Πηγή: Natasha Lennard – The Intercept
Μετάφραση/Επιμέλεια: Δήμητρα Μπέη

Την Τετάρτη 19 Αυγούστου το Facebook ανακοίνωσε την επέκταση της «Πολιτικής περί επικίνδυνων ατόμων και οργανισμών», αφαιρώντας ή περιορίζοντας εκατοντάδες σελίδες που σχετίζονται με ομάδες που, όπως ισχυρίζεται, προωθούν τη βία. Μέχρι στιγμής σχεδόν 1.000 ομάδες και περισσότερες από 500 σελίδες έχουν καταργηθεί, ενώ έχουν περιοριστεί 1.400 χάσταγκ στο Instagram.

Το Facebook έκλεισε τις σελίδες κάποιων ακροδεξιών πολιτοφυλακών, όπως η Πολιτική Φρουρά του Νέου Μεξικού, μια ένοπλη οργάνωση επαγρύπνησης, της οποίας οι ηγέτες φέρουν τη σβάστικα ως τατουάζ. Επιπλέον, στοχοποίησε εμμέσως σε δημόσια ανακοίνωση και εν συνεχεία αφαίρεσε ομάδες που σχετίζονται με την ακροδεξιά θεωρία συνωμοσίας QAnon. Η συγκεκριμένη θεωρία αφορά την υποτιθέμενη ύπαρξη ενός μυστικού σχεδίου σατανιστών και παιδόφιλων με στόχο την απομάκρυνση του Τραμπ από τα ηνία των ΗΠΑ.

Στο στόχαστρο ωστόσο της ανωτέρω «προστατευτικής για τους χρήστες», κατά το Facebook, νέας πολιτικής βρέθηκαν και διάφορες αναρχικές και αντιφασιστικές σελίδες. Μεταξύ των σελίδων που αφαιρέθηκαν ήταν αυτές των αντιφασιστικών ειδήσεων και του ερευνητικού ιστότοπου It’s Going Down, μιας πλατφόρμας που δημοσιεύει ειδήσεις, αναλύσεις και αναφορές για κοινωνικούς αγώνες, καθώς και ερευνητική εργασία για την έκθεση λευκών φασιστικών και νεοναζιστικών δικτύων. Το Crimethinc, προμαχώνας της αριστερής και αναρχικής έκδοσης και σκέψης από τη δεκαετία του 1990, είδε επίσης τη σελίδα του στο Facebook να αφαιρείται. Οι σελίδες ομάδων που οργανώθηκαν γύρω από τις συνεχιζόμενες και ισχυρές αντιρατσιστικές εξεγέρσεις έκλεισαν επίσης, συμπεριλαμβανομένου του PNW Youth Liberation Front, ενός δικτύου συλλογικοτήτων νέων με ενεργή δράση και συμμετοχή σε πολλές διαμαρτυρίες.

Η εν λόγω κίνηση ακολουθεί ένα μοτίβο που έχει πλέον καθιερωθεί από την κυβέρνηση Τραμπ και δημιουργεί αδικαιολόγητες ψευδείς ισοδυναμίες μεταξύ των οργανωμένων φασιστών και των αντιφασιστών που τους αντιτίθενται σθεναρά. Η δαιμονοποίηση των αντιφασιστών έχει γίνει το επίκεντρο της προπαγάνδας επανεκλογής του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η οποία λειτουργεί τόσο για να ποινικοποιήσει τη διαφωνία όσο και για να στιγματίσει τον αγώνα απελευθέρωσης των Μαύρων.

Η απόφαση του Facebook να αντιμετωπίζει τις αριστερές πλατφόρμες κοινωνικής δικαιοσύνης ως ισοδύναμες με ρατσιστικές ομάδες πολιτοφυλακών αποτελεί απλώς επέκταση της θέσης της κυβέρνησης. «Για μήνες, ο Ντόναλντ Τραμπ ζητούσε αυτή την καταστολή σε μια σειρά από δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατηγορώντας ρητά τους αναρχικούς και τους αντιφασίστες για το κύμα διαδηλώσεων σε όλη τη χώρα που προκλήθηκε από τη διαρκή αστυνομική βία στις Ηνωμένες Πολιτείες», ήταν η δήλωση του Crimethinc.

Οι απαγορεύσεις του Facebook, που απηχούν τα λεγόμενα του Τραμπ, εξομοιώνουν τη «βία» της ανατρεπτικής αντιρατσιστικής διαμαρτυρίας με τη βία των νεοναζί που δολοφονούν μετανάστες και έγχρωμους ανθρώπους. Η εξίσωση από το Facebook της «αντιβίας» των μαχητικών, αντιρατσιστικών και αντιφασιστικών οργανώσεων και της ωμής βίας των υπέρμαχων της λευκής ανωτερότητας φασιστών είναι μια δήλωση, με αβέβαιους όρους, για το ποια ζωή θεωρεί ότι έχει σημασία.

Ο ορισμός της βίας δεν είναι ουδέτερος. Σύμφωνα με τη λογική του Facebook, είναι νόμιμο για την αστυνομία να σκοτώνει χίλιους ανθρώπους ετησίως, να γίνονται απελάσεις, απαγωγές και φυλακίσεις εκατομμυρίων και να βομβαρδίζονται πολίτες, αρκεί ο επιτιθέμενος να είναι μια καθιερωμένη κυβέρνηση . Αντίθετα είναι «βίαιοι» όσοι προσπαθούν να αποτρέψουν έναν λευκό εξτρεμιστή να επιτεθεί σε πλήθος διαδηλωτών ή οργανώνονται και διαδηλώνουν για να προστατευθούν από τα φασιστικά και κρατικά τάγματα εφόδου. Η απόκρυψη των φωνών εκείνων που επιδιώκουν να προστατεύσουν τις κοινότητές τους από τη λευκή και θεσμική βία είναι μια σαφής απόφαση να ομαλοποιηθεί η βία, όσο αυτοί που τη χρησιμοποιούν είναι μια καθιερωμένη δύναμη.

Ενδεικτικά, οι ακροδεξιές ομάδες πραγματοποίησαν 329 δολοφονίες τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Αντίστοιχα καμία δολοφονία δεν έχει αποδοθεί στο αντιφασιστικό κίνημα. Μεταξύ του 2009 και του 2018, οι λευκοί και ακροδεξιοί εξτρεμιστές ήταν υπεύθυνοι για το 73% των εξτρεμιστικών δολοφονιών στις ΗΠΑ, ποσοστό στο οποίο δεν συνυπολογίζονται οι κρατικές κυρώσεις και οι ρατσιστικές δολοφονίες που πραγματοποίησε η αστυνομία.

To Facebook «πουλούσε» πάντα τον εαυτό του ως μια ελευθεριακή πλατφόρμα στην οποία τα άτομα μπορούν να εκτονώσουν τις κοινωνικές τους ανησυχίες. Το προσωπείο της ανοχής αλλά και υποστήριξης των επαναστατικών φωνών φοριέται μόνον όταν πρόκειται να εξυπηρετηθούν τα τοπικά ή διεθνή πολιτικά συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι διαχειριστές του Facebook προχώρησαν τώρα σε αυτή την κίνηση λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ. Θεωρίες συνωμοσίας όπως η QAnon, στην οποία ο Τραμπ έχει αντιδράσει θετικά στο παρελθόν, δεν συνάδουν πια με το σοβαρό προφίλ που επιχειρεί να πλασάρει για τον τωρινό Πρόεδρο των ΗΠΑ η επικοινωνιακή του ομάδα. Αντίστοιχα τα αντιφασιστικά κινήματα που μαζικοποιήθηκαν τους προηγούμενους μήνες και αντιμάχονταν την φυλετική και ταξική ανισότητα που μαστίζει τις ΗΠΑ αποτελούν αγκάθι για την προεδρία του Τραμπ.

Δεν θα πρέπει λοιπόν να μας προκαλεί εντύπωση η υιοθέτηση λογικών «περί δύο άκρων» και «ισαποστακισμού» και τα παρεπόμενα αποτελέσματα αυτών όπως η τοποθέτηση στο ίδιο «φυλετικό εξτρεμιστικό καζάνι» των ακτιβιστών του κινήματος Black Lives Matter και των νεοναζί λευκών εθνικιστών. Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, τα πολιτικά κόμματα και οι θεσμοί βίας των καπιταλιστών βαδίζουν πάντα χέρι-χέρι και είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να προωθήσουν τις πειθήνιες απόψεις στο όνομα του αστικού πλουραλισμού και ταυτόχρονα να θέσουν στο περιθώριο άλλες, απλά αναπροσαρμόζοντας την ίδια την ιδέα της ελευθερίας του λόγου.