Του Δημήτρη Σαραφιανού
Πηγή: iskra.gr
Το σκάνδαλο Novartis είναι πράγματι ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της περιόδου και απαιτείται η σε βάθος διερεύνησή του και η τιμωρία των ενόχων.

Αυτό βέβαια σημαίνει όχι μόνο ποινική τιμωρία, αλλά και οικονομική αποζημίωση του ελληνικού Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων από την πολυεθνική και τους συνενόχους της.

Απαιτείται επίσης και η διερεύνηση όλου του κυκλώματος του φαρμάκου, των ιατρικών προσθέτων, των ιδιωτικών κλινικών, που αποθησαυρίζουν σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων και της τσέπης των ασφαλισμένων.

Σκάνδαλο που δεν έχει τελειώσει, αλλά συνεχίζεται στις μέρες μας. Γιατί αν η μια όψη των διαχρονικών κυβερνητικών επιλογών είναι η χειραγώγηση της τιμής του φαρμάκου και των συνταγογραφήσεων, που φουσκώνει τα κέρδη των πολυεθνικών, η άλλη όψη είναι η μείωση της κρατικής φαρμακευτικής δαπάνης που μεταθέτει ένα ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο από το βάρος των πολυεθνικών κερδών στην τσέπη των λαϊκών στρωμάτων.

Ευρύτερα το σκάνδαλο της Novartis, αλλά και άλλων πολυεθνικών του φαρμάκου που ακολουθούν αντίστοιχες πρακτικές, αντανακλά με ιδιαίτερο τρόπο τις επιπτώσεις της ιδιωτικοποίησης του τομέα υγείας της Ελλάδας, αλλά και της συμβολής του αστικού πολιτικού προσωπικού και των αστικών πολιτικών κομμάτων στην εμπέδωση αυτής της ιδιωτικοποίησης (τις περισσότερες φορές με το αζημίωτο). Ιδιωτικοποίηση υπό την έννοια ότι ακόμα και η διαχείριση των κρατικών πόρων στον τομέα της υγείας, γινόταν με γνώμονα την διόγκωση των κερδών των πολυεθνικών και άλλων μονοπωλιακών εταιρειών στο χώρο του φαρμάκου και του νοσοκομειακού εξοπλισμού. Αλλά και στην διαμόρφωση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υγείας ως συγκοινωνούντων δοχείων με μετάθεση «κερδοφόρων» ιατρικών υπηρεσιών προς τον δεύτερο.

Η τάση αυτή παροξύνθηκε μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και ενισχύθηκε από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ καταρχήν και μετά της Ν.Δ. Τα αποτελέσματα ήταν α) ο τριπλασιασμός της φαρμακευτικής δαπάνης μεταξύ του 2001 και του 2009 β) ο διπλασιασμός την ίδια περίοδο του μεριδίου της φαρμακευτικής δαπάνης ως ποσοστού των συνολικών δαπανών υγείας γ) η αύξηση του όγκου της αξίας των εισαγόμενων φαρμάκων αλλά και του μεριδίου τους στις συνολικές δαπάνες υγείας. Ενώ οι εξελίξεις αυτές δεν συνέβαλλαν ιδιαίτερα στην βελτίωση των δεικτών υγείας, συνέβαλλαν όπως και άλλες κορυφαίες κρατικές επιλογές (εξοπλισμοί, δαπάνες για την Ολυμπιάδα, ενισχύσεις προς το κεφάλαιο από το Εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων) στην διόγκωση των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, βασικών παραγόντων για την αύξηση του δημόσιου χρέους.

Συγκεκριμένα από τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, και του ΕΟΦ, και τις μελέτες του ΙΟΒΕ για την εξέλιξη των δαπανών υγείας, της φαρμακευτικής δαπάνης και των τιμών των εισαγομένων φαρμάκων προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα:

α) Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης εκτινάχθηκε από τα 1.944,2 εκατομμύρια ευρώ το 2001 σε 5,108 εκατομμύρια ευρώ το 2009. Και ναι μεν μειώθηκε σταδιακά στα 3.404 εκατ. το 2015 (σε ποσό πάντως υψηλότερο του 2001), πλην όμως για να αποκτήσει κανείς εικόνα του πάρτι των φαρμάκων στο χώρο της υγείας πρέπει να δει και την δημόσια φαρμακευτική δαπάνη ως ποσοστό επί του συνόλου των δημόσιων δαπανών υγείας.

Η δαπάνη αυτή καλπάζει συνεχώς από το 2001 που ήταν στο 20,8% και φτάνει στο ζενίθ της το 2009 εν μέσω μνημονίων σε 40,62% (24,8% το 2002, 27,3% το 2003, 29,9% το 2004, 30,7% το 2005, 35,2% το 2006, 39,7% το 2007, 38,7% το 2008). Έκτοτε υφίσταται μια μικρή υποχώρηση (37,62% το 2010, 36,9% το 2011) όμως ξανανεβαίνει την ελεγχόμενη περίοδο στο 38,11 το 2012, 40,7% το 2013, 40,7% το 2014, ενώ το 2015 (επί Κουρουμπλή) ανήλθε στο 43,7% !! Το πάρτι λοιπόν δεν σταματά έστω κι αν η πίτα μικραίνει. Ας σημειωθεί ότι συνολικά οι δημόσιες δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ κυμαίνονται από 5,6% του ΑΕΠ το 2004 έως 6,9% το 2010 πάντα σε χαμηλότερο ποσοστό από το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ (από 6,4% το 2004 σε 7,4% το 2009), ενώ η ψαλίδα μεγαλώνει τερατωδώς τα τελευταία χρόνια με την πλήρη μνημονιακή διάλυση των δημοσίων φορέων παροχής υγείας (4,5% για την Ελλάδα και 7,1% για το μέσο όρο της ΕΕ το 2015).

Αντίθετα στο σύνολο των δαπανών υγείας, συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της ιδιωτικής δαπάνης η ψαλίδα είναι πολύ μικρότερη και σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα οριακά μεγαλύτερη από το μέσο όρο της ΕΕ (9,9% του ΑΕΠ το 2010 εν σχέσει προς το 9,6% του μέσου όρου της ΕΕ). Συνεπώς στην Ελλάδα το εισόδημα των λαϊκών στρωμάτων επιβαρύνεται περισσότερο με δαπάνες υγείας απ’ ό,τι στο μέσο όρο της ΕΕ.,

β) Εάν εξετάσει κανείς το σύνολο της φαρμακευτικής δαπάνης , δημόσιας και ιδιωτικής, θα διαπιστώσει ότι εκτινάσσεται από τα 3.127 εκατ. το 2001 στα 8.461,4 εκατ. το 2009 και μειώνεται σταδιακά στα 5.368,3 εκατ το 2015. Πλην όμως σε ποσοστό του ΑΕΠ το 2001 η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης (ΔΦΔ) ανερχόταν σε 1,3% έναντι 2,1% του συνόλου. Η ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη (ΙΦΔ) αντιστοιχούσε σε 0,8% του ΑΕΠ. Το 2009 η σχέση αυτή ήταν 2,7% του ΑΕΠ για την ΔΦΔ και 0,9% για την ΙΦΔ (σύνολο 3,6%).

Και ναι μεν η ΔΦΔ μειώνεται σταδιακά στο 1,9 του ΑΕΠ το 2015 (πάνω βέβαια από το 1,3% του 2001), πλην όμως το σύνολο της φαρμακευτικής δαπάνης δεν πέφτει κάτω από το 3,2% του ΑΕΠ! Με άλλα λόγια η ΙΔΦ από το 2010 και μετά αυξάνεται σταδιακά στο 1,9% του ΑΕΠ (από 0,8% που ήταν). Με άλλα λόγια το πάρτι μεταφέρεται στην τσέπη των λαϊκών στρωμάτων της χώρας μας

γ) Και προς τα πού κατευθύνεται το μεγαλύτερο μέρος των κερδών; Στις πολυεθνικές. Με σταθμισμένες τιμές του 2010 η αξία των εισαγωγών φαρμάκων εκτινάσσεται από 944,8 εκατ. Ευρώ το 2002 σε 3.318,5 εκατ. το 2009 και μειώνεται σταδιακά στα 2.289 εκατ το 2014 για να αυξηθεί στα 2.406 εκατ. το 2017. Κατά τα λοιπά η κυβέρνηση καταπολεμά το σκάνδαλο του φαρμάκου…

 

Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για το φούσκωμα αυτών των κερδών έχουν από κοινού συμβάλλει η ΕΕ, ο ΠΟΕ και η διεθνής του ιμπεριαλισμού που επέτρεψαν την κατοχύρωση πατεντών στα φάρμακα. Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τη σημασία μιας πολιτικής για το φάρμακο σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από την ιδιωτικοποίηση με τη δημιουργία μεταξύ άλλων δημόσιας φαρμακαποθήκης και δημόσιας παραγωγής φαρμάκου, με ενίσχυση των δημόσιων υποδομών υγείας, με έμφαση στην πρόληψη και την πρωτοβάθμια περίθαλψη.

Όταν αποκρύπτεται το κοινωνικό υπόβαθρο του σκανδάλου και η πολιτική ατζέντα περιορίζεται σε μικροπολιτικές διαμάχες κυβέρνησης- αντιπολίτευσης, το πολιτικό κενό μετατοπίζεται προς τα δεξιά (ας υπολογίσουμε μάλιστα σήμερα ότι μετά το ξέπλυμα της ακροδεξιάς και των φασιστών με τα συλλαλητήρια, οι δυνάμεις αυτές θα διεκδικούν και το ότι είναι οι μόνοι «καθαροί» εκπρόσωποι των κινητοποιούμενων).

Πολλώ δε μάλλον όταν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση να φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο, τότε το επόμενο σκάνδαλο προετοιμάζεται ήδη και πάλι κάποιοι «θα πέσουν από τα σύννεφα». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η εμβάθυνση στις κοινωνικές ρίζες των σκανδάλων πρέπει να αφήσουν στο απυρόβλητο όσους ενεπλάκησαν.

Το ερώτημα είναι αν με το παρόν νομικό πλαίσιο περί ευθύνης υπουργών και με την παρούσα διαχείριση του σκανδάλου θα επιτευχθεί αυτή η τιμωρία.

Τα πρώτα μέχρι σήμερα συμπεράσματα είναι:

α) Η Κυβέρνηση, έχοντας πλήρως συστρατευθεί με τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή (μεταξύ των οποίων και η ένταξη των χωρών των δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ) αλληλοϋποστηρίζεται με αυτές και στη διαχείριση του σκανδάλου. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ ήταν αυτές που άρχισαν να ξηλώνουν το κουβάρι των πρακτικών της Novartis σε διεθνές επίπεδο για να στηρίξουν τις ανταγωνιστικές αμερικανικές φαρμακοβιομηχανίες. Η προνομιακή διαχείριση διαρροών από το FBI χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η έρευνα και μάλιστα σε πολιτικό χρόνο που βοηθά στην αλλαγή της ατζέντας από τα συλλαλητήρια λέει πολλά.

β) Παρά το ότι η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν έχει κατακτήσει την πραγματική εξουσία και ότι βάλλεται από αντιδραστικούς κύκλους, η ευκολία με την οποία τα ΜΜΕ θάψαν εν μια νυκτί την προβολή των εθνικιστικών συλλαλητηρίων, δείχνει προς άλλη κατεύθυνση (ήτοι ότι οι κυρίαρχες αστικές μερίδες στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς στηρίζουν τις κυβερνητικές επιλογές και στο Μακεδονικό). Το αντίστοιχο ισχύει για τους δικαστικούς χειρισμούς στην υπόθεση. Πρώτο δείγμα η αποστολή του φακέλου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την επομένη του συλλαλητηρίου με ταυτόχρονη παρουσία Τζανακόπουλου στον Άρειο Πάγο. Γιατί ναι μεν οι εισαγγελικές αρχές ορθώς συνέχισαν να λαμβάνουν μαρτυρικές καταθέσεις, αφού διερευνούν την κατηγορία του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος που έχει κριθεί ότι δεν παραγράφεται και δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της Βουλής, πλην όμως ο φάκελος έπρεπε να είχε διαβιβασθεί «αμελλητί» ήδη με την πρώτη κατάθεση που ελήφθη και ενέπλεκε πολιτικά πρόσωπα. Άρα η επιλογή του χρόνου διαβίβασης συνιστά πολιτική επιλογή. Πολλώ δε μάλλον εάν όντως αποδειχθεί ότι ενεπλάκη και το όνομα του Παναγιώτη Κουρουμπλή στην υπόθεση και μάλιστα πριν τον Σεπτέμβριο του 2017, οπότε η μη έγκαιρη διαβίβαση του φακέλου ως προς αυτόν οδήγησε στην παραγραφή του αδικήματος.

γ) Είναι βέβαια πλήρως αντιφατική και πανικόβλητη η αντίδραση της αντιπολίτευσης για τους ανώνυμους μάρτυρες (αφού η ίδια τους καθιέρωσε με πρώτο παράδειγμα τον τρομονόμο), πλην όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ανώνυμες μαρτυρίες αποτελούν πλήγμα στο δικαίωμα υπεράσπισης και η νομιμοποίησή τέτοιων μέτρων δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση ακόμα και όταν αφορούν κατηγορούμενους με έντονη κοινωνική ή πολιτική απαξία

δ) Ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών είναι νόμος περί ξεπλύματος της ευθύνης των Υπουργών, κυρίως λόγω των ρυθμίσεων περί παραγραφής που επιτρέπουν παραγραφή ακόμα και εντός ενός χρόνου, αν μέσα σε αυτό το χρόνο γίνουν δυο εκλογικές αναμετρήσεις (όπως το 2015). Αν θα έπρεπε να υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις περί παραγραφής θα έπρεπε να κινούνται στην ακριβώς αντίθετη (να αναστέλλεται δηλαδή ο χρονος παραγραφής τουλάχιστον για αδικήματα που εμπλέκουν χρηματισμό όσο διαρκεί η υπουργική ιδιότητα) αφού η κυβέρνηση έχει την ικανότητα να κουκουλώνει τη διερεύνηση των σκανδάλων

ε) Πράγματι η ανάθεση στη Βουλή της αποκλειστικής αρμοδιότητας άσκησης της δίωξης ενέχει τον κίνδυνο να αποτελεί η δίωξη προϊόν πολιτικών παιγνίων για το χτύπημα αντιπάλων ή και για πολιτικές συναλλαγές. Ωστόσο η λειτουργία της δικαιοσύνης στην εξυπηρέτηση των μακροπρόθεσμων αλλά και βραχυπρόθεσμων αστικών συμφερόντων την καθιστά και αυτή εμπλεκόμενη στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία. Μόνο ο κοινωνικός έλεγχος στη δικαιοσύνη (π.χ. με τη συμμετοχή πχ κοινωνικών φορέων στην εκλογή της ηγεσίας της) μπορεί να αμβλύνει (αλλά όχι να εξαλείψει ολοκληρωτικά) τον πολιτικό της ρόλο στην εξυπηρέτηση των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση όμως το κράτος των δικαστών δεν είναι σίγουρα μια αριστερή επιλογή. Άρα μια συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αναθέτει την άσκηση της δίωξης είτε στις εισαγγελικές αρχές εκτός εαν η Βουλή προβάλλει βέτο με αυξημένη πλειοψηφία, είτε σε ειδικά δικαστικά συμβούλια με την συμμετοχή και εκπροσώπων κοινωνικών φορέων. Το αντίστοιχο θα έπρεπε να ισχύει και για το ειδικό δικαστήριο που θα κρίνει την υπόθεση

στ) Η διαχείριση της σύστασης επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης από την κυβερνητική πλειοψηφία δείχνει επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με την στήριξη αστικών και ιμπεριαλιστικών μερίδων παίρνει την πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων. Στόχος όλα τα θέματα να ανοίγουν και να μένουν ανοικτά για το μέλλον (το ίδιο θα γίνει και με το Μακεδονικό). Πράγματι, για όσα αδικήματα έχουν παραγραφεί βάσει του άθλιου νόμου περί ευθύνης Υπουργών (απιστία, δωροληψία κατά την άσκηση των καθηκόντων) η Βουλή θα έπρεπε απλώς να διαπιστώσει την παραγραφή. Για τα υπόλοιπα (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, τυχόν δωροληψία επ ευκαιρία άσκησης των καθηκόντων, εαν θεωρηθεί ότι είναι δυνατός αυτός ο διαχωρισμός σε αντίθεση με τη μέχρι σήμερα νομολογία) η Βουλή δεν έχει αρμοδιότητα και η υπόθεση θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω από τη δικαιοσύνη. Θα μπορούσε όμως να συστήσει εξεταστική επιτροπή για την απόδοση πολιτικών ευθυνών, την οποία φαίνεται ότι δεν επιθυμούν ούτε η κυβέρνηση, ούτε η αντιπολίτευση, ίσως γιατί θα έπρεπε να καταλήξει σε πόρισμα πριν τις επόμενες εκλογές. Υπαρχει βέβαια το δικαίωμα οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι να ζητήσουν την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης παρά την παραγραφή. Η εξέταση αυτή δεν γίνεται από τη Βουλή, αλλά από το Δικαστικό Συμβούλιο που προβλέπει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και το Ειδικό Δικαστήριο. Ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρόν για όσους επικαλούνται σκευωρία.

ζ) Το γεγονός ότι αυτό που διαδραματίζεται μπροστά μας είναι απλώς ένα πολιτικό παιχνίδι που δεν έχει σκοπό να καταλήξει σε καμία ουσιαστική διερεύνηση επιβεβαιώνεται και με την ορισθείσα διάρκεια ενός μηνός για τη λειτουργία της επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, το μόνο που μπορεί να διαπιστωθεί είναι η παραγραφή και να δοθεί και ένα σόου –ουσιαστική διερεύνηση είναι αδύνατον να γίνει. Για εσωτερική επίσης κατανάλωση είναι και οι κόντρες για τον αριθμό των καλπών. Αυτό που υπονοείται από την ΝΔ είναι ότι λείπει η 11η κάλπη για τον Κουρουμπλή. Εύλογο όμως τότε το ερώτημα γιατί δεν υποβάλλεται σχετική πρόταση σύστασης επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης από 30 βουλευτές της ΝΔ

Τελικό συμπέρασμα: Τα πολλαπλά εγκλήματα κατά των λαϊκών στρωμάτων που από κοινού έχουν τελέσει και εξακολουθούν να τελούν όλα τα μνημονιακά κόμματα στη χώρα μας θάβονται σήμερα κάτω από τον κουρνιαχτό των δήθεν πολιτικών αντιπαραθέσεων του μνημονιακού διπολισμού. Για την τιμωρία αυτών των εγκλημάτων, αλλά και την απόδοση των αναγκαίων ευθυνών, αρμόδιο είναι το λαϊκό κίνημα που πρέπει να ορθώσει το ανάστημά του και να παραπέμψει τους υπαίτιους στο εδώλιο της ανατροπής.

Ως πότε οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντιμνημονιακής Αριστεράς θα διστάζουν ή θα αρνούνται να μπουν ενωμένες στην πρωτοπορία ενός τέτοιου κινήματος;