Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Άμπι Μάρτιν κατέθεσε μήνυση κατά του Πανεπιστημίου Georgia Southern για την απόφασή του να ακυρώσει συνέδριο στο οποίο αυτή επρόκειτο να είναι κύρια ομιλήτρια, διότι η δημοσιογράφος δεν «συνερμορφώθη με τας υποδείξεις» και δεν δέχτηκε να υπογράψει κείμενο αποκήρυξης του κινήματος BDS και υποστήριξης στο Ισραήλ.

Η απόφαση του Πανεπιστημίου έρχεται ως επακόλουθο του πολιτειακού νόμου της Τζόρτζια, που υπέγραψε το 2016 ο κυβερνήτης της πολιτείας Νέιθαν Ντιλ, σύμφωνα με τον οποίο οποιοδήποτε άτομο ή εταιρεία που συνάπτει συμβόλαιο με την πολιτεία της Τζόρτζια ύψους τουλάχιστον 1.000 δολαρίων, οφείλει να δεσμευτεί ενυπόγραφα να μην υποστηρίξει το μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ.

Το Πανεπιστήμιο Georgia Southern είναι δημόσιο πανεπιστήμιο υπό την επίβλεψη του Πολιτειακού Πανεπιστημιακού Συστήματος της Τζόρτζια, που είναι επίσης εναγόμενος στη μήνυση. Ως εκ τούτου, η Άμπι Μάρτιν ουσιαστικά θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνταγματικότητα του συγκεκριμένου νόμου, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει το δικαίωμα ελευθερίας στην έκφραση που της δίνει η Πρώτη Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος.

Η Μάρτιν επρόκειτο να είναι η κύρια ομιλήτρια στο 2020 International Critical Media Literacy Conference, που επρόκειτο να λάβει χώρα στις 28 και 29 Φεβρουαρίου στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου στη Σαβάνα της Τζόρτζια. Η ίδια ισχυρίζεται ότι της ζητήθηκε να υπογράψει το εν λόγω κείμενο τον περασμένο Σεπτέμβριο και, έπειτα από την άρνησή της, το Georgia Southern ακύρωσε το συνέδριο τον ίδιο μήνα.

Η Μάρτιν είναι δημιουργός του ντοκιμαντέρ «Gaza Fights For Freedom», στο οποίο συνεργάστηκε με κινηματογραφιστές, δημοσιογράφους και ακτιβιστές από την Παλαιστίνη. Είναι ενεργή υποστηρίκτρια του κινήματος BDS και συνεργάζεται στενά με Παλαιστινιακές οργανώσεις.

Η μήνυση κατατέθηκε σε συνεργασία με το Συμβούλιο Αμερικανο-Ισλαμικών Σχέσεων [Council on American-Islamic Relations (CAIR)] και το Ταμείο Συνεργασίας για την Πολιτική Δικαιοσύνη [Partnership for Civil Justice Fund], και παρουσιάστηκε σε συνέντευξη τύπου τη Δευτέρα.

«Δεν θα παραιτηθώ των συνταγματικών μου δικαιωμάτων υπογράφοντας αυτή τη δέσμευση», είπε η Μάρτιν, λέγοντας ότι το Ισραήλ και το κίνημα BDS δεν επρόκειτο να είναι αντικείμενο της ομιλίας της. «Ήταν προγραμματισμένο να δώσω ομιλία ως δημοσιογράφος για τα ΜΜΕ και τον γραμματισμό στα μέσα επικοινωνίας».

Νόμοι αντίστοιχοι με αυτόν της Τζόρτζια εφαρμόζονται πλέον σε 28 πολιτείες των ΗΠΑ. Σκοπός της μήνυσης, αν είναι επιτυχημένη σε πολιτειακό επίπεδο, είναι να μεταφερθεί η μάχη στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, που είναι και τελικά αρμόδιο για να αποφασίσει περί της συνταγματικότητας του νόμου.

«Όλοι αυτοί οι νόμοι είναι σχεδιασμένοι για να τιμωρήσουν ανθρώπους που συμμετέχουν στο μποϊκοτάζ της Ισραηλινής κυβέρνησης για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Παλαιστίνιων και να εξαναγκάσουν άλλους να μην συμμετάσχουν στο μποϊκοτάζ», είπε στην συνέντευξη τύπου ο Έντουαρντ Μίτσες, διευθύνων σύμβουλος της τοπικής οργάνωσης του CAIR στη Τζόρτζια. «Αυτός ο νόμος είναι κατάφωρα αντισυνταγματικός».

Τον περασμένο Ιούλιο, το κοινοβούλιο των ΗΠΑ πέρασε νόμο που εναντιώνεται στο κίνημα BDS, ακολουθώντας αντίστοιχο νομοσχέδιο που πέρασε από τη Γερουσία, το οποίο επιτρέπει σε πολιτειακές ή τοπικές κυβερνήσεις να αρνηθούν να συνεργαστούν με άτομα ή εταιρείες που συμμετέχουν στο μποϊκοτάζ του Ισραήλ.

«Τα μποϊκοτάζ είναι θεμελιωδώς ένα προστατευμένο δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου», είπε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου η Μάρα Βερχάιντεν-Χίλιαρντ, διευθύνων σύμβουλος του Ταμείου Συνεργασίας για την Πολιτική Δικαιοσύνη. «Ένα πολιτικό μποϊκοτάζ είναι η δυνατότητα των ανθρώπων να συνασπίζονται (…) για να στείλουν ένα πολιτικό μήνυμα σε έναν άλλο φορέα ότι δεν θα αγοράσουν ή εμπορευτούν ή χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες του διότι πιστεύουν ότι αυτός ο φορέας συμμετέχει σε παραβίαση πολιτικών ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων.»