Ναζαρέτ μαρτυρίες βασανιστήρια Ισραήλ Παλαιστίνιοι

Μαρτυρίες για βασανιστήρια της Ισραηλινής αστυνομίας σε Παλαιστίνιους

Πηγή: Adalah

Δικηγόροι της Adalah – του Νομικού Κέντρου για τα Δικαιώματα της Αραβικής Μειονότητας στο Ισραήλ – συγκέντρωσαν πολλαπλές ένορκες καταθέσεις που μαρτυρούν για ανεξέλεγκτες, συστηματικές επιθέσεις από την Ισραηλινή αστυνομία και στυγνούς ξυλοδαρμούς Παλαιστίνιων διαδηλωτών, αθώων περαστικών, παιδιών και δικηγόρων μέσα στο αστυνομικό τμήμα της Ναζαρέτ κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στην πόλη τον περασμένο Μάιο.

Οι ωμές μαρτυρίες των θυμάτων, των δικηγόρων και του παραϊατρικού προσωπικού διηγούνται μια ιστορία συστηματικής αστυνομικής βαρβαρότητας και σωματικής, λεκτικής και ψυχολογικής κακοποίησης Παλαιστίνιων πολιτών του Ισραήλ στην πόλη του βορρά, και υποδεικνύουν τη λειτουργία ενός «δωματίου βασανιστηρίων» μέσα στο αστυνομικό τμήμα της Ναζαρέτ.

Η Adalah κατέθεσε επίσημη διαμαρτυρία προς κορυφαίους Ισραηλινούς αξιωματούχους τη Δευτέρα 7 Ιουνίου 2021, σχετικά με τα γεγονότα, που ξεκίνησαν στις 9 Μαΐου και συνεχίστηκαν για αρκετές ημέρες.

Στην επιστολή αυτή, οι δικηγόροι Ναρεμάν Σεχαντέχ-Ζοάμπι και Γουεσάμ Σαράφ σημείωσαν τη βάρβαρη και απροκάλυπτη βία της Ισραηλινής αστυνομίας στη Ναζαρέτ, κατά παράβαση των δικαιωμάτων των Παλαιστίνιων πολιτών που αρπάχθηκαν βίαια από τον δρόμο και κρατήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα, συμπεριλαμβανόμενων των δικαιωμάτων της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας, όπως και του δικαιώματος για νομική υποστήριξη.

Η Adalah συνόψισε στην επιστολή της μία σειρά ένορκων καταθέσεων για το τι συνέβη στο «δωμάτιο βασανιστηρίων» του Ισραηλινού αστυνομικού τμήματος της Ναζαρέτ τον Μάιο: Ισραηλινοί «αστυνομικοί οδήγησαν τους συλληφθέντες σε ένα δωμάτιο στην αριστερή πλευρά του διαδρόμου εισόδου του τμήματος, αναγκάζοντάς τους να καθίσουν στο πάτωμα με χειροπέδες, να χαμηλώσουν τα κεφάλια τους προς το πάτωμα, και ξεκίνησαν να τους χτυπούν σε όλα τα σημεία του σώματός τους, χρησιμοποιώντας κλωτσιές και γκλομπ, χτυπώντας τα κεφάλια τους σε τοίχους ή πόρτες, και άλλα. Οι αστυνομικοί τραυμάτισαν τους συλληφθέντες, τους τρομοκράτησαν και οποιοσδήποτε τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι του ρίσκαρε περισσότερο ξυλοδαρμό από τους αστυνομικούς. Σύμφωνα με τις καταθέσεις, το πάτωμα του δωματίου είχε καλυφθεί με αίμα από τους ξυλοδαρμούς.»

Οι περισσότερες από τις βίαιες συλλήψεις και τις επιθέσεις σε Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ στην πόλη της Ναζαρέτ πραγματοποιήθηκαν από τις ειδικές δυνάμεις της Ισραηλινής αστυνομίας, συμπεριλαμβανόμενων μυστικών αστυνομικών mista’aravim [ΣτΜ: κυριολεκτικά «ανάμεσα στους Άραβες»] που παρίσταναν τους Παλαιστίνιους. Οι Ισραηλινοί αστυνομικοί συνέχιζαν να δέρνουν, να σπρώχνουν και να στραγγαλίζουν τους συλληφθέντες καθ’οδόν από τον τόπο σύλληψης προς το αστυνομικό τμήμα.

Συμπληρωματικές μαρτυρίες υποδεικνύουν πως η Ισραηλινή αστυνομία απέτρεψε τους Παλαιστίνιους συλληφθέντες από το να δεχτούν επείγουσα ιατρική φροντίδα για τα τραύματά τους, που ήταν αποτέλεσμα των ξυλοδαρμών και των επιθέσεων των αστυνομικών.

Σχεδόν κάθε βράδυ κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στη Ναζαρέτ, ασθενοφόρα καλούνταν στο αστυνομικό τμήμα και τραυματισμένοι Παλαιστίνιοι συλληφθέντες μεταφέρονταν στα νοσοκομεία της πόλης. Άλλοι συλληφθέντες εμφανίστηκαν στο δικαστήριο έπειτα από τη σύλληψή τους με εμφανή σημάδια κακοποίησης και βίας, συμπεριλαμβανόμενων ραμμάτων στο κεφάλι, οιδημάτων στο πρόσωπο, αμυχών και εκτεταμένων εκχυμώσεων.

Ένορκες καταθέσεις δικηγόρων που βρέθηκαν στο σημείο υποδεικνύουν επίσης πως η Ισραηλινή αστυνομία επιτέθηκε σε αυτούς και σε συναδέλφους τους, που επιθυμούσαν να προσφέρουν νομική βοήθεια σε Παλαιστίνιους συλληφθέντες, χρησιμοποίησε βία για να τους απομακρύνει από το τμήμα, κατάσχεσε κινητά τηλέφωνα και συνέλαβε έναν από αυτούς.

«Όσα συνέβησαν εντός του αστυνομικού τμήματος της Ναζαρέτ αποτελούν βασανισμό και κακομεταχείριση, και απαιτούν την άμεση έναρξη ποινικής έρευνας για την εξέταση των περιστάσεων και των συνθηκών της κράτησης των διαδηλωτών στο τμήμα — συμπεριλαμβανόμενης της έρευνας και της δίωξης των αστυνομικών που εμπλέκονται στη βία», έγραψαν οι δικηγόροι της Adalah στην επιστολή τους.

Πρωτογενείς μαρτυρίες από το «δωμάτιο βασανιστηρίων» του αστυνομικού τμήματος της Ναζαρέτ:

Φαΐζ Ζμπεντεϊάτ, 21 ετών, φοιτητής, κάτοικος Ναζαρέτ

Οι διαδηλωτές στέκονταν σε κύκλο (…) και εγώ στεκόμουν 6-7 μέτρα μακριά τους. Έπειτα από λίγο, ένας αστυνομικός πλησίασε και ανακοίνωσε μέσω τηλεβόα ότι η συγκέντρωση ήταν απαγορευμένη και απαίτησε οι συμμετέχοντες να διαλυθούν. Όταν το άκουσα αυτό, έκανα μερικά βήματα πίσω για να γίνει ξεκάθαρο ότι δεν ήμουν κομμάτι της συγκέντρωσης. Ήμουν στο τηλέφωνο με έναν φίλο, και ένα δευτερόλεπτο αφότου το έκλεισα, οι αστυνομικοί έριξαν χειροβομβίδα κρότου-λάμψης στον δρόμο. Ξαφνικά, πρόσεξα έναν αστυνομικό της Συνοριακής Αστυνομίας να τρέχει προς το μέρος μου, και όταν έφτασε σε μένα μου έριξε γροθιά στη μύτη. Αμέσως είπα: «Στέκομαι μακριά [από τη διαδήλωση], τι έκανα; Δεν έκανα τίποτα». Ξαφνικά άρχισε να μου φωνάζει, να με βρίζει, να με χτυπά ξανά, και είπε, «Μη μου μιλάς, να μιλήσεις στον ανακριτή». Αμέσως είπα πως δεν αντιστέκομαι (…). Δύο ακόμα αστυνομικοί έφτασαν, με άρπαξαν και με έσπρωξαν προς έναν άλλο αστυνομικό της Συνοριακής Αστυνομίας που με άρπαξε, με χτύπησε και προσπάθησε να χτυπήσει το κεφάλι μου στον τοίχο. Ρώτησα γιατί με χτυπούν ενώ δεν αντιστέκομαι. Έβαλα μάλιστα και τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου, κι ας μη μου είχαν περάσει χειροπέδες. Ωστόσο, ο ίδιος άνδρας της Συνοριακής Αστυνομίας με χτύπησε στη μύτη με τον ασύρματο που κρατούσε. Σήκωσα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου για να προστατευτώ, και αυτό προκάλεσε την οργή του και ξεκίνησε να με βρίζει και να με απειλεί.

Οι αστυνομικοί με έσυραν, αρπάζοντάς με από το κεφάλι και αναγκάζοντάς με να κοιτώ κάτω. Με πήγαν στο αστυνομικό τμήμα, μερικά λεπτά μακριά με τα πόδια. Στον δρόμο για το τμήμα, οι ίδιοι αστυνομικοί συνέχιζαν να με χτυπούν αν και δεν αντιστεκόμουν καθόλου. Καθ’ οδόν, συναντήσαμε έναν αστυνομικό, μάλλον αξιωματικό, ο οποίος ξεκίνησε να γελά και τους είπε: «Συλλάβατε μόνο αυτόν; Δεν φτάνει. Χρειαζόμαστε κι άλλους».

[Στο αστυνομικό τμήμα της Ναζαρέτ], οι αστυνομικοί έφεραν κι άλλους συλληφθέντες στο δωμάτιο, κάποιοι από αυτούς ανήλικοι που εντούτοις κρατήθηκαν μαζί μας αντί να τους κρατήσουν κάπου χωριστά. Σε αυτό το σημείο, οι αστυνομικοί ξεκίνησαν να μας χτυπούν και να μας κλωτσούν με τα πόδια και τα γκλομπ τους. [Ο φίλος μου] που ήταν δίπλα μου, δέχτηκε ένα χτύπημα στο κεφάλι που του άνοιξε πληγή, η οποία άρχισε να ματώνει. Το αίμα ήταν εμφανές στο πάτωμα. Του είπα ότι πρέπει να ζητήσει άμεση ιατρική βοήθεια, αλλά φοβόταν ότι αν ζητούσε βοήθεια θα τον έδερναν ξανά. Οι αστυνομικοί έλεγαν συνέχεια «Κλείστε την πόρτα». Κανείς δεν επιτρεπόταν να σηκώσει το κεφάλι του· όποιος σήκωνε το κεφάλι ή μιλούσε, δερνόταν περισσότερο. Είδα έναν τύπο που είχε σπασμένη μύτη, το πρόσωπό του γεμάτο αίμα, κι όμως συνέχισαν να τον χτυπούν μέσα στο δωμάτιο. Ένας από τους αστυνομικούς είχε ένα όπλο M-16 και είδα να το χρησιμοποιεί για να χτυπήσει τους συλληφθέντες. Υπήρξε μία στιγμή που μπορούσα να ρίξω μια ματιά πίσω μου και είδα πως ένας αστυνομικός που χτυπούσε τους συλληφθέντες φορούσε μάσκα.

Οι αστυνομικοί μας χτυπούσαν στην πλάτη, μας σφαλιάριζαν στο πρόσωπο. Προσωπικά με χτύπησαν στην πλάτη. Προσπάθησαν να με χτυπήσουν στο κεφάλι, αλλά απέφυγα το χτύπημα, οπότε με χτύπησαν στο στομάχι και με σφαλιάρισαν στο πρόσωπο. Παρέμεινα ήρεμος και συγκροτημένος καθ’ όλη τη διάρκεια, αλλά όσοι αντιστάθηκαν ή αντέδρασαν χτυπήθηκαν περισσότερο. Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν συνέχεια να μας προκαλέσουν, έβριζαν και μας απειλούσαν. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του adhan (της Μουσουλμανικής προσευχής), ξεκίνησαν να γελούν και έλεγαν «Προσευχηθείτε να σας βγάλει ο Θεός από εδώ». Έπειτα από κάποιο διάστημα, ένας αστυνομικός με πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί απειλές. Έβρισε τη μητέρα μου, την αδερφή μου και τη σύζυγό μου. Έπειτα με ρώτησε, «Κατάλαβες;». Δεν απάντησα και αμέσως με χτύπησε στο πρόσωπο. Με ρώτησε ξανά: «Καταλαβαίνεις;». Συνέχισα να μην απαντώ και με χτύπησε ξανά στο πρόσωπο. Εν τέλει, είπε «Πήγαινε να εξηγήσεις στους φίλους σου». Με έσπρωξε πάλι κάτω στο πάτωμα και με χτύπησε ξανά.

Είδα σκόπιμο εξευτελισμό των συλληφθέντων. Είδα έναν από τους αστυνομικούς να κλωτσά έναν συλληφθέντα στο πόδι. Ένας άλλος αστυνομικός πλησίασε και του είπε «Δεν είναι αυτός ο τρόπος να δέρνεις κάποιον», και κλώτσησε τον συλληφθέντα πιο δυνατά. Οι δύο αστυνομικοί άρχισαν να γελούν.

Ομαγιέρ Λαουάμπνε, κάτοικος Ναζαρέτ

Το βράδυ του Eid el-Fitr [ΣτΜ: Η γιορτή που σηματοδοτεί το τέλος του μήνα του Ραμαζανιού] και τελευταία μέρα του Ραμαζανιού, ο αδερφός μου, εγώ και δύο άλλοι φίλοι αποφασίσαμε να βγούμε και να γιορτάσουμε με δύο ακόμα φίλους. Φύγαμε από το σπίτι γύρω στις 21:00 και πήγαμε στο κατάστημα «Checkers» κοντά στο πάρκινγκ της οδού Χαγκαλίλ στη Ναζαρέτ. Πάρκαρα το αυτοκίνητο εκεί, και πήγαμε να βγάλουμε λεφτά από ένα ATM. Αμέσως πρόσεξα την παρουσία πολλών αστυνομικών δυνάμεων στην περιοχή, με κάποιους αστυνομικούς να είναι πολύ καλά εξοπλισμένοι και να μοιάζουν με ειδικές μονάδες, όπως και μία διαδήλωση που λάμβανε χώρα σε κοντινό σημείο. Όταν το είδα αυτό, ξεκίνησα να περπατώ αργά για να απομακρυνθώ λιγάκι. Σε κάποιο σημείο, κοίταξα στα δεξιά μου και είδα έναν αστυνομικό με πλήρη εξάρτηση να τρέχει προς το μέρος μου με τη γροθιά του σηκωμένη στον αέρα. Ο αστυνομικός δεν μας είχε μιλήσει, δεν μας είχε φωνάξει, δεν είχε απαιτήσει να πούμε ποιοι είμαστε ή να σταματήσουμε. Μόλις μας είδε, έτρεξε προς το μέρος μου με τη γροθιά του σηκωμένη στον αέρα. Όμως το θέμα είναι, πως εμείς απλά στεκόμασταν εκεί, μακριά από τη διαδήλωση, σε ένα σημείο που δεν συγκεντρωνόταν κανείς.

Όταν είδα τον αστυνομικό να τρέχει προς το μέρος μου, φοβήθηκα και ήξερα ότι θα με χτυπήσει. Από φόβο, ξεκίνησα να τρέχω. Ήθελα να σταματήσω και να του εξηγήσω ότι δεν είχα κάνει τίποτα, αλλά όταν κοίταξα πίσω άκουσα κάποιον να φωνάζει «Ριχ’ την, ριχ’ την» και κατάλαβα ότι αναφέρονταν σε χειροβομβίδες κρότου-λάμψης. Οι αστυνομικοί ξεκίνησαν να τις ρίχνουν προς το μέρος μου, κι εγώ συνέχισα να τρέχω διότι ήξερα ότι αν σταθώ θα μπορούσα να τραυματιστώ άσχημα από αυτές. (…) Ενώ έτρεχα, ένας από τους αστυνομικούς σήκωσε το χέρι του και με χτύπησε στο αριστερό μάτι, και έπεσα στο έδαφος.

Κάλυψα το πρόσωπό μου ενώ εκλιπαρούσα τους αστυνομικούς που με περικύκλωσαν να με αφήσουν να φύγω διότι δεν είχα κάνει τίποτα. Ξαφνικά, ένας από αυτούς άρχισε να με κλωτσά στο πρόσωπο και το κεφάλι, πατώντας με τη μπότα του στο κεφάλι μου κι έπειτα στον ώμο μου. Αρκετοί αστυνομικοί μαζεύτηκαν γύρω μου καθώς ήμουν στο έδαφος. Άρχισαν να με χτυπούν, με κλωτσιές και γροθιές. Ένιωσα έντονο πόνο σε όλο μου το σώμα, από το κεφάλι ως τα πόδια μου. Ένας από αυτούς άρχισε να με κλωτσά στην αρτηρία πίσω από το αυτί μου. Σε εκείνη τη στιγμή, πίστευα ότι θα πεθάνω.

Έπειτα από μερικά λεπτά, δύο από τους αστυνομικούς με έσυραν στο αστυνομικό τμήμα. Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι δεν είχα κάνει τίποτα, αλλά όταν προσπάθησα να μιλήσω άρχισαν να με γρονθοκοπούν στο στομάχι. (…) Είδα ότι σε κάθε συλληφθέντα που έφερναν στο τμήμα, του χτυπούσαν το κεφάλι στην πόρτα. Προσπάθησα να κρατήσω το κεφάλι μου μακριά από την πόρτα, καθώς δεν ήθελα ένα σημάδι που θα έμενε για όλη μου τη ζωή, αλλά εντούτοις προσπάθησαν να χτυπήσουν το κεφάλι μου στην πόρτα.

Όταν μπήκαμε στο τμήμα, συνεχίσαμε ευθεία κι έπειτα στρίψαμε αριστερά μέσα σε μία πόρτα. Ένας από τους αστυνομικούς αμέσως ξεκίνησε να βρίζει εμένα και την οικογένειά μου, και ένας άλλος με σφαλιάρισε. Υπήρχαν πολλοί συλληφθέντες στο δωμάτιο, και σοκαρίστηκα όταν είδα ότι έμοιαζαν με αιχμάλωτους πολέμου: Τους είχαν αναγκάσει να κάθονται στο πάτωμα, με τα πόδια διπλωμένα κάτω από το σώμα τους και με τα κεφάλια κάτω. Ένας μασκοφόρος αστυνομικός περπατούσε τριγύρω στο δωμάτιο με ένα αντικείμενο στο χέρι του – δεν μπορούσα να πω αν ήταν γκλομπ ή κάτι άλλο – και όποιος σήκωνε το κεφάλι δεχόταν χτύπημα στο κεφάλι με αυτό. Με έσπρωξαν κάτω σε μία γωνία και χαμήλωσα το κεφάλι μου και κουλουριάστηκα. Εντούτοις, ο ίδιος αστυνομικός με χτύπησε στο κεφάλι με αυτό το αντικείμενο.

Δευτερόλεπτα αργότερα ένιωσα έναν έντονο πόνο στο κεφάλι μου, είδα ότι έτρεχε μεγάλη ποσότητα αίματος από ένα τραύμα στο κεφάλι, και ένιωσα ζαλάδα. (…) Όταν το είδαν αυτό, οι αστυνομικοί με έσυραν έξω, και με διέταξαν να βάλω το κεφάλι μου κάτω από μία βρύση. Τους είπα ότι δεν θα το κάνω διότι θα ενέτεινε τον πόνο και την αιμορραγία, επίσης πως δεν είναι γιατροί, και πως δεν χρειαζόμουν διάγνωση από αστυνομικούς αλλά ιατρική φροντίδα από επαγγελματία. Ένας από αυτούς που είπε να σκάσω και με χτύπησε στο στομάχι. Ένιωσα να απειλούμαι οπότε ακολούθησα τις εντολές τους και έβαλα μονάχα ένα κομμάτι του κεφαλιού μου κάτω από τη βρύση, ώστε να μην ακουμπήσει το νερό την πληγή. Τότε ο αστυνομικός μου είπε να «βάλω όλο το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση», με κράτησε από τον λαιμό και με ανάγκασε να το κάνω.

Μερικά λεπτά αργότερα δύο νοσηλευτές ήρθαν σε μένα. Μόλις με είδαν, αποφάσισαν αμέσως να με μεταφέρουν στο νοσοκομείο. (…) Όταν ήρθε το ασθενοφόρο, ο αστυνομικός που με χτύπησε απαίτησε να εξηγήσω στους νοσηλευτές τι συνέβη. Απάντησα πως ο αστυνομικός με χτύπησε με κάποιο αντικείμενο, αλλά εκείνος – σε μία προσπάθεια να καλύψει την καταγγελία μου – αρνήθηκε την εξήγησή μου και είπε, «Λάθος. Χτυπήθηκες από πέτρα [που έριξαν κάποιοι στη διαδήλωση]». Απάντησα πως δεν ήμουν στη διαδήλωση και πως στην πραγματικότητα οι αστυνομικοί με είχαν φωτογραφίσει στην είσοδο του τμήματος χωρίς κανένα τραύμα και χωρίς αιμορραγία, και πως μπορούσε να φανεί ότι τραυματίστηκα μονάχα αφότου με έφεραν εκεί.

Εκείνο το βράδυ με άφησαν να φύγω από το νοσοκομείο κατευθείαν για το σπίτι μου και όχι πίσω στο αστυνομικό τμήμα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ για δύο μέρες από τον πόνο και τη ζαλάδα. Δεν μπορούσα να φάω λόγω του πόνου από τα χτυπήματα στο στομάχι μου. Αν προσπαθούσα να φάω, ξεκινούσα να κάνω εμετό. Το πηγούνι μου πονούσε και δεν μπορούσα να μιλήσω καλά. Ήταν η πρώτη φορά που με συνέλαβαν, μια σύλληψη που πιστεύω ότι ήταν παράνομη, ανούσια και πολύ βίαιη. Από τότε, δεν με έχουν καλέσει στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση ή για κατάθεση.