Ο Ντέιβιντ, ένας πρώην πανκ του Λονδίνου, φωτογραφίζεται με Γιαπωνέζους τουρίστες στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Στην άλλη άκρη του πλανήτη ο Χόρχε, κάτοικος ενός πλωτού νησιού που κατασκευάζουν ιθαγενείς της λίμνης Τιτικάκα ανάμεσα στο Περού και τη Βολιβία, υποδέχεται καθημερινά στην καλύβα του περίπου 200 τουρίστες.

Κανένας από τους δυο δεν περιλαμβάνεται στα 198 εκατομμύρια ανθρώπων που απασχολούνται στην παγκόσμια βιομηχανία τουρισμού. Και οι τρεις όμως συμβάλλουν ή συνέβαλαν στο παρελθόν στα 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ που αποτελούν σήμερα τον τζίρο του συγκεκριμένου κλάδου.

Η σύγχρονη βιομηχανία τουρισμού δεν αρκείται στους ξεναγούς, τους ταξιδιωτικούς πράκτορες και τους ξενοδόχους για να προσελκύσει τα θηράματά της. Ο σύγχρονος τουρίστας απαιτεί να ζήσει την «καθημερινότητα» της χώρας που επισκέπτεται ακόμη και αν αυτή έχει εκλείψει από τα τέλη του 19ου αιώνα ή και παλαιότερα. Κάθε λογής φουστανελοφόροι, βεδουίνοι, καμηλιέρηδες και γητευτές φιδιών, από το Μαρόκο μέχρι την οροσειρά των Άνδεων φορούν, λοιπόν, καθημερινά τη στολή εργασίας των προγόνων τους και δημιουργούν τις συνθήκες που θέλει να προβάλει στα φυλλάδιά του κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο.

Φυσικά ο τουρίστας του 21ου αιώνα δεν είναι ο Αμερικάνος επισκέπτης της δεκαετίας του 70 που θέλει να τον σερβίρουν με τη φουστανέλα της ελληνικής επανάστασης και να χορεύουν υπό τους ήχους του «ζόρμπα δε γκρικ». Όλα πρέπει να γίνουν πιο φυσικά. Για να δω έναν βεδουίνο στην έρημο Βαντιράμ της Ιορδανίας, έπρεπε να ταξιδέψω για αρκετά χιλιόμετρα (μέσα στο κλιματιζόμενο Land Rover του ξεναγού). Μόνο την τελευταία στιγμή κατάλαβα ότι περιπλανιόμασταν όλη την ημέρα στην έρημο και επιστρέψαμε σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων από την πόλη για να πιούμε τσάι με τον «στρατηγικά τοποθετημένο» βεδουίνο.

Φυσικά υπάρχουν και τα απρόοπτα. Πριν από μερικά χρόνια ταξιδεύοντας στη ζούγκλα του Αμαζονίου στα σύνορα του Ισημερινού με την Κολομβία γίναμε μάρτυρες της πρώτης απεργίας φύλαρχου ο οποίος αρνούνταν να επικοινωνήσει με κάποιο πνεύμα αν δεν λάμβανε τα μηνιάτικά που του όφειλε ο ξεναγός μας. Χρειάστηκαν διαπραγματεύσεις ωρών και τα γιουχαϊσματα ορισμένων επισκεπτών ώστε οι δυο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία.

Το μυστικό βέβαια για να αισθανθείς ότι ζεις κάτι από τη μαγεία του Λώρενς της Αραβίας ή των εξερευνητών-κατακτητών της Νότιας Αμερικής, είναι να πιστέψεις ότι όλα γίνονται… συμπτωματικά. Ότι είναι, δηλαδή, απόλυτα φυσιολογικό να πετύχεις έναν βεδουίνο στη μέση της ερήμου (ο οποίος δεν έχει κανένα μέσο βιοπορισμού εκτός από τα λεφτά σου) ή μια γιαγιά που πλέκει καλάθια στο Περού ακριβώς πάνω στο μονοπάτι από όπου περνούν οι τουρίστες.

Και φυσικά δεν πρέπει να τους πληρώσεις. Όλα περιλαμβάνονται στην τιμή του πακέτου και τα φροντίζει από τις προηγούμενες ημέρες το ταξιδιωτικό γραφείο. Υπάρχουν βέβαια και οι «ερασιτέχνες» και οι «ελεύθεροι επαγγελματίες» που θέλουν τα λεφτά στο χέρι. Με μερικά δολάρια μπορείς, λόγου χάρη, να βγάλεις μια πραγματικά επαγγελματική φωτογραφία με κάποιο απόγονο των Ινκας που κάθεται στωικά δίπλα σε ένα λάμα με φόντο τα ερείπια του Μάτσου Πίτσου. Αν όμως δεν πληρώσεις, ή δεν διαθέτεις του απαιτούμενους τηλεφακούς στη μηχανή σου ώστε να τον απαθανατίσεις από μεγάλη απόσταση, είναι ζήτημα αν θα πετύχεις έστω και το λάμα. Τα ίδια και στα ερείπια του Κούζκο μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα. Μόλις κατέβεις από το λεωφορείο για να επισκεφτείς τα ερείπια του ή του συνειδητοποιείς οτι σε περιμένει μια χωρωδία ανθρώπων με τοπικές φορεσιές -και τα απαραίτητα λάμα. Φωτογραφίες επιτρέπονται αλλά με το αζημίωτο.
Από τον οικοτουρισμό στον… ιμπεριαλισμό

Η αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων διακοπών που θα συνδυάζει ανακάλυψη παρθένων περιοχών του πλανήτη και γνωριμία με τους τοπικούς πληθυσμούς ξεκινά ουσιαστικά στις αρχές της δεκαετίας του 70. Αν και η τάση αυτή θα επικρατήσει να ονομάζεται οικοτουρισμός, στο πέρασμα του χρόνου ακαδημαϊκοί έχουν περιγράψει το φαινόμενο ως «ήπιο τουρισμό», «πράσινο τουρισμό» ή ακόμη και «ελαφρύ τουρισμό». Πρόκειται για μια μορφή αντίδρασης στα δείγματα μαζικού τουρισμού που δημιουργούνται στις δυτικές κοινωνίες λόγω των νέων συνθηκών εργασίας. Μέσα σε διάστημα τριών δεκαετιών ο οικοτουρισμός αντιστοιχεί πλέον στο 25% των ταξιδιών αναψυχής που πραγματοποιούνται παγκοσμίως.

Στην πρώτη «ρομαντική περίοδο» οι οικοτουρίστες, που προέρχονται συνήθως από χώρες της Δυτικής Ευρώπης ή τη βόρεια Αμερική ανακαλύπτουν πραγματικά απάτητα μονοπάτια του πλανήτη. Παράλληλα μια σειρά οικονομολόγων πιστεύει ότι ανακάλυψε το άγιο δισκοπότηρο του τουρισμού: Οι επισκέπτες πληρώνουν τους ντόπιους για να διαφυλάξουν τα ήθη και τα έθιμα των κοινωνιών τους αλλά και το φυσικό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκαν.

Σύντομα βέβαια οι θιασώτες του οικοτουρισμού θα συνειδητοποιήσουν ότι οι περιοδείες τους στα παρθένα δάση του Αμαζωνίου αρχίζουν να θυμίζουν τις εκστρατείες των Ισπανών κατακτητών του 15ου αιώνα. Όπως εξηγεί ο Ντέιβιντ Σάλερ καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα, που έχει ασχοληθεί με τις οικολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις του οικοτουρισμού, ο ιθαγενής συνειδητοποιεί ότι είναι πλέον αρεστός στο βαθμό που δεν μεταβάλλεται. Αν μπορέσει μάλιστα να επιστρέψει για λίγο στο παρελθόν υιοθετώντας συνήθειες των προγόνων του, τόσο το καλύτερο.

Ο χρόνος σταματά για ολόκληρα χωριά που πρέπει να διατηρήσουν το ιστορικό τους χρώμα προκειμένου να μην διαγραφούν από τους ταξιδιωτικούς οδηγούς. Για χώρες όπως το Μπελιζ στην Κεντρική Αμερική όπου ο οικοτουρισμός αντιστοιχεί στο 25 με 30% του ΑΕΠ η διατήρηση της παράδοσης θεωρείται απαραίτητη για την επιβίωση ολόκληρων κοινοτήτων. Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές ασχολίες τους περνώντας τον περισσότερο χρόνο της ημέρας τους εξηγώντας στους οικοτουρίστες ποιες θα έπρεπε να είναι οι καθημερινές ασχολίες τους (αν δεν τους ενοχλούσαν αυτοί με την παρουσία τους). Και όταν φυσικά θα ενταχθούν κανονικά στη βιομηχανία του τουρισμού, χάνοντας κάθε ίχνος αυθεντικότητας, θα δουν τους οικοτουρίστες να τους εγκαταλείπουν αναζητώντας τους πραγματικούς ιθαγενείς που ζούν κάπου βαθύτερα στη ζούγκλα του Αμαζωνίου ή κάπου ψηλότερα στην οροσειρά των Άνδεων.

Άρης Χατζηστεφάνου
Καθημερινή Ιανουάριος 2003