Του Γιώργου Κουκουμά – Εφημερίδα Χαραυγή 12/8/2018
Μια άγνωστη, για πολλούς Ελληνοκυπρίους, σελίδα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας είναι οι σφαγές Τουρκοκυπρίων από Ελληνοκύπριους φασίστες τόσο την περίοδο των διακοινοτικών ταραχών όσο και κατά το καλοκαίρι του 1974.

Οι περιπτώσεις της σφαγής των 126 Τ/κ [σημ.Κατ.: Τουρκοκυπρίων] γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων από τα τρία μικρά τ/κ [σημ.Κατ.: τουρκοκυπριακά] χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου -Μάραθα, Σανταλάρη και Αλόα- καθώς και η εκτέλεση 83 Τ/κ άοπλων αιχμαλώτων από την Τόχνη, τον Αύγουστο του 1974, από μέλη της ΕΟΚΑ Β, αποτελούν μια από τις μαύρες σελίδες στην ιστορία του τόπου μας.

Μάραθα, Αλόα, Σανταλάρης…

Αμέσως μετά την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου 1974, μέλη της ΕΟΚΑ Β από τα γύρω χωριά μπήκαν στα τρία τ/κ χωριά πυροβολώντας στον αέρα και εκφοβίζοντας. Εισέβαλαν στα σπίτια και μάζεψαν τους κατοίκους, τους οποίους μετέφεραν με λεωφορεία στο σχολείο της Περιστερωνοπηγής. Τους άντρες τους μετέφεραν αργότερα σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Αμμόχωστο και στη συνέχεια στη Λεμεσό. Κατά την περίοδο μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάσης της εισβολής, οι Ε/κ [σημ.Κατ.: Ελληνοκύπριοι] φασίστες προέβαιναν σε καθημερινές επιδρομές στα τρία χωριά, λεηλασίες, κλοπές, βιασμούς γυναικών αλλά και δολοφονίες. Με την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, οι εοκαβητατζήδες προχώρησαν στη μαζική εκτέλεση των 126 γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων, τους οποίους έθαψαν σε ομαδικούς τάφους που έσκαψαν με μπουλντόζες και ακολούθως κάλυψαν με σκουπίδια για να καλύψουν το έγκλημά τους.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τ/κ Ασιήρ Αχμέτ από τη Μάραθα, όταν λίγες μέρες αργότερα τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν την περιοχή, το σουηδικό απόσπασμα των Ηνωμένων Εθνών έγινε μάρτυρας της αποκάλυψης του αποτρόπαιου εγκλήματος, στο χώρο του σκυβαλότοπου του χωριού: «Όταν άρχισε η εκταφή (…) είδαμε δεκάδες αποκεφαλισμένα και ακρωτηριασμένα πτώματα, κυρίως παιδιών, τα οποία είχαν σκεπαστεί μόνο με σκουπίδια. Μερικά από τα θύματα ήταν δεμένα μεταξύ τους με τέλι. Μόνο σε μια περίπτωση, μετρήσαμε δέκα άτομα δεμένα με τέλι. Μερικά από τα θύματα ήταν μισοκαμένα. Σχεδόν όλα τα αγόρια κάθε ηλικίας ήταν χωρίς κεφάλια. Μεταξύ των παιδιών που βρέθηκαν δολοφονημένα στο σκυβαλότοπο ήταν και τα έξι αδέλφια μου, η μητέρα μου, η γιαγιά και η θεία μου μαζί με τα εφτά παιδιά της».

Ο Τ/κ Κιαμίλ Μέριτς, του οποίου οι δολοφόνοι σκότωσαν τη γυναίκα και τα πέντε παιδιά, δήλωσε ότι «όταν άνοιξαν τον τάφο, βρήκαν τη γυναίκα μου να κρατά το μικρότερο παιδί μας, 18 μηνών, και το μωρό μου είχε σαράντα σφαίρες στο σώμα του». Σύμφωνα με μαρτυρία του Ε/κ στρατιώτη Νίκου Γενιά (Χαραυγή, 20.7.1998), ο οποίος κατά την υποχώρηση από τον Πενταδάκτυλο πέρασε από τα τρία μαρτυρικά χωριά, «εοκαβητατζήδες με εκσκαφείς άνοιγαν λάκκους και έθαβαν τους γέρους και τα παιδιά που σκότωσαν σε αυτά τα χωριά. Μάλιστα ένας από αυτούς κομπάζοντας μάς είπε “Εμείς εκάμαμεν τη δουλειά μας…”»

Όταν τον Αύγουστο του 2009 η τ/κ εφημερίδα «Volkan» κατονόμασε 15 Ελληνοκύπριους ως τους δράστες του εγκλήματος, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Π. Κληρίδης ζήτησε από την Αστυνομία να συγκεντρώσει στοιχεία για εξιχνίαση της υπόθεσης. Ωστόσο οι έρευνες που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια δεν οδήγησαν σε εξιχνίαση. Οι φονιάδες είναι μέχρι σήμερα ατιμώρητοι.

Εν ψυχρώ εκτέλεση των Τ/κ της Τόχνης

Στις 14 Αυγούστου μέλη της ΕΟΚΑ Β συνέλαβαν 84 Τ/κ άνδρες από την Τόχνη (συμπεριλαμβανομένων και 12χρονων αγοριών) και αφού κρατήθηκαν για ένα βράδυ στο ελληνικό σχολείο, τους μετέφεραν με δύο λεωφορεία στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τον μοναδικό επιζήσαντα της Τόχνης, τον 19χρονο τότε Σουάτ Χουσέΐν, οι Τ/κ που επέβαιναν στο ένα λεωφορείο οδηγήθηκαν σε τοποθεσία κοντά στην Παλώδια, όπου εκτελέστηκαν με ριπές αυτόματων όπλων, ενώ στη συνέχεια οι Ε/κ φασίστες πυροβόλησαν στο κεφάλι όποιον ήταν ακόμα ζωντανός.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία οι εοκαβητατζήδες πυροβολούσαν τους άοπλους αιχμάλωτους επί δέκα λεπτά, αδειάζοντας και ξαναγεμίζοντας τα όπλα τους, ενώ στη σφαγή συμμετείχε και Ελλαδίτης αξιωματικός. Εκείνη τη νύχτα ο Σουάτ είδε με τα μάτια του όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα να πέφτουν νεκρά δίπλα του. Ανάμεσά τους ήταν και ο ίδιος, ο οποίος προσποιήθηκε τον νεκρό. Προηγήθηκαν φωνές και κραυγές. «Ένας από τους εκτελεσθέντες έπεσε πάνω μου», θυμάται, λέγοντας πως συνειδητοποίησε ότι ήταν ακόμα ζωντανός μόνο όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί. «Είχα κάποια τραύματα στο στήθος και τα χέρια, ενώ μια σφαίρα έξυσε το κεφάλι μου. (…) Μόλις βρήκα ευκαιρία σηκώθηκα και έτρεξα. Δεν είχα χρόνο ούτε να κλάψω». Όταν μερικούς μήνες μετά η ΟΥΝΦΙΚΥΠ προσπάθησε να διερευνήσει την υπόθεση, οι δολοφόνοι ξέθαψαν τα θύματα και τα έθαψαν στη Γεράσα. Οι επιβάτες του δεύτερου λεωφορείου εκτελέστηκαν και θάφτηκαν στην Παρεκκλησιά. Η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους εντόπισε και ταυτοποίησε σχεδόν όλα τα θύματα της Τόχνης. Οι φονιάδες της Τόχνης παραμένουν επίσης ατιμώρητοι.

Η αποκάλυψη των σφαγών είχε προκαλέσει τότε συγκλονισμό εντός και εκτός Κύπρου, ενώ φούντωσε και τη δολοφονική μανία του προελαύνοντος Αττίλα σε βάρος των Ε/κ που ξεριζώνονταν από τα χωριά τους. Πολλοί Ε/κ που είχαν αιχμαλωτιστεί από τον τούρκικο στρατό διηγούνται τα άγρια βασανιστήρια που υπέστησαν από τους Τούρκους, τα οποία παρουσιάζονταν από τους εισβολείς ως «αντίποινα» για τις σφαγές αυτές. Με άλλα λόγια, οι χουντικοί και οι εοκαβπταζήδες, αφού προσκάλεσαν -με το πραξικόπημα- τον Αττίλα, αντί να πολεμήσουν τον τούρκικο στρατό προτίμησαν να δολοφονούν αιχμαλώτους και γυναικόπαιδα στα μετόπισθεν. Την ίδια ώρα οι απλοί Ε/κ -στρατιώτες και πολίτες- πλήρωναν το τίμημα της προδοσίας.

Συγκάλυψη, διαστρέβλωση, εκμετάλλευση

Η νέα γενιά των Ε/κ ελάχιστα γνωρίζει για τα εγκλήματα της ε/κ ακροδεξιάς σε βάρος των Τ/κ. Σπάνιες φωτεινές εξαιρέσεις είναι οι περιπτώσεις που έγιναν παρουσιάσεις σε ε/κ ΜΜΕ. Οι Ε/κ εθνικιστές αρνούνται να μιλήσουν για τα εγκλήματα του φασισμού κατά των Τ/κ, προτάσσοντας το πρόσχημα ότι «έτσι απενοχοποιείται η Τουρκία για την εισβολή».

Η αλήθεια είναι ότι πολλοί από όσους ενοχλούνται από τις αναφορές σε αυτές τις σφαγές συνδέονται ιδεολογικοπολιτικά, ενδεχομένως και συγγενικά -ζούμε άλλωστε σε ένα πολύ μικρό τόπο- με τους εγκληματίες, οι οποίοι μέχρι σήμερα κυκλοφορούν ελεύθεροι, ατιμώρητοι και αμετανόητοι. Όλοι αυτοί επιλέγουν να αποσιωπούν ή να σχετικοποιούν αυτά τα εγκλήματα γιατί διαλύουν τους μύθους περί «άσπιλης ελληνικής φυλής».

Μάλιστα αποδίδουν ειρωνικά τη φράση «εκάμαμεν τζαι εμείς πολλά» σε όσους μιλούν για αυτές τις σφαγές, θέλοντας να τους παρουσιάσουν ως οπαδούς της συλλογικής ευθύνης ολόκληρης της ε/κ κοινότητας. Βέβαια πρόκειται για συνειδητά ψέματα διότι τουλάχιστον το ΑΚΕΛ δεν έχει πει ποτέ ότι «εκάμαμε τζαι εμείς» τέτοια εγκλήματα, αλλά το αντίθετο: «τα εκάμετε εσείς!», οι φασίστες ένθεν και ένθεν του συρματοπλέγματος. Η ευθύνη και η ντροπή ανήκει στο φασισμό και όχι στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Γι’ αυτό άλλωστε το ΑΚΕΛ δεν αντιπαραβάλλει με συμψηφισμό τα εγκλήματα του ελληνοκυπριακού φασισμού με αυτά του τουρκοκυπριακού φασισμού, αλλά τα αθροίζει ως τα συνολικά εγκλήματα του φασισμού κατά του κυπριακού λαού.

Παράλληλα, διαστρέβλωση υπάρχει και από τη σκοπιά της κοσμοπολίτικης φιλελεύθερης αντίληψης για το Κυπριακό, η οποία αποσπά το ζήτημα της εθνοτικής βίας στην Κύπρο από το συνολικό ιστορικοπολιτικό πλαίσιο των ξένων επεμβάσεων και σχεδιασμών στην Κύπρο, παρουσιάζοντας το Κυπριακό ως πρόβλημα μόνο -ή έστω πρωτίστως- αντίπαλων εθνικισμών. Αυτή η αντίληψη προσπερνά το γεγονός ότι το εθνικιστικό μίσος μεταξύ των δύο κοινοτήτων δεν έπεσε από τον ουρανό αλλά υποδαυλίστπκε από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα και τις «μητέρες πατρίδες».

Ότι όλα αυτά αποτελούσαν μέρος του Νατοϊκού σχεδίου για να διχοτομηθεί το νησί και να προωθηθεί η «διπλή ένωση» με τις Νατοϊκές μητέρες πατρίδες. Αυτή η θεώρηση συμπληρώνεται με μια πολιτική αντίληψη για τη λύση του Κυπριακού που εστιάζει μόνο στην ψυχολογική συμφιλίωση των δύο κοινοτήτων, χωρίς να αναδεικνύεται ως θεμελιώδης προϋπόθεση η οριστική απαλλαγή της Κύπρου από τους ξένους στρατούς, τους εγγυητές και τους κηδεμόνες.

Η πιο εξοργιστική εκμετάλλευση των εγκλημάτων αυτών γίνεται από τους τουρκικούς σοβινιστικούς κύκλους με στόχο να αποπροσανατολίσουν από την τουρκική κατοχή τα δικά τους φοβερά εγκλήματα σε βάρος των Ε/κ αλλά και την καταπίεση που υφίσταται η τ/κ κοινότητα από την Άγκυρα. Βαθύτερος στόχος της τουρκικής σοβινιστικής προπαγάνδας είναι να πείσει ότι οι Ε/κ αποτελούν κίνδυνο για τους Τ/κ και συνεπώς ο τουρκικός στρατός θα πρέπει να παραμείνει στο νησί για να… εγγυάται την ασφάλειά τους. Και ότι όλα αυτά αποδεικνύουν τάχα ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούν να ζήσουν μαζί και άρα η Κύπρος πρέπει να διχοτομηθεί σε δύο ανεξάρτητα κράτη.

Η αλήθεια φωτίζει το δρόμο

Μόνο η Αριστερά και ορισμένοι άλλοι συνεπείς υπερασπιστές της ιστορικής αλήθειας επέμεναν όλα αυτά τα χρόνια -με κόστος να λοιδορούνται ως ανθέλληνες και προδότες- να υπενθυμίζουν την άβολη αλήθεια ότι εγκλήματα διαπράχθηκαν από στοιχεία και των δύο κοινοτήτων και συγκεκριμένα από την ε/κ και την τ/κ φασιστική ακροδεξιά. To ΑΚΕΛ υπενθυμίζει αυτά τα εγκλήματα και τονίζει ότι «αν δεν πούμε την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, δεν πρόκειται να ξαναχτίσουμε την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες».

Και η αλήθεια είναι ότι στον κατάλογο της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων της Κύπρου μαζί με τους 1.510 Ε/κ αγνοούμενους υπήρχαν και 492 Τ/κ αγνοούμενοι. Κανένας άνθρωπος με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση ή άποψη για το Κυπριακό, μπορεί να αποφεύγει ερωτήματα όπως το πώς βρέθηκαν μαζικά μέσα σε πηγάδια παιδιά Τ/κ, τα οστά των οποίων ανακαλύπτονται σήμερα.

Η αναγνώριση των εγκλημάτων αυτών ούτε δικαιολογεί ούτε σβήνει το -συνεχιζόμενο άλλωστε- άλγος της τουρκικής κατοχής ούτε τα εγκλήματα του τ/κ σοβινισμού κατά των Ε/κ. Αντίθετα, συμπληρώνει την ιστορική εικόνα του ιμπεριαλιστικού εγκλήματος που συντελέστηκε σε βάρος ολόκληρου του κυπριακού λαού. Και είναι η ιστορική αλήθεια -ακόμα και αυτή που ενοχλεί- που οδηγεί στην αλληλοκατανόηση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Είναι η ιστορική αλήθεια -και όχι η αποφυγή των ενοχλητικών όρων ή των άβολων πτυχών της ιστορίας- που συμβάλλει στη δημιουργία στέρεου εδάφους για πραγματική συμφιλίωση των δύο κοινοτήτων η οποία πρέπει να εκφράζεται πρωτίστως ως κοινός αγώνας ενάντια στο κατοχικό και διχοτομικό στάτους κβο.