μαρμότας παράλληλο σύμπαν πανδημία ΝΔ κυβέρνηση πολίτες

Η μέρα της μαρμότας σε δύο παράλληλα σύμπαντα

Του Ανδρέα Κοσιάρη

Στην ταινία «Groundhog Day» του 1993, ο πρωταγωνιστής Μπιλ Μάρεϊ βρίσκεται παγιδευμένος σε μια χωροχρονική λούπα, ξαναζώντας την ίδια ημέρα φαινομενικά επ’ άπειρον – ή, για τις Χολιγουντιανές ανάγκες του «χαρούμενου τέλους», μέχρι να γίνει καλύτερος άνθρωπος και να βρει τον έρωτα. Μετά από έναν χρόνο Νεοδημοκρατικής αντιμετώπισης της πανδημίας, στην Ελλάδα έχουμε νιώσει στο πετσί μας αυτήν την αίσθηση αέναης επανάληψης του ίδιου σεναρίου σε καθημερινή βάση. Μόνο που στα μέρη μας, η «μέρα της μαρμότας» διεξάγεται σε δύο συνυπάρχοντα παράλληλα σύμπαντα.

Στο ένα σύμπαν, η «μέρα της μαρμότας» είναι Σισύφεια – κουβαλάμε τον βράχο μας μέχρι την κορυφή για να τον δούμε να κατρακυλά και πάλι μέχρι τον πάτο και φτου κι απ’ την αρχή. Απορούμε πώς είναι δυνατόν ο ελεύθερος χρόνος μας να κρίνεται επικίνδυνος και να επιδέχεται ακραίων περιορισμών, αλλά ο χρόνος εργασίας και μετακίνησης προς αυτήν να μην είναι αντικείμενο ούτε περιορισμού, ούτε αποσυμφόρησης. Ζούμε σε μία κατάσταση μόνιμου άγχους για τους δικούς μας ανθρώπους, και όσο πιο μακριά τους ζούμε, τόσο περισσότερο μας απαγορεύεται να τους προσφέρουμε βοήθεια. Φωνάζουμε για ενίσχυση της δημόσιας υγείας και βλέπουμε αντ’ αυτής άνευ λογικής μπαλώματα που ξηλώνουν το πουλόβερ σε χίλια-δυο άλλα σημεία. Νιώθουμε γύρω μας το σιγοβράσιμο μιας απελπισίας που γεννάται όχι μόνο από την οικονομική διάλυση, αλλά και από την εξαφάνιση των κοινωνικών επαφών και της συνύπαρξης. Μετράμε νεκρούς, μετράμε αστυνομικούς, μετράμε κομματικά στελέχη που πηδούν τη σειρά στους εμβολιασμούς, μετράμε θέματα υγείας, σωματικής και ψυχικής, που η κυβέρνηση ξεχνά ή αρνείται να αναγνωρίσει την ύπαρξή τους.

Το άλλο σύμπαν είναι αυτό που έχει κατασκευάσει γύρω της η κυβέρνηση και ζει σε αυτό μαζί με τα συστημικά ΜΜΕ που ταΐζει, και όσους πολίτες αδυνατούν να στρέψουν το κεφάλι τους από τις οθόνες της τηλεόρασης και να κοιτάξουν γύρω τους. Σε αυτό το σύμπαν η «μέρα της μαρμότας» είναι Χολιγουντιανά φτιαγμένη. Όλα γίνονται σωστά και ιδανικά, τα μέτρα είναι έξυπνα κι επιστημονικά. Με επιστημονική βούλα λοιμωξιολόγου δεν υπάρχουν φράγκα για ενίσχυση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, αλλά δεν πειράζει γιατί δεν κολλάει ο ιός σε πακτωμένα μετακινούμενα κλουβιά. Όπως επίσης δεν κολλάει σε κλειστούς χώρους εργασίας, γραφεία, εργοστάσια, ούτε σε τάξεις γεμάτες παιδιά. Κολλάει όμως σε ανοιχτούς χώρους, σε πλατείες, πάρκα, άλση και παραλίες – τι κι αν οποιοδήποτε μοντέλο αερόβιας μετάδοσης λέει τα αντίθετα, σε αυτό το σύμπαν τα μοντέλα είναι άχρηστα. Η μετατροπή κοινών ΜΕΘ σε ΜΕΘ-CoViD και η μετατροπή των νοσοκομείων σε χώρους αντιμετώπισης μίας και μόνο ασθένειας είναι επιτυχία, όχι ομολογία αποτυχίας. Οι γενναιόδωροι σχεδιασμοί για τον αριθμό εμβολιαστικών κέντρων και εμβολίων δεν έγιναν ποτέ, κι ας τους ακούσαμε με τα αυτιά μας.

Φυσικά αυτή η ύπαρξη ενός άλλου παράλληλου κυβερνητικού σύμπαντος δεν εξαντλείται μόνο στα της πανδημίας. Πέρσι τέτοια εποχή, λίγο πριν και ενώ εμφανίζονταν τα πρώτα κρούσματα σε ταξιδιώτες από την Ιταλία και την Ιερουσαλήμ, η κυβέρνηση εφεύρισκε έναν «πόλεμο» εναντίον άοπλων προσφύγων και μεταναστών στα σύνορα του Έβρου. Οι εκπαιδευμένοι σε μίσος και ξενοφοβία πολίτες έπλεκαν κάλτσες για το μέτωπο και έστελναν — μαζί με την αφάν γκατέ της εθνικής επιχειρηματικότητας που λειτουργεί συχνά με σημαία Λιβερίας — φαγητό στους φαντάρους και τους αυτόκλητους πολιτοφύλακες, κι ας ήταν απέναντι οι πεινασμένοι.

Φέτος, μερικοί από τους καλύτερους αποδέκτες χρηματοδότησης από τη λίστα Πέτσα θυμήθηκαν με διθυράμβους τη «νίκη» στον «πόλεμο ενάντια στην Τουρκία» – κι ας μην έπεσε βόλι κατά Τούρκου, κι ας συνεχίστηκε απρόσκοπτα το εμπορικό κι επιχειρηματικό αλισβερίσι με τον «αντίπαλο», κι ας αντιγράφει η ελληνική κυβέρνηση μερικά από τα αγαπημένα αντιδημοκρατικά τερτίπια του Ερντογάν. Όσοι υποδεικνύαμε ότι οι σφαίρες πέφτουν κατά άοπλων ανθρώπων, όσοι στηλιτεύαμε την απανθρωπιά (και την παρανομία) των επαναπροωθήσεων σε ξηρά και θάλασσα, ήμασταν (και είμαστε ακόμα υποθέτω) «πράκτορες των Τούρκων» που «πληρωνόμαστε καλά» για να σπιλώνουμε την Πατρίδα – κι ας ετοιμάζεται σιγά-σιγά να πληρώσει η Ελλάδα τα εγκλήματά της κατά προσφύγων και μεταναστών στα Διεθνή Δικαστήρια.

Η ίδια παράλληλη πραγματικότητα ισχύει και στην υπόθεση της απεργίας πείνας Κουφοντίνα. Η μη εφαρμογή ενός φωτογραφικού (και άρα «κανονικά» παράνομου) νόμου από την κυβέρνηση, μεταφράζεται ως «ισότητα απέναντι στον Νόμο». Η διεκδίκηση ενός δικαιώματος γίνεται «καπρίτσιο» και «εκβιασμός» – όπου, περιέργως, ο «εκβιαζόμενος» δεν έχει να χάσει τίποτα και ο «εκβιαστής» τα πάντα.

Περισσότερο κι από τις φασιστικές τάσεις κι επιθυμίες της κυβέρνησης, είναι επικίνδυνη η εδραίωση αυτού του παράλληλου σύμπαντος. Η απήχηση που έχει σε αρκετά ευήκοα ώτα πολιτών η πλαστή και κατασκευασμένη πραγματικότητα, τα εξόφθαλμα ψέμματα, το κοινό παπατζηλίκι υπουργών, βουλευτών, εκπροσώπων και πρόθυμων παπαγάλων.

Διότι κανένα αντιδημοκρατικό καθεστώς δεν έχει επιτύχει ποτέ χωρίς την, έστω σιωπηλή, αποδοχή μερίδας του πληθυσμού, χωρίς την παθητική ή ενεργητική συνεργασία της. Η δίψα για αίμα και θάνατο των «άλλων», που έχει καλλιεργηθεί συστηματικά τουλάχιστον από τότε που ο Καρατζαφέρης καθιερωνόταν σε μόνιμο στασίδι στα τηλεοπτικά παράθυρα, έχει οδηγήσει σε ηθελημένη τύφλωση, σε πίστη στη μαγεία των απατεώνων ταχυδακτυλουργών επί σκηνής – στην παγίδευση σε μια ατελείωτη μέρα της μαρμότας σε ένα παράλληλο σύμπαν.