Του Αρη Χατζηστεφάνου

Η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία καλώντας τους πιστούς να συνεχίζουν να συναθροίζονται με υπερήλικες σε κλειστούς χώρους και να χρησιμοποιούν ένα κοινό κουτάλι, έκανε ό,τι θα περίμενε κανείς από ένα βαθιά αντιδραστικό θεσμό της ελληνικής κοινωνίας.

Η αδιαφορία για τα πορίσματα της επιστήμης βρίσκεται στην καρδιά κάθε εκκλησίας (παρά το γεγονός ότι ο ισλαμικός κόσμος και η καθολική εκκλησία ακολούθησαν τις συστάσεις των γιατρών και κρατικών υπηρεσιών σε σχέση με τον κορονοϊό).

Να σημειωθεί βέβαια ότι η απάνθρωπη στάση των εκκλησιών δεν έχει αναγκαστικά σχέση με τα διδάγματα αρκετών θρησκειών, οι οποίες στα ιερά κείμενά τους περιλαμβάνουν ακόμη και πρακτικές συμβουλές για την προστασία των πιστών: πχ το Λευιτικό αναφέρεται στην επιβολή καραντίνας και το Κοράνι έχει οδηγίες για την προστασία από ευπαθή κρέατα όπως… το χοιρινό.

Ας επανέλθουμε όμως στους «εκπροσώπους» του θεού. Ακόμη και αν εξετάσει κανείς τον ρόλο της ελληνικής εκκλησίας σαν μια επιχείρηση, που λειτουργεί στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, η στάση της ήταν υποδειγματική και αναμενόμενη. Ένα κρατικοδίαιτο σώμα επαγγελματιών φρόντισε να προφυλάξει το βασικό προϊόν του, δηλαδή την πίστη, προσβλέποντας τόσο στο άμεσο κέρδος (των πιστών που προσέρχονται κάθε Κυριακή στην εκκλησία) όσο και σε μελλοντικά έσοδα από την προώθηση του brand name του.

Με όρους επιχειρηματικότητας (entrepreneurship) θα λέγαμε ότι έκανε disrupt στην παγκόσμια αγορά της πίστης, προωθώντας ένα προϊόν που αμφισβητούνταν.

Ακόμη όμως και σε πολιτικό επίπεδο η επίδειξη ισχύος απέναντι σε κρατικούς φορείς και την πολιτεία έδωσε το μήνυμα για το ποιος πραγματικά κυβερνά αυτή τη χώρα. Μήνυμα το οποίο μπορεί να ρευστοποιηθεί οικονομικά με την πρώτη ευκαιρία σε περίπτωση που τεθούν στο τραπέζι ζητήματα όπως η κρατική μισθοδοσία των κληρικών, η πλήρης φοροασυλία κτλ.

Σε τελική ανάλυση η ελληνική εκκλησία λειτούργησε όπως οι μεγαλύτερες πολυεθνικές του πλανήτη – αδιαφορούν για το κοινωνικό σύνολο, το οποίο απομυζούν με κάθε ευκαιρία μέσω του κρατικού μηχανισμού.

Τι γίνεται όμως με τους Έλληνες επιστήμονες αλλά και τους πολιτικούς που αθέτησαν τους όρκους τους για την προστασία της κοινωνίας; Δηλώσεις όπως αυτές τις λοιμωξιολόγου Ελένης Γιαμαρέλλου (και πολλών άλλων), θα έπρεπε να έχουν οδηγήσει σε άμεση αφαίρεση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Για όσο διάστημα τέτοιοι άνθρωποι μπορούν να φορούν ιατρική στολή, ο πρόεδρος του ιατρικού συλλόγου είναι υπόλογος για κάθε θύμα τους.

Γιατί, δεν παραβίασαν απλώς τον όρκο τους στον Ιπποκράτη, αλλά προχώρησαν σε διασπορά ψευδών ειδήσεων, που τιμωρείται με φυλάκιση ενός έως τριών ετών.

Υπόλογα απέναντι στη δικαιοσύνη και τον ιατρικό σύλλογο έπρεπε να βρίσκονται και ΟΛΑ τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας, που ακόμη και σήμερα δεν έχουν τοποθετηθεί επίσημα για το θέμα της θείας κοινωνίας, αλλά αρκούνται σε διαρροές προς δημοσιογράφους. Η τιμωρία τους πρέπει να είναι παραδειγματική, με πρώτους φυσικά τους πολιτικούς προϊσταμένους τους.

Ένα μεγάλο τμήμα δημόσιων λειτουργών κι επιστημόνων φέρει ακέραια την ευθύνη για κάθε κρούσμα που ενδέχεται να υπάρξει μεταξύ των πιστών. Για αυτό άλλωστε σε όλες τις χώρες του κόσμου – πλην της Ελλάδας – η επίσημη πολιτεία επέβαλε τη θέλησή της στις εκκλησίες.

Συνεχίστε τώρα να ανησυχείτε για τον μπολιτισμό σας που απειλείται από την «εισβολή» των προσφύγων.