος

Σ’ όλη του τη ζωή ο Μαρξ προσπαθούσε άοκνα να καταλάβει με ποιον τρόπο δουλεύει το κεφάλαιο. Αναζητούσε με μανία το πώς ακριβώς οι «νόμοι της κίνησης του κεφαλαίου», όπως τους έλεγε, επηρέαζαν την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων. Φώτιζε αμείλικτα την ανισότητα και την εκμετάλλευση που κρύβονται πίσω απ’ όλους εκείνους τους πανηγυρικούς τους οποίους προβάλλει κάθε άρχουσα τάξη για τον εαυτό της, με άλλα λόγια τις υπόρρητες συνθήκες των αυτάρεσκων θεωριών της. Ιδιαίτερα τον ενδιέφερε να βρει για ποιους λόγους ήταν ο καπιταλισμός τόσο επιρρεπής σε κρίσεις. Οφείλονταν άραγε όλες αυτές οι κρίσεις, τις οποίες και ο ίδιος βίωσε από πρώτο χέρι, σε κάποιους εξωτερικούς κραδασμούς, όπως ήταν λόγου χάρη οι πόλεμοι ή οι ελλείψεις που προκαλούνταν από φυσικές καταστροφές και κακές σοδειές; Ή μήπως υπήρχε κάποιος άλλος λόγος που τις έκανε αναπόφευκτες; Ήταν άραγε όλα αυτά τα καταστροφικά γκρεμοτσακίσματα αλληλένδετα με τον ίδιο τον τρόπο που λειτουργούσε το κεφάλαιο;

Το ίδιο ερώτημα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να στοιχειώνει την οικονομική έρευνα. Κοιτάζοντας τα χάλια του παγκόσμιου καπιταλισμού μετά το κραχ του 2007-2008, την αλλοπρόσαλλη τροχιά του που φαρμακώνει καθημερινά τη ζωή εκατομμύριων ανθρώπων, μοιάζει σαν να ήρθε η ώρα να στοχαστούμε ξανά τις αναζητήσεις του Μαρξ. Ίσως βρούμε στο έργο του κάποιες χρήσιμες διοράσεις και δούμε καθαρότερα τη φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Αλίμονο, δεν είναι εύκολο να συνοψιστούν τα συμπεράσματα του Μαρξ μέσα σε λίγες σελίδες, ούτε να παρακολουθήσουμε εδώ όλα τα περίπλοκα επιχειρήματά του και τις λεπτομερείς του περιγραφές. Τούτο οφείλεται πρώτα πρώτα στο γεγονός ότι το έργο του έμεινε, κατά το μεγαλύτερό του μέρος, ημιτελές. Μόνον ένα μικρό του κομμάτι πρόλαβε να τυπωθεί σε μορφή που θεωρούσε ο ίδιος ο Μαρξ κατάλληλη για δημοσίευση. Το υπόλοιπο σώζεται με τη μορφή ενός συναρπαστικού όγκου από σχέδια και σημειώσεις, σχόλια και διευκρινίσεις, διανοητικά πειράματα του τύπου «αν όμως το τάδε πράγμα δούλευε με τον δείνα τρόπο, τι θα είχαμε τότε;», αλλά και στις αναρίθμητες πολεμικές που εκτόξευε ο συγγραφέας ενάντια στις κάθε λογής πραγματικές ή φανταστικές αντιρρήσεις κι επικρίσεις που συναντούσε. Καθώς και ο ίδιος εν πολλοίς στηριζόταν στην κριτική διερεύνηση των απαντήσεων που έδινε η κλασική πολιτική οικονομία σε τέτοιας λογής ερωτήσεις, για να διαβάσουμε τα συμπεράσματα του Μαρξ συχνά χρειάζεται να ξέρουμε αρκετά καλά εκείνους στους οποίους ασκούσε κριτική. Αναρίθμητους ερευνητές και στοχαστές δηλαδή, που ανάμεσά τους ξεχώριζαν μορφές όπως του Άνταμ Σμιθ, του Ντέιβιντ Ρικάρντο, του Τόμας Μάλθους, του Τζέιμς Στιούαρτ, του Τζον Στιούαρτ Μιλ και του Τζέρεμυ Μπένθαμ. Το ίδιο ισχύει και με την έδραση του Μαρξ, όσον αφορά την κριτική του μέθοδο, στην κλασική γερμανική φιλοσοφία. Εδώ κυριαρχούσε βεβαίως η επιβλητική μορφή του Χέγκελ, περιτριγυρισμένη από τον Σπινόζα, τον Καντ και άλλους που έφταναν μέχρι και την αρχαία Ελλάδα – η διδακτορική του διατριβή αφορούσε τον Δημόκριτο και τον Επίκουρο. Προσθέστε σ’ αυτό εδώ το μείγμα και τους στοχαστές του γαλλικού σοσιαλισμού, όπως τον Σαιν Σιμόν, τον Φουριέ, τον Προυντόν και τον Καμπέ, και θα μπορέσετε να δείτε το περίγραμμα του εκπληκτικού καμβά πάνω στον οποίο ο Μαρξ έστησε το έργο του, καμβά τόσο τεράστιου που προκαλεί δέος.

Ο Μαρξ ήταν ένας αεικίνητος αναλυτής μάλλον παρά στατικός στοχαστής. Όσο περισσότερα μάθαινε μέσα από τα ατελείωτα διαβάσματά του, τόσο οι απόψεις του εξελίσσονταν (ή άλλαζαν, θα έλεγαν κάποιοι). Δεν διάβαζε μόνο πολιτική οικονομία, και δίπλα της ανθρωπολόγους και φιλόσοφους, αλλά και τον περιοδικό Τύπο, ιδίως τον οικονομικό, καθώς και κοινοβουλευτικές συζητήσεις κι επίσημες εκθέσεις. Καταβρόχθιζε την κλασική λογοτεχνία –Σαίξπηρ, Θερβάντες, Γκαίτε, Μπαλζάκ, Δάντη, Σέλλεϋ– και γαρνίριζε τα γραπτά του, ιδίως τον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου, που είναι ένα φιλολογικό αριστούργημα, με αναρίθμητες αναφορές στη σκέψη όλων αυτών. Εκτιμούσε ειλικρινά τη διορατικότητά τους για το πώς πράγματι δουλεύει ο κόσμος, και από τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για τις λογοτεχνικές αναπαραστάσεις τους εμπνεύστηκε πολλές δικές του ιδέες. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μας άφησε και μια ογκώδη αλληλογραφία με τους διάφορους συνταξιδιώτες του, σε ουκ ολίγες γλώσσες, κι επιπλέον κάθε λογής διαλέξεις και ομιλίες προς βρετανούς συνδικαλιστές, ή ακόμη επιστολές σε σχέση με τις εξελίξεις στη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων, δηλαδή την Πρώτη Διεθνή, που συστήθηκε το 1864 ελπίζοντας να ενώσει ολόκληρη την ευρωπαϊκή εργατική τάξη. O Μαρξ δεν ήταν μόνο θεωρητικός, λόγιος και στοχαστής, αλλά και ακτιβιστής, ένας αληθινός πολεμιστής του λόγου. Σταθερό εισόδημα δεν είχε, και ό,τι πιο κοντινό σ’ αυτό κατάφερε ποτέ να βρει ήταν μια θέση ανταποκριτή της New York Tribune, μιας από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εφημερίδες εκείνης της εποχής. Τα άρθρα του αποτύπωναν τις εντελώς ξεχωριστές απόψεις του, αλλά επίσης συμπεριλάμβαναν ενήμερες αναλύσεις της επικαιρότητας.

Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν πολλές μελέτες για τον Μαρξ που συνδέουν τα γραπτά του με το προσωπικό, το πολιτικό, το διανοητικό και το οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγραφε. Ανεκτίμητα είναι, τουλάχιστον από ορισμένες απόψεις, τα έργα του Τζόναθαν Σπέρμπερ και του Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς.(1) Δυστυχώς όμως μοιάζει σαν αυτοί οι ιστορικοί να θέλησαν να θάψουν στο νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ, μαζί με τον Μαρξ, και τη σκέψη και το ογκώδες έργο του, παρουσιάζοντάς τα σαν παρωχημένα και μάλλον ελαττωματικά προϊόντα του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Σπέρμπερ και ο Στέντμαν Τζόουνς βλέπουν στον Μαρξ μια ενδιαφέρουσα ιστορική μορφή, αλλά θεωρούν την εννοιολογική του σκευή άσχετη με τη σημερινή ζωή μας, ακόμη κι αν κάποτε ήταν σχετική. Και οι δυο τους πάντως ξεχνούν ότι αντικείμενο της μελέτης του Μαρξ στο Κεφάλαιο ήταν το κεφάλαιο και όχι η ζωή του δέκατου ένατου αιώνα, για την οποία βεβαίως ο ίδιος είχε επίσης σαφείς απόψεις σε πολλά θέματα. Το κεφάλαιο όμως είναι κάτι που υπάρχει ακόμη και σήμερα, ζει και βασιλεύει μάλιστα από κάποιες απόψεις, μολονότι από κάποιες άλλες ολοφάνερα δεν υγιαίνει ή ίσως και να παραπαίει αποχαλινωμένο και μεθυσμένο από την επιτυχία του. Ο Μαρξ θεωρούσε την έννοια του κεφαλαίου θεμελιώδη για τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη, αλλά και για την κριτική κατανόηση της αστικής κοινωνίας. Ωστόσο, ακόμη κι αν ξεκοκκαλίσει κανείς τους τόμους του Σπέρμπερ και του Στέντμαν Τζόουνς, δεν θα βρει την παραμικρή αναφορά στην αντίληψη του Μαρξ για το κεφάλαιο, πόσο μάλλον για το αν θα μπορούσε αυτή να φανεί χρήσιμη σ’ εμάς σήμερα.

Κατά τη δική μου γνώμη οι αναλύσεις του Μαρξ, μολονότι είναι προφανώς παρωχημένες από κάποιες απόψεις, σήμερα στέκουν ακόμη πιο επίκαιρες απ’ όσο όταν γράφονταν. Ό,τι τον καιρό του Μαρξ ήταν απλώς το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα σε μια μικρή γωνίτσα του κόσμου τώρα καλύπτει ολόκληρη την υδρόγειο, γεγονός με ασύλληπτης σημασίας επιπτώσεις και αποτελέσματα. Τον καιρό του Μαρξ η πολιτική οικονομία ήταν ένα πεδίο πολύ πιο ανοιχτό σε συζητήσεις απ’ ό,τι σήμερα. Έκτοτε ένα δήθεν επιστημονικό, άκρως μαθηματικοποιημένο και ποσοτικοποιημένο επιστημονικό πεδίο, η λεγόμενη οικονομική επιστήμη, κατόρθωσε να μεταμορφωθεί σε νέα ορθοδοξία, σ’ ένα κλειστό σώμα δήθεν ορθολογικής γνώσης, σε μια αληθινή επιστήμη, η οποία όμως ανοίγει τις θύρες της μονάχα σε όσους έχουν διαπιστευτήρια από κράτη κι επιχειρήσεις. Αυτή η δήθεν επιστήμη ενισχύεται ήδη από την ολοένα βαθύτερη πίστη στην ικανότητα των ηλεκτρονικών υπολογιστών (η οποία διπλασιάζεται κάθε δυο χρόνια) να συγκροτούν επί παντός του επιστητού τεράστια σύνολα δεδομένων, να τ’ ανατέμνουν και να τ’ αναλύουν. Για κάποιους δημοφιλείς αναλυτές, που τους πριμοδοτούν μάλιστα μεγάλες επιχειρήσεις, τούτο υποτίθεται πως μας ανοίγει το δρόμο προς κάποια τεχνολογική ουτοπία ορθολογικής διαχείρισης, για παράδειγμα προς τις «έξυπνες πόλεις», όπου δήθεν θα κυβερνά η τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή η φαντασίωση στηρίζεται στην υπόθεση ότι, αν κάτι δεν μπορεί ούτε να μετρηθεί ούτε να συμπυκνωθεί σε ψηφιακά δεδομένα, τότε είτε είναι ασήμαντο είτε δεν υπάρχει. Αναμφίβολα τα μεγάλα σύνολα δεδομένων μπορεί να μας είναι εξαιρετικά χρήσιμα σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά από την άλλη μεριά διόλου δεν εξαντλούν το πεδίο των πραγμάτων που χρειάζεται να γνωρίζουμε. Επιπλέον δεν μπορούν να λύσουν προβλήματα όπως της αλλοτρίωσης ή της υποβάθμισης των κοινωνικών σχέσεων.

Τα σχόλια που μας άφησε ο Μαρξ για τους νόμους κίνησης του κεφαλαίου και για τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, καθώς και για τους θεμελιώδεις παραλογισμούς επάνω στους οποίους αυτό στηρίζεται, αποδείχτηκε πως βρίσκονταν πολύ μπροστά από την εποχή τους. Σήμερα βλέπουμε ότι ήταν πολύ πιο αιχμηρά και οξυδερκή από τις μονοδιάστατες μακροοικονομικές θεωρίες των σύγχρονων οικονομικών, που αποδείχθηκαν τόσο λειψές όταν τράκαραν επάνω στο κραχ του 2007-2008 και στα μακρόσυρτα μεθεόρτιά του. Οι αναλύσεις του Μαρξ, μαζί με τη μοναδική ερευνητική του μέθοδο και τον ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο συγκροτούσε θεωρία, έχουν ανεκτίμητη αξία για τους δικούς μας διανοητικούς αγώνες, καθώς προσπαθούμε κι εμείς να καταλάβουμε τον καπιταλισμό του καιρού μας. Αξίζει επομένως να σκύψουμε πάνω από τις διοράσεις του και να τις μελετήσουμε κριτικά, με όλη την απαραίτητη σοβαρότητα.

Πώς μπορούμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε εμείς σήμερα τη μαρξική έννοια του κεφαλαίου όσο και τους νόμους της κίνησής του, που διέκρινε ο Μαρξ; Πώς μας βοηθά κάτι τέτοιο να κατανοήσουμε τα διλήμματα της δικής μας ζωής; Τούτα ακριβώς τα ερωτήματα εξερευνώ στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

(1). Jonathan Sperber, Karl Marx: A Nineteenth Century Life, Liveright Publishing, Νέα Υόρκη 2013· Gareth Stedman Jones, Karl Marx: Greatness and Illusion, Belknap Press, Κέμπριτζ ΜΑ 2016.

Ντέηβιντ χάρβεϋ εξώφυλλο

Εν κατακλείδι

Ο φιλόσοφος Ζακ Ντερριντά έπλασε τη φράση «η τρέλα του οικονομικού λόγου» σχολιάζοντας τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μως, που είχε παρουσιάσει τις τελετές ανταλλαγής δώρων στις αυτόχθονες κοινότητες του Καναδά, το πότλατς. Τα νοικοκυριά ανταγωνίζονταν περιοδικά μεταξύ τους, χαρίζοντας το ένα στο άλλο τ’ αποκτήματά τους ή και καταστρέφοντάς τα, προκειμένου να κερδίσουν γόητρο, τιμή και κύρος στην κοινωνία τους. Οι πρώιμες δυτικές παρουσιάσεις αυτών των τελετών τις ερμήνευαν με βάση όρους της οικονομίας της αγοράς. Απ’ αυτήν τη σκοπιά, αλλά και με βάση τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού, η θυσία προσωπικού πλούτου, αποκτημάτων που τα νοικοκυριά με μόχθο συγκέντρωναν επί χρόνια, έμοιαζε παράλογη. Ο Μως βρήκε πως αυτή η γλώσσα ήταν παραπλανητική. Αντικατέστησε τις έννοιες «χρέος» και «αποπληρωμή» με τα «δωρίστηκαν» και «ανταποδόθηκαν». Έτσι έφτιαξε την έννοια μιας εναλλακτικής οικονομίας του δώρου και όχι της αγοράς, την οποία κάποιοι βρίσκουν γοητευτική μέχρι σήμερα. Ο ίδιος ο Ντερριντά έμοιαζε ενθουσιασμένος, διακρίνοντας ίσως σ’ αυτήν κι ένα επαρκές υποκατάστατο της κοινωνικής πρόνοιας, τη διαχείριση της οποίας εμείς σήμερα αναθέτουμε στο κράτος. Αυτό όμως που επίσης εντυπωσίασε τον Μως, κι εξ αντανακλάσεως και τον Ντερριντά, ήταν η ξέφρενη τρέλα καταστροφής με την οποία κορυφωνόταν υπερβολικά συχνά το πότλατς.

«Δεν είναι καν ζήτημα να δίνεις ή να επιστρέφεις κάτι», έγραφε ο Μως, «αλλά να καταστρέφεις, θέλοντας έτσι να μη φανεί καν ότι θα ήθελες ποτέ να ξεπληρωθείς. Καίνε ολόκληρα κιβώτια με λάδι από ολατσέν («ψάρι-κερί») ή λάδι φάλαινας, αλλά και τα σπίτια τους και χιλιάδες κουβέρτες. Σπάνε και πετάνε στο νερό τα πιο πολύτιμα χάλκινα αντικείμενά τους, έτσι ώστε να τσακίσουν και να ισοπεδώσουν τον αντίπαλο». Αυτό ο Μως το θεωρούσε αληθινά τρελό. «Πάντοτε έρχεται μια στιγμή», σχολιάζει ο Ντερριντά, «που όλη αυτή η τρέλα αρχίζει να καίει και την ίδια τη λέξη δώρο ή το νόημά της και να σκορπά ολόγυρα, ανεπιστρεπτί, τις στάχτες της».264

Δεν θέλω εδώ να υπονοήσω ότι και το κεφάλαιο μερικές φορές, υποκύπτοντας σε κάποιο πρωτόγονο ένστικτο, γκρεμίζει όλα όσα έχει φτιάξει, όπως περίπου μερικά παιδιά χαίρονται να χοροπηδούν πάνω στα περίτεχνα κάστρα που με κόπο έχτισαν στην άμμο άλλα παιδιά. Γιατί ακριβώς αυτό ήταν το επιχείρημα του Μαρξ. Μας έδειξε ότι στην ιστορία του καπιταλισμού ό,τι έμοιαζε με πράξη της μοίρας ή των θεών, ή πάντως επίσημα παρουσιαζόταν σαν κάτι τέτοιο, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά προϊόν του ίδιου του κεφαλαίου. Αλλά για να το δείξει αυτό χρειάστηκε ν’ αναπτύξει μια εναλλακτική εννοιολογική σκευή.

Για παράδειγμα, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής πρέπει ν’ αναγνωρίσει, έγραφε ο Μαρξ, πως «η υποτίμηση του πιστωτικού χρήματος […] καταστρέφει όλες τις υπάρχουσες σχέσεις». Οι τράπεζες, όπως εμείς γνωρίζουμε μια χαρά πλέον, πρέπει να σώζονται πάση θυσία. «Η αξία των εμπορευμάτων λοιπόν θυσιάζεται προκειμένου να διασφαλιστεί η φανταστική και αυτόνομη ύπαρξη αυτής της ίδιας αξίας στο χρήμα. Σε κάθε περίπτωση, η χρηματική αξία είναι εγγυημένη μόνον εφόσον μένει εγγυημένο το ίδιο το χρήμα». Ο πληθωρισμός, όπως επίσης γνωρίζουμε πολύ καλά σήμερα, πρέπει κι αυτός να ελέγχεται πάση θυσία. «Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο εμπορεύματα αξίας πολλών εκατομμυρίων πρέπει να θυσιάζονται για χάρη μερικών εκατομμύριων σε χρήμα. Αυτό είναι αναπόφευκτο στην καπιταλιστική παραγωγή και την προικίζει με μια από τις πιο σαγηνευτικές μορφές της γοητείας της». Χρηστικές αξίες λοιπόν θυσιάζονται και καταστρέφονται, όποιες κι αν είναι οι κοινωνικές ανάγκες.265

Πόσο τρελό είναι όλο αυτό; Το κεφάλαιο, υποστήριξα, είναι αξία σε κίνηση. Στη διαδικασία της κυκλοφορίας περιοδικά παρουσιάζει εμφράγματα. Τότε «μένει παγωμένο σε μια από τις φάσεις της αναπαραγωγής του, επειδή δεν μπορεί να ολοκληρώσει τις μεταμορφώσεις του». Στην επακόλουθη κρίση,

όλοι έχουν αγαθά να πουλήσουν αλλά δεν μπορούν να τα πουλήσουν, μολονότι πρέπει να πουλήσουν για να μπορέσουν έπειτα να πληρώσουν. […] Το ήδη επενδυμένο κεφάλαιο στην πραγματικότητα υποφέρει από μαζική ανεργία, αφού η διαδικασία της αναπαραγωγής του λιμνάζει. Εργοστάσια μένουν άπραγα, πρώτες ύλες στοιβάζονται στις αποθήκες, τελειωμένα προϊόντα κατακλύζουν την αγορά με τη μορφή εμπορευμάτων. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο λάθος λοιπόν από το ν’ αποδίδουμε μια τέτοια κατάσταση στην έλλειψη παραγωγικού κεφαλαίου. Ακριβώς τότε υπάρχει περίσσευμα παραγωγικού κεφαλαίου, αφενός σε σχέση με την κανονική αλλά πρόσκαιρα συρρικνωμένη κλίμακα της αναπαραγωγής και αφετέρου σε σχέση με τη σακατεμένη κατανάλωση.,266

Αυτήν ακριβώς την τρέλα τη ζούμε ξανά και ξανά τα τελευταία σαράντα χρόνια. Από τη μια μεριά πλεονασματικό κεφάλαιο και από την άλλη ολοένα μεγαλύτερες μάζες περίσσιας και αναλώσιμης εργασίας κάθονται δίπλα δίπλα, χωρίς να υπάρχει κανένας τρόπος να ενωθούν για να παράξουν χρηστικές αξίες που απεγνωσμένα χρειαζόμαστε. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στις ΗΠΑ, που παραμένουν η πλουσιότερη χώρα του κόσμου. Συμβαίνει ενώ το ένα τρίτο των παιδιών ζει μέσα στη φτώχεια και συχνά σε τοξικό περιβάλλον, υποφέρει από πείνα και δηλητηριάζεται από κάθε λογής απίθανα παθογόνα, συμβαίνει ενώ επιβάλλονται πολιτικές λιτότητας και φράζεται ο δρόμος προς τις πιο στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες κι εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Υπάρχει κάτι πιο τρελό απ’ αυτό;

Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο και στα άλλα πολιτικά και οικονομικά γραπτά του μας δείχνει έναν τρόπο ώστε, προσπερνώντας όλη τη σύγχυση που προκαλεί η καθημερινή λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, να φτάσουμε στην ουσία του, στους εσωτερικούς νόμους της κίνησής του. Το κάνει αυτό διατυπώνοντας κάποιες αφηρημένες ιδέες, οι οποίες συνυφαίνονται σε μια απλή (αλλά τελικά όχι και τόσο απλή) θεωρία της αέναης συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Η πραγματική επιστήμη ξεκινά όταν παίρνουμε αυτές τις έννοιες, τις αφαιρέσεις και τις θεωρητικές διατυπώσεις και τις ξαναγυρίζουμε στην επιφάνεια της καθημερινής μας ζωής, δείχνοντας έτσι πώς μπορούν να φωτίσουν τα «γιατί» και τα «επομένως» των καθημερινών αγώνων που πολλοί άνθρωποι εν γένει, αλλά κατεξοχήν οι εργάτες, αντιμετωπίζουν στην πάλη για την επιβίωσή τους. Η έννοια του κεφαλαίου ακριβώς αυτό σχεδιάστηκε να κάνει – και ακριβώς αυτό έλπιζε ο Μαρξ πως θα μας βοηθούσε να πετύχουμε με το Κεφάλαιο.

Εγώ πάλι ελπίζω πως πέτυχα, παρουσιάζοντας τη σκέψη του Μαρξ στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, να δείξω ότι ο δρόμος του δεν ήταν καμιά μοναδική λεωφόρος την οποία πρέπει οπωσδήποτε ν’ ακολουθούμε, αυτήν και καμία άλλη, αλλά μια ανοιχτή πόρτα, μέσα από την οποία μπορούμε να προχωρήσουμε προς μια ολοένα πιο ολοκληρωμένη κατανόηση των βαθύτερων προβλημάτων που διαμορφώνουν την τρέχουσα πραγματικότητά μας. Προκειμένου να καταλάβουμε αυτή την πραγματικότητα, μαζί με όλες τις σημερινές πολιτικές εκφράσεις της, που δεν προκαλούν απλώς σύγχυση, αλλά μοιάζουν ολότελα τρελές, σίγουρα πρέπει να θεμελιώσουμε τη σκέψη μας πάνω στην έρευνα για το πώς δουλεύει το κεφάλαιο. Αν η σημερινή πολιτική μοιάζει θεότρελη (εμένα τέτοια μου φαίνεται), τότε σίγουρα η τρέλα του οικονομικού λόγου έχει σχέση μ’ αυτήν. Πράγματι μερικές φορές μοιάζει σαν να ζούμε μέσα σ’ έναν πολιτικό κόσμο κακό και βίαιο, ψάχνοντας να βρούμε ποιους άλλους μπορούμε κι εμείς με τη σειρά μας να βασανίσουμε και να κατηγορήσουμε. Βεβαίως, αν καταστρώναμε έναν προσεκτικό και ολοκληρωμένο κατάλογο όλων των δεινών που μας μαστίζουν σήμερα, το κεφάλαιο δεν θα ήταν ο μόνος ενδεχόμενος ύποπτος. Αλλά να παριστάνουμε ότι δήθεν δεν έχει καμία σχέση με τις σημερινές παθογένειές μας και ότι δήθεν δεν χρειαζόμαστε μια συμπαγή, και όχι φετιχιστική ή απολογητική, παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο δουλεύει, κυκλοφορεί και συσσωρεύεται ανάμεσά μας, αυτό είναι προσβολή ενάντια στην ανθρωπότητα και την ίδια την ανθρωπιά. Προσβολή που η ανθρώπινη ιστορία, αν καταφέρουμε να επιβιώσουμε, θα κρίνει αυστηρά.

(264). Jacques Derrida, «The Madness of Economic Reason», στο Jacques Derrida, Given Time: I. Counterfeit Money, Chicago University Press, Σικάγο 1992· Marcel Mauss, The Gift: The Form and Reason for Exchange in Archaic Societies, Routledge, Λονδίνο 1990.
(265). Capital, Τρίτος Τόμος, σ. 649.
(266). Capital, Τρίτος Τόμος, σ. 614.