Ενώ τα διεθνή μέσα ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ υπέστη μεγάλο πλήγμα στις ενδιάμεσες εκλογές, καθώς έχασε τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, μια προσεκτική ματιά στην εκλογική ανθρωπογεωγραφία αλλά και το οικονομικό παρασκήνιο των εκλογών, οδηγεί σε λιγότερο αισιόδοξα συμπεράσματα.

Καταρχήν οι Δημοκρατικοί, αν και είχαν απέναντί τους τον πιο τραγικό πρόεδρο από τη δημιουργία του αμερικανικού κράτους, αλλά και τη στήριξη των μεγαλύτερων φιλελεύθερων MME, δεν κατάφεραν να δημιούργησαν το «μπλε τσουνάμι» που θα τους έδινε και τον έλεγχο της Γερουσίας. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, μετατρέποντας τις εκλογές σε προσωπικό δημοψήφισμα, απέδειξε ότι ο «τραμπισμός» δεν είναι ένα ιστορικό ατύχημα, αλλά ένα φαινόμενο με βαθύτερες ρίζες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολιτείες, όπου ο πρόεδρος έδωσε προσωπικά το «παρών», οι Ρεπουμπλικάνοι αύξησαν τις έδρες τους στη Γερουσία. Επίσης οι Ρεπουμπλικάνοι διατήρησαν την κυριαρχία τους σε περιοχές εργατικών στρωμάτων, ενώ οι Δημοκρατικοί πέτυχαν τις μεγαλύτερες νίκες τους σε περιφέρειες υψηλότερων εισοδημάτων και μορφωτικού επιπέδου.

Προφανώς οι ενδιάμεσες εκλογές έφεραν αρκετά ευχάριστα μηνύματα, όπως η εκλογή των δύο πρώτων μουσουλμάνων γυναικών (μεταξύ αυτών η πρόσφυγας Ιλχάν Ομάρ με καταγωγή από τη Σομαλία και την Παλαιστίνη). Επίσης η αριστερή Αλεξάντρια Οκάζιο Κορτεζ (κόρη Πορτορικάνου μετανάστη η οποία ξεκίνησε την πολιτική της σταδιοδρομία ενώ ακόμη εργαζόταν ως σερβιτόρα) έγινε η πιο νέα πολιτικός που κερδίζει μια θέση στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Και το γιόρτασε αναλόγως…

Αυτές οι σημαντικές νίκες όμως δεν πρέπει να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι το αμερικανικό πολιτικό σκηνικό μετατοπίστηκε προς τα αριστερά.

Καταρχήν οι νίκες των προβεβλημένων στελεχών των Δημοκρατικών στηρίχθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου ροή δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία τα καθιστά δέσμια των μεγάλων χορηγών τους. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2018 είναι οι πιο κοστοβόρες στην ιστορία των ΗΠΑ, αφού και τα δυο κόμματα δαπάνησαν (επισήμως) 5.2 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι Δημοκρατικοί δαπάνησαν περίπου 300 εκ. δολάρια περισσότερα από τους Ρεπουμπλικάνους και 44% περισσότερο από τις προηγούμενες ενδιάμεσες εκλογές.

Επαναλαμβάνοντας το γνωστό ψέμα του προέδρου Ομπάμα, ότι οι συνεισφορές προέρχονται από μικροποσά που δίνουν απλοί πολίτες, το Δημοκρατικό Κόμμα προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι μόνο το 16% των χορηγιών αντιστοιχούσε σε ποσά μικρότερα των 200 δολαρίων. Για άλλη μια φορά τον τόνο έδωσαν τα μεγαθήρια της Wall Street, τα χρήματα των οποίων δόθηκαν κατά 52% στους Δημοκρατικούς.

Το βασικότερο πρόβλημα όμως είναι ότι η ηγεσία των Δημοκρατικών αντί να ξεκινήσει ένα νέο «ανένδοτο αγώνα» μετακινήθηκε προς την γραμμή του Ντόναλντ Τραμπ.  «Αρκετά με τη διχόνοια… είναι στιγμή ενότητας», δήλωσε η επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόσι, η οποία αρκέστηκε να ψελλίσει ορισμένες ασαφείς υποσχέσεις για την προστασία του  Medicare και του Medicaid – σε τομείς δηλαδή, που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με τους Ρεπουμπλικάνους.

Την ίδια στιγμή επιβεβαίωσε την φιλοπόλεμη στάση της Χίλαρι Κλίντον σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και απέφυγε να σχολιάσει τα εθνικιστικά ξεσπάσματα του Τραμπ και το κυνήγι των μεταναστών, το οποίο είχε ξεκινήσει ο πρόεδρος Ομπάμα.

Αντίθετα οι Δημοκρατικοί ακολούθησαν το παράδειγμα του Τραμπ, επιλέγοντας υποψηφίους από πρώην στελέχη του στρατιωτικού κατεστημένου και των μυστικών υπηρεσιών. Ανάμεσα στις πρώτες έδρες που «κλείδωσαν» ήταν και αυτές δύο πρώην στελεχών της CIA (Αμπιγκέιλ Σπανβεργκερ στην Βιρτζίνια και Ελίζα Σλότκιν στο Μίτσιγκαν), ενώ ακολούθησαν αρκετά πρώην στελέχη του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Παρά το γεγονός ότι η βάση του δημοκρατικού κόμματος έχει δείξει σαφή δείγματα ριζοσπαστικοποίησης τους τελευταίους μήνες, η ηγεσία του κόμματος εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει τις οικονομικές ελίτ που, όπως έλεγε και ο Μπρεχτ, θέλουν να έχουν το κρέας στο τραπέζι, χωρίς να βλέπουν τον χασάπη την ώρα που σφάζει τα ζώα.