«Κρυμμένη» μέσα σε συνέντευξη της υπουργού Παιδείας Νίκης Κεραμέως στο Βήμα, ήταν η αναγγελία της πρόθεσης για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Παρά την έλλειψη σαφών λεπτομερειών για το πώς θα εφαρμοστεί αυτό το σύστημα, εμείς «θυμηθήκαμε» την αποτυχία του αντίστοιχου αμερικανικού προγράμματος, που είχε ονομαστεί «No Child Left Behind».

Φυσικά, δεδομένων των διαφορών στην οργάνωση του ελληνικού και του αμερικανικού συστήματος εκπαίδευσης, τα προγράμματα αξιολόγησης δεν θα μπορούν να είναι ίδια. Όμως η ιδεολογική αντίθεση της υπουργού και του κόμματός της στην δημόσια εκπαίδευση και η στενή τους σχέση με τα ιδιωτικά σχολεία, μας αναγκάζει να ρίξουμε μια ματιά στο τι έγινε στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, και στο πώς το πρόγραμμα No Child Left Behind «τιμώρησε» ως επί το πλείστον σχολεία σε φτωχές και υποβαθμισμένες περιοχές.

Το πρόγραμμα No Child Left Behind θεσμοθετήθηκε το 2001, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μπους. Αποτελούσε αναθεώρηση και μετονομασία του Νόμου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, που θέσπισε ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον το 1965. Στόχος του προγράμματος υποτίθεται ότι ήταν η βελτίωση των αναγνωστικών και μαθηματικών δεξιοτήτων των μαθητών εντός ενός χρονικού διαστήματος (που αρχικά ήταν 6 χρόνια, όμως επεκτάθηκε στα 13).

No Child Left Behind σχολεία ΗΠΑ

Αυτό θα επιτυγχανόταν μέσω της επιβολής συνεχών τυποποιημένων τεστ στα Αγγλικά και τα Μαθηματικά, ίδιων για όλα τα σχολεία και όλους τους μαθητές μιας πολιτείας, ανεξάρτητα από το κοινωνικο-οικονομικό τους υπόβαθρο ή το προηγούμενο επίπεδο δεξιοτήτων. Στην ουσία ήταν μια συνεχής αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των σχολείων, με «τιμωρητικές» συνέπειες για τα σχολεία των οποίων οι μαθητές δεν πετύχαιναν τις επιδόσεις-στόχους.

Έπειτα από τα πρώτα δύο χρόνια «αποτυχημένων επιδόσεων», το πρόγραμμα No Child Left Behind έδινε τη δυνατότητα στους γονείς των μαθητών να μετεγγράψουν τα παιδιά τους σε κάποιο άλλο σχολείο. Αν τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα των στόχων για άλλη μία χρονιά, το σχολείο υποχρεωνόταν να προσφέρει ενισχυτική διδασκαλία (χωρίς το κράτος να προσφέρει επιπλέον πόρους για αυτό). Αν η αποτυχία συνεχιζόταν, τα κατά πολιτεία συμβούλια εκπαίδευσης υποχρεώνονταν να επιλέξουν από ένα εύρος «τιμωρητικών» μέτρων, που μπορούσαν να είναι από απολύσεις εκπαιδευτικών και αναδιοργάνωση του προγράμματος μαθημάτων, μέχρι το κλείσιμο σχολείων ή τη μετατροπή τους σε charter schools, δηλαδή σχολεία που είναι μεν δημόσια, όμως οι αποφάσεις στελέχωσης και κατάρτισης εκπαιδευτικού προγράμματος λαμβάνονται από ιδιώτες «μετόχους».

Τα σχολεία ήταν επίσης υποχρεωμένα να διαχωρίσουν τους μαθητές σε υπο-ομάδες για τις ανάγκες των εξεταστικών στόχων, με βάση το οικονομικό και φυλετικό τους υπόβαθρο, και τις μαθησιακές τους δυσκολίες. Αν μόνο μία από αυτές τις υπο-ομάδες δεν επιτύγχανε τον στόχο, ολόκληρο το σχολείο έπαιρνε χαμηλό βαθμό στην αξιολόγηση, και έπεφτε στις τιμωρητικές διατάξεις του προγράμματος.

Το πρώτο και άμεσο αποτέλεσμα του προγράμματος No Child Left Behind, ήταν η εκούσια αναδιάταξη των πόρων και της προσοχής από τα ίδια τα σχολεία. Ζώντας και δουλεύοντας υπό το άγχος της χαμηλής αξιολόγησης, οι εκπαιδευτικοί και η διεύθυνση έδωσαν έμφαση στη διδασκαλία Αγγλικών και Μαθηματικών, των δύο μαθημάτων στα οποία «κρεμόταν» η αξιολόγησή τους, μειώνοντας τις ώρες και τους πόρους για τη διδασκαλία άλλων μαθημάτων, όπως η Βιολογία, η Κοινωνιολογία και τα Καλλιτεχνικά. Περικοπές υπήρξαν επίσης και σε εξωσχολικά προγράμματα.

Το δεύτερο αποτέλεσμα ήταν ότι η διδασκαλία αυτών των δύο βασικών μαθημάτων επικεντρώθηκε στα τεστ. Δηλαδή, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην χώρα μας με τις πανελλαδικές εξετάσεις, η ποιότητα της διδασκαλίας κρινόταν αυστηρά από τις επιδόσεις των μαθητών στα πολιτειακά τεστ, στην «παπαγαλία» δηλαδή της υπό εξέταση ύλης, και όχι στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης ή την ολοκληρωμένη εκμάθηση του αντικειμένου.

Και εδώ, κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια των εκπαιδευτικών η δαμόκλειος σπάθη της απόλυσης και της μείωσης της χρηματοδότησης. Αν η δουλειά σου κρίνεται αποκλειστικά από τις επιδόσεις των μαθητών σου στις εξετάσεις, τότε το μόνο που θα διδάξεις είναι η ύλη των εξετάσεων.

Ενώ το πρόγραμμα υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί ειδικά για να βελτιώσει τις επιδόσεις των μαθητών από φτωχές και υποβαθμισμένες περιοχές, ήταν αυτοί ακριβώς οι μαθητές που υπέφεραν περισσότερο από την επικέντρωση στα τυποποιημένα τεστ και τις τιμωρητικές συνέπειες της αποτυχίας.

Ο στόχος του προγράμματος ήταν όλοι μαθητές μιας πολιτείας να επιτύχουν το ίδιο συγκεκριμένο επίπεδο δεξιοτήτων. Ως αποτέλεσμα αυτού του στόχου, οι μαθητές των πιο φτωχών και «προβληματικών» περιοχών είχαν μεγαλύτερη απόσταση να διανύσουν για να φτάσουν στον στόχο, από ό,τι οι μαθητές των πιο πλούσιων (και ως επί το πλείστον πιο λευκών) περιοχών.

Επιπλέον, οι φτωχοί μαθητές είχαν περισσότερα να χάσουν από την περικοπή διδασκαλίας άλλων μαθημάτων και εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Ένας μαθητής ή μία μαθήτρια με οικονομική άνεση, έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τις υπόλοιπες δεξιότητές του/της και εκτός του σχολικού χρόνου, σε αντίθεση με αυτούς που δεν έχουν την αντίστοιχη άνεση και βασίζονται σε όσα το σχολείο μπορεί να προσφέρει.

Το ίδιο ίσχυσε και για τις «τιμωρητικές» διατάξεις του προγράμματος. Οι οικογένειες χωρίς οικονομική άνεση έβρισκαν και βρίσκουν πιο δύσκολο να στείλουν τα παιδιά τους σε κάποιο άλλο σχολείο ή για επιπλέον ώρες διδασκαλίας στα ίδια τυποποιημένα θέματα, έστω κι αν αυτές είναι δωρεάν (υπενθυμίζουμε, από ίδιους πόρους του σχολείου). Όπως και, σε ένα περιβάλλον όπου η έννοια του σχολείου είναι ήδη υποβαθμισμένη, στοιχίζουν πολύ περισσότερο στα παιδιά οι απολύσεις εκπαιδευτικών και οι αναδιοργανώσεις των μαθημάτων, που και πάλι απομάκρυναν τους μαθητές από πολύτιμες κι ενδιαφέρουσες γνώσεις, πέραν αυτών της Γλώσσας και των Μαθηματικών.

Παρά την πενιχρή βελτίωση των μαθητικών επιδόσεων στα δύο υπό εξέταση μαθήματα, το πρόγραμμα No Child Left Behind συνεχίστηκε και επί της θητείας του προέδρου Ομπάμα, αν και από το τέλος της πρώτης του τετραετίας έχει διαφορετικό όνομα (Every Student Succeeds) και μετέφερε αρκετή από την εξουσία από την κεντρική κυβέρνηση στις πολιτείες. Η εμμονή του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος με τις τυποποιημένες εξετάσεις και την αξιολόγηση βάσει αυτών, συνεχίζει να πλήττει ως επί το πλείστον τις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες.

Και εδώ ερχόμαστε στην ανησυχία για την ελληνική εκπαίδευση και τις προθέσεις της υπουργού. Για την ώρα τουλάχιστον, είναι μόνο αυτό: προθέσεις για «αξιολόγηση εκπαιδευτικών και σχολείων», εκπεφρασμένες σε μία «ωραιοποιητική» συνέντευξη, χωρίς ουδεμία λεπτομέρεια να είναι προς το παρόν γνωστή.

Όμως μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ένα αντίστοιχο σύστημα και στη χώρα μας, με έμφαση στην «αριστεία» όπως αυτή μπορεί να ορίζεται από την κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας, και με «τιμωρίες» για τους εκπαιδευτικούς και τα σχολεία που δεν επιτυγχάνουν «στόχους» και αναπτύσσουν ολόπλευρα τις προσωπικότητες και τις γνώσεις των μαθητών τους.

Ανδρέας Κοσιάρης